ΕΠΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΡΗΤΟΡΕΥΕΙ ΓΙΑ ΜΙΚΡΕΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ Ο ΑΚΙΝΤΖΙ
Ο ισχυρός άντρας της Τουρκίας, που όλοι θεωρούν ότι «κρατά το κλειδί» των εξελίξεων και τελικά της λύσης, φαίνεται ότι για άλλη μια φορά... άφησε το κλειδί στην Άγκυρα
- Φέτος και πάλι γιόρτασε ο Ερντογάν με... «μητέρες και κόρες», «μικρές και μεγάλες πατρίδες», πατώντας κατεχόμενα εδάφη μας
- Αν πράγματι η Τουρκία του Ερντογάν αλλάζει προσέγγιση, γιατί δεν ακούμε ούτε μια τέτοια λέξη από το στόμα του;
- Ναι, ήταν πόλεμος. Αλλά ήταν... «αναγκαίος»! Έτσι τώρα παζαρεύουν τα... λάφυρα εκείνου του πολέμου;
- Πόσες είναι οι λογικές ελπίδες από τις διαπραγματεύσεις;
Τον μήνα αυτό ο συμπαθέστατος Τουρκοκύπριος ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί κινήθηκε μεταξύ Νίκου Αναστασιάδη και Ταγίπ Ερντογάν. Τη μια με τον συνομιλητή του και την επόμενη με τον Τούρκο πρόεδρο που κρατάει το «κλειδί της λύσης», αλλά επιμένει να ρητορεύει για «μικρές και μεγάλες πατρίδες».
Τη μια μέρα ο Ακιντζί έκανε την «ομολογία» ότι το 1974 έγινε τελικά πόλεμος (και όχι ειρηνευτική επιχείρηση). Πολλοί τον συνεχάρηκαν και είπαν ότι είναι καιρός για αλήθειες. Αν όμως πράγματι είμαστε στη φάση εκείνη, που πρέπει να λέμε αλήθειες για να χτίσουμε στερεά κάποιο μέλλον, θα έπρεπε να λεχθεί ολόκληρο: ότι ήταν ένας κατακτητικός πόλεμος. Διότι, βέβαια, καμία «προστασία των Τουρκοκυπρίων» δεν απαιτούσε να καταλάβει η Τουρκία 37% του κυπριακού εδάφους!
Παρ’ όλα αυτά η δήλωση Ακιντζί θεωρήθηκε ως «γενναία ομολογία» και ο λόγος είναι διότι ουσιαστικά ήταν απάντηση στην πάγια προπαγάνδα για τη δήθεν «ειρηνευτική επιχείρηση». Δυστυχώς, την επόμενη μέρα χρειάστηκε ο ίδιος να κάνει συμπληρωματική δήλωση, για να εξηγήσει ότι εκείνος ο πόλεμος ήταν... «απαραίτητος». Δηλαδή, με άλλα λόγια, ολική επαναφορά στη θεωρία ότι «η εισβολή και η κατάληψη εδαφών ήταν απαραίτητες για την προστασία των Τουρκοκυπρίων...».
Άφησε το «κλειδί» στην Άγκυρα
Βέβαια, οι δηλώσεις του νέου Τουρκοκύπριου ηγέτη δεν μπορούν να επισκιάσουν την πραγματικά καλή θέληση που σίγουρα τον χαρακτηρίζει για ένα συμβιβασμό που θα φέρει λύση. Εκεί που το πράγμα σίγουρα αλλάζει είναι με τις δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν αυτές τις μέρες στα κατεχόμενα. Ο ισχυρός άντρας της Τουρκίας, που όλοι θεωρούν ότι «κρατά το κλειδί» των εξελίξεων και τελικά της λύσης, φαίνεται ότι για άλλη μια φορά... άφησε το κλειδί στην Άγκυρα. Εδώ μας είπε δύο πράγματα. Πρώτον, πως ό,τι και να γίνει η σχέση των κατεχομένων με την Τουρκία είναι σχέση «μάνας και κόρης» ή αλλιώς σχέση «μικρής και μεγάλης πατρίδας». Δεύτερο, ότι η λύση θα δώσει στους Τουρκοκύπριους δικό τους «κράτος», με το οποίο «ισότιμα» θα συμμετάσχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση...
Αυτή ήταν και παραμένει η βαθύτερη τουρκική λογική για μια συμφωνία στο Κυπριακό. Μια λογική που ποτέ δεν την κράτησαν κρυφή όσο και αν άλλαξαν κυβερνήσεις και σχήματα. Είναι η λογική που, πρώτον, λέει ότι η Τουρκία απαιτεί να έχει και θα συνεχίσει να έχει κηδεμονία της Κύπρου, αφού την ενώνει σχέση κηδεμόνευσης με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την προσθήκη ουκ ολίγων εποίκων. Δεύτερον, η λογική αυτή επιστρέφει πάντα στην επωδό των «δύο κρατών».
Ουδέποτε έχει πραγματικά αποδεχτεί η Τουρκία ότι στην Κύπρο δύο πολιτείες θα λειτουργούν μέσα σε ένα κράτος. Πάντα αναφέρεται στην πολιτεία, περιφέρεια ή κρατίδιο της τουρκοκυπριακής πλευράς, προκειμένου να του δίνει μια υπόσταση και προοπτική ενός ρόλου προς το εξωτερικό. Δηλαδή στις διεθνείς σχέσεις. Αυτό αποτελεί τη μόνιμη εκτροπή προς σχήμα συνομοσπονδίας, εξυπηρετώντας και τον άλλο στόχο, που είναι η διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Τι περιμένει άραγε η Τουρκία;
Όλο αυτό το διάστημα η μεγαλύτερη μερίδα των πολιτικών μας σωστά επισημαίνουν ότι θα πρέπει να περιμένουμε να δούμε «πώς πάνε οι διαπραγματεύσεις» και κυρίως τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας. Διότι επιφυλάξεις έχουν ακόμα και οι ένθερμοι θιασώτες της «άμεσης λύσης».
Από αυτήν όμως την άποψη δυσκολεύεται κάποιος να καταλάβει γιατί ο Ταγίπ Ερντογάν δεν σπεύδει να δώσει μια οποιαδήποτε διαβεβαίωση ότι η προσέγγιση της Άγκυρας έχει αλλάξει. Αν πράγματι εννοεί ότι «ήρθε ο καιρός» και ότι θα αφήσει τα πράγματα να οδεύσουν σε μια συμφωνία, τότε ακόμα και αυτή η προκλητική παρουσία του εδώ για τους πανηγυρισμούς της εισβολής, θα ήταν ευκαιρία για να δώσει μια πραγματική ώθηση στις διαπραγματεύσεις.
Διότι η Τουρκία δεν έχει κανένα λόγο να περιμένει να δει «τι θα γίνει». Αφού ολόκληρη η εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, είτε αφορά το περιουσιακό είτε το προσφυγικό και τα εδάφη, στην πραγματικότητα εξαρτάται από την ίδια. Δεν περιμένει να δει τι στάση θα τηρήσει η ελληνική πλευρά. Διότι είναι η Τουρκία που κρατά κυπριακό έδαφος και περιουσίες και από εκείνην εξαρτώνται τελικά οι διευθετήσεις. Επομένως, αν πράγματι έχει αλλάξει η γενική στάση της Τουρκίας, ο Τούρκος πρόεδρος θα μπορούσε να κάνει μια-δύο καθαρές τοποθετήσεις αυτές τις μέρες. Και θα ήταν και κίνηση «τσεκ ματ».
Διότι οφείλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας. Αν κάτι πρόκειται να αλλάξει σε σχέση με το πανηγυρικά απορριφθέν σχέδιο του 2004, αυτό εξαρτάται από τις βασικές αξιώσεις της Τουρκίας. Και αν έχει αλλάξει, θα είχε ήδη φανεί. Δεν χρειάζεται να ξοδεύουν ώρες και ώρες πάνω σε τεχνικές λεπτομέρειες Μαυρογιάννης και Ναμί, και για θέματα που σχεδόν αποκλειστικά ενδιαφέρουν τους Τουρκοκυπρίους και να περάσουν μερικοί μήνες ακόμα μέχρι να μας πει η Τουρκία ότι «κάτι έχει αλλάξει».
Η επικοινωνιακή ευφορία και ο φόβος του «μπούμερανγκ»
Αντίθετα, αυξάνονται κάθε μέρα εκείνοι που εκτιμούν ότι η διαδικασία, και ιδιαίτερα η πολύ θετική παρουσία του Μουσταφά Ακιντζί, θα εξελιχτεί σε μπούμερανγκ για την ελληνική πλευρά. Διότι αν οι δύο διαπραγματευτές, που κάνουν ανίχνευση εδάφους για λογαριασμό των δύο ηγετών, συνεχίζουν και έχουν να παρουσιάσουν ένα «θαυμαστό όγκο εργασίας», όπως τόνιζε και ο Έσπεν Μπαρθ Έιντε, τότε η ελληνική πλευρά θα κινδυνέψει να βρεθεί τελικά όχι μόνο «στα κρύα του λουτρού», αλλά πιθανότατα και εκτεθειμένη.
Κάτι τέτοιο μπορεί πολύ εύκολα να συμβεί αν μεθαύριο, μπροστά σε αναλλοίωτες τουρκικές θέσεις, αναγκαστεί να διατυπώσει άρνηση. Ακόμα και αν δεν διατυπώσει άρνηση, αλλά φανεί απλώς ότι δεν συγκατανεύει, το κόστος θα είναι τεράστιο. Στα μάτια διάφορων τρίτων, θα είναι ακόμα μια φορά που «οι Έλληνες είπαν όχι». Και αυτό σίγουρα δεν το χρειαζόμαστε.
Στην πραγματικότητα, τόνιζε κάποιο νεαρό συναγερμικό στέλεχος, που κάθε άλλο παρά «απορριπτικό» θεωρεί τον εαυτό του, η σωστή σειρά θα ήταν η Τουρκία να διευκρινίσει και να δεσμευτεί ότι «αφήνει την Κύπρο να βρει λύση». Μετά θα μπορούσε πράγματι με γοργό ρυθμό να γίνουν διαπραγματεύσεις και χωρίς τον φόβο κάποιας ακύρωσης. «Αντί όμως να γίνει αυτό», έλεγε, «εμείς ξεκινήσαμε και συζητάμε τα μικρότερης σημασίας θέματα και τελικά η Τουρκία έχει κατά βούληση τον τελικό λόγο...».
Είναι αλήθεια ότι στην κοινή γνώμη έχουν δημιουργηθεί ελπίδες και προσδοκίες. Δεν ήταν δύσκολο. Μόνο και μόνο η παρουσία του Μουσταφά Ακιντζί και μερικοί καλοί συμβολισμοί ήταν αρκετά. Εξάλλου, τον τελευταίο καιρό περισσότερο και από τις συνομιλίες ουσίας, αντικρίζουμε μια σχεδόν καθημερινή επικοινωνιακή προσπάθεια. Από καφέ σε καφέ και από θέατρο σε γεύμα, με... χαλαρή παρέα και κοινωνικές διαχύσεις κινούνται Αναστασιάδης και Ακιντζί.
Η κοινή γνώμη ούτε είναι υποχρεωμένη ούτε και επιθυμεί να προχωρά σε κάποιο βάθος. Μένει με αυτά τα «σημάδια» και λέει ότι «φαίνεται πάντως πως κάτι γίνεται». Ταυτόχρονα, όμως, δεν μπορεί να κρυφτούν και οι βαθιές επιφυλάξεις. Τελικά οι άνθρωποι φαίνεται ότι ελπίζουν περίπου... μεταφυσικά. Και όχι διότι έχουν κάποιο βάσιμο λόγο. Το φετινό ταξίδι πανηγυρισμού του Ερντογάν μάλλον επιβεβαίωσε το βαθύ πρόβλημα, παρά άλλαξε κάτι.
Τι σημαίνει δεν μπορεί να «αναμειχθεί» στις διαπραγματεύσεις;
Ήταν όμως και η επίσκεψη του προέδρου της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ. Όσο και αν είναι γενικά πολύ σημαντική, δεν πρόσθεσε κάτι στην ουσία του Κυπριακού. Ούτε συνοδεύτηκε με μια πραγματική απόφαση της Ευρώπης να αναμειχθεί ενεργητικά στις διαδικασίες διαπραγμάτευσης. Ειδικοί με εμπειρία σε διεθνή θέματα έλεγαν ότι κακώς κάθε φορά που ανοίγει αυτή η συζήτηση κάποιοι επεμβαίνουν αμέσως και τονίζουν ότι «η Ευρώπη ενδιαφέρεται, αλλά κινείται προσεκτικά, γιατί δεν πρέπει να φανεί ότι μπαίνει στα πόδια των Η.Ε.». Κάτι τέτοιο δεν ισχύει, διότι η Κύπρος είναι κράτος-μέλος. Τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι που διαπραγματεύονται μεταξύ τους είναι Ευρωπαίοι υπήκοοι. Τι εμποδίζει, λοιπόν, την Ε.Ε. να έχει μεγαλύτερο λόγο;
Ενώ ταυτόχρονα και η Τουρκία, που είναι «τρίτο μέρος», καθόλου ξένη δεν είναι προς την Ε.Ε., αφού έχει μαζί της συμφωνία σύνδεσης και καθεστώς ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Παρά την αιγίδα και την αρμοδιότητα των Ηνωμένων Εθνών, η Ευρωπαϊκή Ένωση έπρεπε ήδη να κάθεται στο τραπέζι μαζί με τις δύο πλευρές. «Εδώ η Ε.Ε. δεν έχει πρόβλημα να υποβάλλει στον Κύπριο υπουργό Οικονομικών τον ετήσιο προϋπολογισμό της χώρας και να απαιτεί κάθε μερικούς μήνες να ψηφιστούν νόμοι στην κυπριακή Βουλή.
Έχει άραγε φόβο "ανάμειξης" και κρατιέται στην άκρη των διαπραγματεύσεων ή μήπως δεν έχει αποφασίσει ποτέ ότι θα παίξει το ρόλο που περιμένουμε», σημείωνε με νόημα Κύπριος διπλωμάτης στο υπουργείο εξωτερικών.
Κάποιοι λένε... «εμπιστευτικά» ότι ο πρόεδρος της Δημοκρατίας «φυλάει αυτό το χαρτί για το τέλος». Ότι δηλαδή αν ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις και φτάσουμε σε τελικό στάδιο, τότε θα κάνει σχετικό επίσημο διάβημα προς τα όργανα της Ε.Ε. Αλλά η αδυναμία αυτού του σχεδιασμού είναι ότι υποτιμά το «κεκτημένο» των διαπραγματεύσεων. Το οποίο το είδαμε τόσα χρόνια να «ψαλιδίζει» ακόμα και αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας!
Το πινγκ-πονγκ από δικοινοτικότητα σε διζωνικότητα
Αυτές τις μέρες ο Πρόεδρος βρέθηκε και στην Ιερά Σύνοδο, για να ενημερώσει τους ιεράρχες για την πορεία των συνομιλιών. Πιο συγκεκριμένος σκοπός του ήταν να ασκήσει «πρόληψη» και να τους πείσει να μην ακούνε «αυτά που διαδίδονται». Δεν υπάρχει θέμα εγγυημένων πλειοψηφιών, τους είπε, αλλά απλώς συζητάμε «πώς θα διασφαλιστεί η δικοινοτικότητα». Εδώ είναι όμως ο πραγματικός «κόμπος που σταματά το χτένι». Όλο το πρόβλημα των απαράδεκτων περιορισμών και της παραβίασης ευρωπαϊκών αρχών αφορά τη διασφάλιση όχι ακριβώς της «δικοινοτικότητας», αλλά της «διζωνικότητας».
Το ίδιο έργο είχε παιχτεί ξανά το 2003-04. Τότε που η τουρκική πλευρά αξίωσε και πέτυχε κυρίως δύο πράγματα. Πρώτα να ενισχυθεί όσο ήταν δυνατό η «διζωνικότητα» και έπειτα να εξασφαλίσει όσο το δυνατό περισσότερες εξαιρέσεις και αποκλίσεις από τους ευρωπαϊκούς νόμους για τον ίδιο περίπου λόγο.
Έμπειρος αναλυτής σημείωνε ότι «σε αυτό το πινγκ-πονγκ μεταξύ δικοινοτικότητας και διζωνικότητας χάνουμε μονίμως το μπαλάκι. Όπως ακριβώς η Τουρκία στις δικές της διαπραγματεύσεις εννοεί ότι θα ήθελε να μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά χωρίς να εναρμονιστεί και να αλλάξει δικές της ρυθμίσεις, απαιτώντας ουσιαστικά από την Ευρώπη να προσαρμοστεί εκείνη στα «τουρκικά δεδομένα», έτσι κι εδώ επιδιώκει έμμεση συμμετοχή στην Ευρώπη, μέσω της ένταξης των Τουρκοκυπρίων, αλλά χωρίς τελικά εφαρμογή αρχών και κανόνων που θα εμπόδιζαν εκείνο που θεωρεί πως πρέπει να είναι ένα δικό της «ξεχωριστό κράτος» στην Κύπρο.
Ο ίδιος αναλυτής παρατηρούσε ότι όπως ακριβώς στις διαπραγματεύσεις η Τουρκία πάντα επιδιώκει να γίνεται συζήτηση μόνο για τα θέματα που τη συμφέρουν, έτσι και στο θέμα της ευρωπαϊκής ταυτότητας της Κύπρου εννοεί ότι η συζήτηση θα περιορίζεται μόνο στο τεράστιο γεωπολιτικό όφελος για την ίδια, μέσα από τη συμμετοχή των Τουρκοκυπρίων στην Ε.Ε. και στα επιμέρους οικονομικά και άλλα οφέλη των ίδιων των Τουρκοκυπρίων. Αλλά ούτε λόγος να γίνεται για την πραγματική εφαρμογή εκείνου που σχεδόν κάθε μέρα επαναλαμβάνει ο πρόεδρος Αναστασιάδης για «ευρωπαϊκές αρχές και κανόνες». Για παράδειγμα, πώς θα μπορούσαν να εφαρμοστούν «ευρωπαϊκές αρχές και κανόνες», αλλά να γίνεται συζήτηση για «εκ περιτροπής προεδρία»;




