ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ΣΕ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑ

Η παρουσία μιας κυβέρνησης με εσωτερική κρίση δεν πείθει ότι μπορεί να σταθεί ικανοποιητικά απέναντι στην Τουρκία, για τη λεγόμενη «διεθνή πτυχή» του Κυπριακού

Η εμπειρία, ότι το Κυπριακό εδώ στη Λευκωσία βρίσκεται «σε τροχιά λύσης», ενώ ταυτόχρονα τίποτα δεν επιβεβαιώνει αυτήν την εντύπωση, αφού η μεγάλη εικόνα της κατοχής παραμένει αναλλοίωτη, είναι… deja vu


Η Ελλάδα έχει τελικά Πρόγραμμα. Κανένας όμως δεν μπορεί να πει αν θα έχει κυβέρνηση για να εφαρμόσει αυτό το Πρόγραμμα. Μετά από μερικές εβδομάδες του απόλυτου σασπένς στο «εξωτερικό μέτωπο», τώρα το ελληνικό θρίλερ μεταφέρεται στο «πολιτικό μέτωπο». Οι πολιτικές ανακατατάξεις είναι σαρωτικές. Μετά την οριακή ψηφοφορία στη Βουλή των Ελλήνων την περασμένη εβδομάδα, με την ουσιαστική διάλυση του κυβερνητικού μετώπου και πιο συγκεκριμένα του κόμματος του Πρωθυπουργού, τα σενάρια διάρκειας της κυβέρνησης είναι διάφορα. Οι φθινοπωρινές εκλογές φαίνονται μάλιστα αναπόφευκτες…

Tο ρευστό σκηνικό και οι συσχετισμοί

Ο ΣΥΡΙΖΑ και ειδικότερα ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε σίγουρα σε αξιοπιστία με την τελική συμφωνία και την «κοινοβουλευτική εκατόμβη» που ανέλαβε, προκειμένου να την περάσει. Απέκτησε, όμως, ήδη ισχυρή ενδοκομματική αντιπολίτευση. Κανένας δεν ξέρει αν σε επερχόμενες εκλογές αυτή θα παραμείνει «ενδοκομματική» ή θα προστεθεί σαν μια ακόμα «απόχρωση αντιπολίτευσης». Πολύ ρευστό είναι εξάλλου το τοπίο και για τις άλλες, τις «παλιές» πολιτικές δυνάμεις, δηλαδή ειδικά για τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ. Κανένας δεν φαίνεται να κερδίζει σε απόλυτους όρους από την κρίση στην οποία μπήκε το κόμμα του Πρωθυπουργού, την ώρα που «ξεγυμνώθηκε» σαν μια «ομοσπονδία πολιτικών δυνάμεων».

Ούτε καν το Ποτάμι. Βέβαια, όπως και αν είναι τα πράγματα, οι εκλογές θα δώσουν λύσεις, ακόμα και αν απαιτηθεί στο μέλλον κάποια κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας. Αλλά, σε μια τέτοια περίπτωση, μένει να δούμε και τους συσχετισμούς και τις «συγγένειες» μεταξύ ελλαδικών και κυπριακών δυνάμεων. Για παράδειγμα, πώς θα τοποθετείται το ΑΚΕΛ, όταν η «αντιμνημονιακή αριστερά», με την οποία τον τελευταίο καιρό έδειξε να γοητεύεται, θα βρεθεί εκτός κυβέρνησης και μπορεί να κάνει και σκληρή αντιπολίτευση στην «πρώτη κυβέρνηση της Αριστεράς» στην Ελλάδα;

Στον αστερισμό της λύσης

Με αυτά τα δεδομένα, είναι άξιον απορίας πώς μπορεί η κυβέρνηση εδώ στη Λευκωσία να διαβεβαιώνει ότι «προχωράμε για λύση». Μπορεί μια συμφωνία μεταξύ της ελληνοκυπριακής και της τουρκοκυπριακής πλευράς να μην εξαρτάται από την πολιτική κατάσταση ή τη στερεότητα της κυβέρνησης στην Αθήνα. Αλλά με τον Ταγίπ Ερντογάν να φτάνει στα κατεχόμενα, για να πανηγυρίσει την επέτειο της εισβολής και της κατοχής στις 20 Ιουλίου, και την Άγκυρα να μην έχει δώσει κανένα απολύτως σημείο αλλαγής της στάσης της στα τεράστια ζητήματα της ασφάλειας, των εγγυήσεων κλπ, πώς μπορεί να υπάρξει κάποια σοβαρή εξέλιξη χωρίς την Ελλάδα; Εκτός και αν εννοούμε πια ότι, ενώ το «κλειδί βρίσκεται στην Άγκυρα», είναι ποτέ δυνατόν Αναστασιάδης και Ακιντζί να κάνουν κάτι με κάποιο... αντικλείδι!

Μέσα στη βδομάδα που πέρασε, ήταν πολύ θετικό ότι ο Πρόεδρος της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, σε επίσκεψή του στην Κύπρο, μπόρεσε να επαναλάβει ότι «η Κύπρος χρειάζεται λύση» και να διαβεβαιώσει, γενικά, ότι «η Ευρώπη θα βοηθήσει». Αλλά την ώρα που ο ανώτατος Ευρωπαίος αξιωματούχος ήταν σε θέση να ενισχύσει τη διαδικασία, δηλώνοντας την «πιο ενεργή ανάμιξη της Ε.Ε.», δεν μπορούσε να πει οτιδήποτε για τη στάση της ίδιας της Τουρκίας.

Για την ακρίβεια, όλοι εκείνοι που τα τελευταία χρόνια έκαναν αναλύσεις και εισηγούνταν ότι «κάτι αλλάζει στη στάση της Άγκυρας», έχουν σιγήσει. Αυτοί που θεωρούσαν την επικράτηση Ερντογάν ως μια θετική προϋπόθεση για κάποιες «μεγάλες αποφάσεις» και για «αλλαγή στάσης της Τουρκίας», δεν φαίνεται να επιβεβαιώνονται από τα γεγονότα. Ενώ, και η ίδια η Τουρκία βρίσκεται και πάλι σε τροχιά εκλογών και τίποτα δεν δείχνει ότι ασχολείται σοβαρά με το Κυπριακό…

Η εμπειρία, ότι το Κυπριακό εδώ στη Λευκωσία βρίσκεται «σε τροχιά λύσης», ενώ ταυτόχρονα τίποτα δεν επιβεβαιώνει αυτήν την εντύπωση, αφού η μεγάλη εικόνα της κατοχής παραμένει αναλλοίωτη, είναι… d?j? vu. Είναι το ίδιο σκηνικό με τον «μήνα του μέλιτος» Χριστόφια-Ταλάτ. Δηλαδή, με άλλα λόγια, οι «ευνοϊκοί άνεμοι» που πνέουν για την εθνική υπόθεση της Κύπρου αφορούν μόνο το «εύκολο μέρος», δηλαδή την «ενδοκυπριακή συνεννόηση». Δεν αφορούν όμως καθόλου το αποφασιστικό κομμάτι, που είναι τα ελληνο-τουρκικά. Αντίθετα η Άγκυρα, μέσα στις μέρες της οξύτατης ελληνικής κρίσης, δεν έκρυψε τη χαρά της.

Αποδείχθηκε ότι το τουρκικό προξενείο εργάστηκε δραστήρια για να σπρώξει όσους ελέγχει στη δυτική Θράκη να ψηφίσουν «όχι» στο περίφημο δημοψήφισμα, ενώ οι παραβιάσεις στο Αιγαίο κτύπησαν «κόκκινο» τις μέρες που δοκιμαζόταν η Ελλάδα. Κανένας βέβαια δεν περίμενε διαφορετική μεταχείριση και άλλες αντιδράσεις από την τουρκική κυβέρνηση, που έσπευσε να ειρωνευτεί μάλιστα την Ελλάδα, κάνοντάς της και προτάσεις για... δανεικά.

Συνεπώς, όλα αυτά δεν δικαιολογούν καθόλου την ευφορία που και πάλιν αναπτύσσεται εδώ στην Κύπρο σε κυβερνητικούς και κομματικούς κύκλους. Εκτός και αν έχουμε πια πιστέψει και αποδεχθεί ότι εκείνο που μας απομένει είναι να κάνουμε κάποια συμφωνία με τους Τουρκοκυπρίους, και για τα λοιπά να συμφωνήσουμε με τους όρους που έχει θέσει εδώ και χρόνια η Άγκυρα!

Η αδύναμη Ελλάδα και η συνεπής Τουρκία…

Η παρουσία μιας κυβέρνησης με εσωτερική κρίση, και αναφερόμαστε στην Ελλάδα φυσικά, δεν πείθει ότι μπορεί να σταθεί ικανοποιητικά απέναντι στην Τουρκία για τη λεγόμενη «διεθνή πτυχή» του Κυπριακού. Ακόμα και αν λυθεί, όμως, το θέμα με πρόωρες εκλογές στη χώρα το φθινόπωρο, πολύ δύσκολα βλέπει κανένας μια αρκετά ισχυρή ελληνική κυβέρνηση, που να μπορεί να χειριστεί το εξαιρετικά καυτό θέμα του τρίτου Μνημονίου και να μπορεί να σταθεί στο πλευρό της Κύπρου, αναζητώντας τις απαραίτητες διεθνείς συμμαχίες που θα μπορούσαν να αλλοιώσουν την τουρκική στάση.

Η ομολογία του Προέδρου της Κομισιόν στην κυπριακή Βουλή, ότι η Τουρκία «δυστυχώς» δεν κάνει τίποτα όσον αφορά τις «κυπρογενείς υποχρεώσεις» της και ιδιαίτερα για το «Πρωτόκολλο της Άγκυρας», δείχνει ότι όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν… Περισσότερο, όμως, δείχνει ότι ανεξάρτητα από τα όσα λέγονται, η Άγκυρα δεν φαίνεται να αντιμετωπίζει με οποιονδήποτε τρόπο το Κυπριακό ως «ζήτημα εξελίξεων». Με άλλα λόγια, περιμένει να δει πού και πότε μπορεί να καταλήξουν οι συνομιλίες Αναστασιάδη-Ακιντζί, για να συνεχίσει στο τέμπο «μια από τα ίδια». Όσον αφορά το «δικό της κομμάτι», δεν φαίνεται ν’ αλλάζει τίποτα και δεν πρόκειται να κάνει τίποτα.

Όλα δείχνουν ότι, δυστυχώς, όσες απανωτές εκλογές και αν γίνουν στην Τουρκία, όσες πλειοψηφίες και αν έχει ο Ταγίπ Ερντογάν ή αν περνά από το ένα αξίωμα στο άλλο, πως η Τουρκία ούτε είναι διατεθειμένη να δεχθεί την όποια Κυπριακή Δημοκρατία ούτε και ζητά οτιδήποτε άλλο παρά ένα τουρκικό, δηλαδή κατοχικό κράτος, μέσα από το οποίο θα ελέγχει πλήρως την Κύπρο.

Οι… συγκλίσεις

Την ώρα, λοιπόν, που ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ολόκληρο το πολιτικό σύστημα έχουν να αντιμετωπίσουν αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα, εδώ ακούμε διάσπαρτες διακηρύξεις για «ταχεία εξέλιξη» των διαπραγματεύσεων, χωρίς όμως την ανάλογη πληροφόρηση. Προκαλεί πράγματι απορία ποιες και πόσο σημαντικές είναι οι συγκλίσεις, την ώρα που είναι ήδη γνωστό ότι η τουρκική πλευρά επιμένει πάντοτε σε «εκ περιτροπής προεδρία».

Αυτές τις μέρες που ήταν εδώ ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, κανένας δεν συζήτησε τι λένε οι ευρωπαϊκές αρχές για την «εκ περιτροπής προεδρία». Είναι δυνατόν στο μέλλον, σε μια «ενωμένη και ευρωπαϊκή Κύπρο», να έρχεται στιγμή που να μην παίζει ρόλο τι θα θέλει η πλειοψηφία διά της ψήφου των πολιτών, αλλά ο πρόεδρος να «πρέπει να είναι ο ένας ή ο άλλος»; Αυτό μάλιστα δεν είναι παρά ένα παράδειγμα. Σε συζητήσεις που γίνονται αυτόν τον καιρό σε «πηγαδάκια» ενημερωμένων πολιτών, οι απορίες είναι πάρα πολλές.

Όπως απορίες υπάρχουν και για τις δεδομένες (οικονομικές) πολιτικές της Κυβέρνησης, που στερεώνονται μέσα από μεγάλες δυσκολίες και η παράταξη που κυβερνά τις παρουσιάζει ως τις «απαραίτητες αλλαγές που χρειάζεται η χώρα». Για παράδειγμα, ο Υπουργός Οικονομικών, που κέρδισε πολλούς πόντους με τη σταθερότητα που κράτησε όλον αυτόν τον καιρό, έχει επιμείνει ότι στα επόμενα χρόνια, «αύριο-μεθαύριο που θα βγούμε από το Μνημόνιο», δεν θα πρέπει να κάνουμε βήματα προς τα πίσω.

Θέλει, με άλλα λόγια, αυτή η Κυβέρνηση να κρατήσει ως… κεκτημένο τις μεγάλες και ωφέλιμες αλλαγές που έγιναν (και θα γίνουν) στην Κύπρο. Μια από αυτές, λοιπόν, είναι αναντίλεκτα και ο έλεγχος των δημοσίων δαπανών. Κανένας, όμως, δεν έχει παρουσιάσει μέχρι τώρα πώς ένα τέτοιο φιλόδοξο πολιτικό σχέδιο είναι συμβατό με τα σχήματα που συζητούνται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Υπάρχει καμία συμφωνία, ότι τα οικονομικά της ομοσπονδιακής δομής θα πειθαρχήσουν στις γραμμές και τις διορθώσεις που έφερε στην Κύπρο το Μνημόνιο; Τη στιγμή, μάλιστα, που το προηγούμενο Σχέδιο που είχε εκπονηθεί για την Κύπρο προέβλεπε έναν πραγματικό «κρατικό Μινώταυρο», που θα ήθελε να τον ταΐζουν συνέχεια με πόρους! Αλήθεια, αυτόν τον λογαριασμό ποιος θα τον πληρώσει;