Η πόρτα για συνομιλίες ήταν και παραμένει ανοιχτή λέει η Μέρκελ που βάζει ένα όρο
Σκληρή στάση έναντι της Ελλάδας εξακολουθούν να τηρούν η Γερμανίδα Καγκελάριος και ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών που κατηγορούν την κυβέρνηση Αλέξη Τσίπρα
Οι εξελίξεις γύρω από το ελληνικό ζήτημα δεν αφήνουν κανέναν ασυγκίνητο, πόσω μάλλον τους Γερμανούς, οι οποίοι χθες συζήτησαν την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στο γερμανικό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο ειδικής συνεδρίασης για την Ελλάδα. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης φάνηκε ότι υπάρχει μια διχογνωμία ανάμεσα στους Γερμανούς, με τη σκληρή θέση, όμως, να υπερισχύει. Μάλιστα, η Καγκελάριος της Γερμανίας Άγκελα Μέρκελ και ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών Βόλφγκανγκ Σόιμπλε έστειλαν αυστηρά μηνύματα στην Αθήνα, κλείνοντας την πόρτα σε οποιαδήποτε προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας ανάμεσα σε Θεσμούς και Ελλάδα πριν από το καθοριστικό, εάν γίνει, δημοψήφισμα της Κυριακής. Την ίδια ώρα, πιο αισιόδοξος παρουσιάστηκε ο Γερμανός Αντικαγκελάριος Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ο οποίος εξέφρασε τη θέση ότι θα επιτευχθεί συμφωνία σύντομα.
Σκληρή γραμμή από Μέρκελ
Στην ομιλία της ενώπιον του Γερμανικού Κοινοβουλίου η Καγκελάριος Μέρκελ τόνισε πως «χωρίς αμφιβολία έχουμε δύσκολες μέρες μπροστά μας, αλλά κυρίως έχουν δύσκολες μέρες μπροστά τους οι άνθρωποι στην Ελλάδα» και επισήμανε ότι «η πόρτα για συνομιλίες με την ελληνική κυβέρνηση ήταν και παραμένει ανοιχτή». Διευκρίνισε ωστόσο ότι «πριν από το δημοψήφισμα δεν μπορεί να γίνει διαπραγμάτευση για νέο πρόγραμμα βοήθειας». Η κ. Μέρκελ επέρριψε, ταυτόχρονα, την ευθύνη για τη «μονομερή», όπως είπε, διακοπή των διαπραγματεύσεων στην Αθήνα, αλλά, αναφερόμενη στο δημοψήφισμα, επανέλαβε ότι αποτελεί θεμιτό δικαίωμα της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και ότι είναι δικαίωμα των εταίρων να έχουν τη δική τους θέση γι' αυτό. «Ένας συμβιβασμός είναι δυνατός μόνον όταν τα πλεονεκτήματα υπερισχύουν των μειονεκτημάτων», δήλωσε η κυρία Μέρκελ και σημείωσε ότι δεν θα γίνει συμβιβασμός μόνο και μόνο για να υπάρξει ένα αποτέλεσμα.
«Καλός Ευρωπαίος δεν είναι εκείνος ο οποίος επιδιώκει μια συμφωνία με οποιοδήποτε κόστος», δήλωσε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε ότι το εάν θα υπάρξει συμβιβασμός, θα αποφασιστεί αργότερα. Επανέλαβε δε παλαιότερη δήλωσή της, ότι «η Γερμανία πηγαίνει μακροπρόθεσμα καλά, όταν πηγαίνει καλά και η Ευρώπη». Ολοκληρώνοντας την ομιλία της, η Καγκελάριος επεσήμανε ότι το διακύβευμα είναι υψηλό - «ο κόσμος μας παρακολουθεί», τόνισε -, αλλά δεν αφορά το μέλλον της Ευρώπης, το οποίο, όπως είπε, θα ετίθετο σε κίνδυνο αν ξεχνούσαμε τις αξίες της. «Τότε θα καταστρεφόταν το ευρώ και μαζί του και η Ευρώπη», δήλωσε.
Θα βρεθεί λύση
Από την πλευρά του ο Γερμανός Αντικαγκελάριος εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι θα βρεθεί λύση. «Ούτε η Ευρώπη κινδυνεύει ούτε το ευρώ, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος», τόνισε και άφησε να εννοηθεί ότι οι διαπραγματεύσεις θα επαναληφθούν, όποια και αν είναι η έκβαση του δημοψηφίσματος. Επεσήμανε ακόμη πως «είχαμε υποτιμήσει πόσο μεγάλα είναι τα θεσμικά ζητήματα στην Ελλάδα» και άσκησε κριτική στις προηγούμενες κυβερνήσεις, οι οποίες αποδυνάμωσαν τη χώρα. Τόνισε δε ότι κάθε κράτος-μέλος έχει δικαίωμα βοήθειας και στήριξης, αλλά πρέπει να κάνει και το ίδιο ό,τι μπορεί. «Αν υποχωρούσαμε στον ΣΥΡΙΖΑ, θα δημιουργούσαμε μια Ένωση χωρίς κανόνες.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να εκβιάζεται, διότι οι νικητές θα είναι μετά οι ακροδεξιοί που μάχονται εναντίον της», δήλωσε και πρόσθεσε ότι η ελληνική κυβέρνηση θέτει τα εθνικά συμφέροντα πάνω από αυτά της Ένωσης. Αναφερόμενος δε στην προοπτική νέων διαπραγματεύσεων, ο κ. Γκάμπριελ δήλωσε ότι δεν μπορεί κανείς να περιμένει ότι οι όροι ενός νέου προγράμματος θα είναι πιο χαλαροί από αυτούς που έχουμε ήδη συζητήσει, ενώ κατηγόρησε τη γερμανική Αριστερά ως συνυπεύθυνη για την αδράνεια της ελληνικής κυβέρνησης και ανέφερε ότι η υποτιθέμενη αριστερή κυβέρνηση επιτρέπει τη διαφυγή των χρημάτων των πλουσίων στο εξωτερικό.
Δεν εμποδίσαμε το δημοψήφισμα Παπανδρέου
Εξάλλου, ο Γερμανός Υπουργός Οικονομικών στη δική του ομιλία υπέδειξε πως «οι άνθρωποι στην Ελλάδα βρίσκονται στη δυσκολότερη θέση» και κατηγόρησε την ελληνική κυβέρνηση ότι δεν έχει κάνει τίποτα από τότε που εξελέγη. «Η κατάσταση έχει επιδεινωθεί δραματικά. Το θέμα είναι μόνο να τηρήσει τις υποσχέσεις της η Αθήνα», δήλωσε και σημείωσε ότι η χώρα ήταν σε καλό δρόμο, χωρίς να έχει ξεπεράσει την κρίση, μέχρι τις εκλογές. Τόνισε δε ότι προκειμένου να λειτουργεί μια νομισματική ένωση απαιτούνται εμπιστοσύνη και αξιοπιστία. Αναφερόμενος στην παλαιότερη πρόταση για δημοψήφισμα από τον πρώην Πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών απέρριψε την κατηγορία που είχε απευθύνει ο Πρόεδρος της Κ.Ο. της Αριστεράς (Die Linke) ότι οι Ευρωπαίοι εμπόδισαν τη διεξαγωγή του.
Απευθυνόμενος, μάλιστα, στην πτέρυγα της Αριστεράς: «Μην ξαναπείτε παρακαλώ στο μέλλον χωρίς να γνωρίζετε ότι εμείς εμποδίσαμε να γίνει το δημοψήφισμα τότε στην Ελλάδα. Όχι, το αντίθετο, εμείς συμφωνήσαμε μαζί τους. Αυτή είναι η αλήθεια και όλα τα άλλα είναι δεν είναι αλήθεια».
Θέλετε να φάτε τον Τσίπρα...
Από πλευράς των υπόλοιπων γερμανικών κομμάτων, ο Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της γερμανικής Αριστεράς (Die Linke) Γκρέγκορ Γκίζι δήλωσε πως ο χρόνος διεξαγωγής του δημοψηφίσματος είναι ορθώς επιλεγμένος και ότι δεν είχε απομείνει άλλη επιλογή για την ελληνική κυβέρνηση, καθώς βρέθηκε ενώπιον τελεσιγράφου, το οποίο χαρακτήρισε «λάθος». Κατηγόρησε δε τη γερμανική κυβέρνηση ότι επιδιώκει την απομάκρυνση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και κάλεσε την Καγκελάριο να βρει μια λύση έστω την τελευταία στιγμή, «για να περάσει στην Ιστορία ως σωτήρας και όχι ως καταστροφέας της Ευρώπης».
Ο κ. Γκίζι τόνισε, παράλληλα, ότι «η πορεία της γερμανικής κυβέρνησης και της Τρόικας έχει αποτύχει», ενώ έκανε λόγο για διάσωση των τραπεζών και όχι των πολιτών και σημείωσε ότι δεν υπάρχει ανάπτυξη στις χώρες οι οποίες υποτίθεται ότι διασώθηκαν. Ο επικεφαλής της Κ.Ο. της Αριστεράς κατηγόρησε τη γερμανική κυβέρνηση ότι έχει ως στόχο την απομάκρυνση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από τους βουλευτές των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού και πρότεινε εκ νέου τη φορολόγηση των πλουσίων. Κάλεσε δε την Καγκελάριο να σκεφτεί ότι ενδεχόμενη έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη θα προκαλούσε αλυσιδωτή αντίδραση.
Τέλος, ο επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας των Γερμανών Πρασίνων Άντον Χοφράιτερ τόνισε πως ένα Grexit δεν θα ήταν το τέλος του τρόμου, αλλά η αρχή νέου τρόμου και ζήτησε αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, τονίζοντας ότι μόνο έτσι η χώρα έχει την πιθανότητα να ξανασταθεί στα πόδια της και η Γερμανία να πάρει πίσω μέρος των χρημάτων της. Κατηγόρησε δε τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού ότι θέτουν τα πολιτικά τους συμφέροντα πάνω από το κοινό ευρωπαϊκό συμφέρον, σημείωσε ωστόσο ότι ακόμη και αν τώρα έπεφταν χρήματα από τον ουρανό στην Ελλάδα, τα προβλήματα δεν θα λύνονταν και ζήτησε μια βιώσιμη λύση, η οποία θα διασφαλίζει τουλάχιστον πέντε χρόνια ηρεμίας.
Ελλάδα, όπως Κύπρος
Υπάρχει ο κίνδυνος Grexit ή θα επέλθει τελικά συμφωνία; Οι εξελίξεις των επομένων ημερών ενδέχεται να ακολουθήσουν το σενάριο που γράφτηκε πριν από δυο χρόνια στην Κύπρο, όπως αναφέρει η «Deutsche Welle» (DW), επικαλούμενη Γερμανούς αναλυτές. O Γιοχάνες Μάιρ, οικονομολόγος της Bayern LB, τράπεζας με έδρα το Μόναχο, αναφέρεται στον ρόλο και στις αρμοδιότητες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) η οποία, όπως επισημαίνει, έχοντας τη δυνατότητα να μην αυξήσει ή και να σταματήσει τελείως την παροχή έκτακτης ρευστότητας, είναι εκ των πραγμάτων σε θέση να ασκεί τρομερές πιέσεις. «Η περίπτωση της Κύπρου», επισημαίνει, «κατέδειξε ότι η ΕΚΤ έχει στα χέρια της ένα αποφασιστικής σημασίας εργαλείο για να αναγκάσει κυβερνήσεις να επιστρέψουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και να αποφασιστούν μεταρρυθμιστικά μέτρα».
Σημειώνοντας ότι οι παραλληλισμοί με την Ελλάδα είναι έντονοι, η «DW» υπενθυμίζει ότι και στην Κύπρο οι διαπραγματεύσεις με τους διεθνείς δανειστές διήρκεσαν αρκετό καιρό μέχρι τελικά που τον Μάρτιο του 2013 το κοινοβούλιο απέρριψε τα προτεινόμενα μέτρα περικοπών. Και ότι τότε η ΕΚΤ, αντιδρώντας, απείλησε με διακοπή της έκτακτης ρευστότητας, με αποτέλεσμα την επόμενη μέρα η αντίσταση των βουλευτών να καμφθεί, να αποδεχθούν το πρόγραμμα και να το υλοποιήσουν.




