Το σύνθετο πλέγμα των σχέσεων ανάμεσα σε Κυβέρνηση και αντιπολίτευση
Πώς η ύπαρξη ενός βαθιά διαφορισμένου σε επιμέρους πολιτικά, ιδεολογικά και προσωποπαγή προτάγματα αντιπολιτευτικού τόξου επηρεάζει τη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού


Μια πολύμορφη, ετερόκλητη και ενίοτε ετεροβαρή αντιπολίτευση έχει να αντιμετωπίσει η Κυβέρνηση, που υπό το βάρος της διαχείρισης των πολλαπλών και δυσεπίλυτων προβλημάτων βλέπει εξαιρετικά δυσεπίτευκτη την ανόρθωση της εικόνας της.

Ένας από τους κύριους λόγους αυτού του φαινομένου είναι η ύπαρξη ενός βαθιά διαφορισμένου σε επιμέρους πολιτικά, ιδεολογικά και προσωποπαγή προτάγματα αντιπολιτευτικού τόξου, το οποίο, αναλόγως της «κρισιμότητας των περιστάσεων» αλλά και των περιεχομένων της εκάστοτε ασκούμενης πολιτικής, μετατοπίζει την αντιπολιτευτική φορά του είτε σε πιο ακραίους και ρηξιγενείς θύλακες είτε σε περισσότερο συναινετικές τοποθετήσεις.

Μέσα στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού παιγνίου, ο αντιπολιτευτικός λόγος αλλά και το πώς εκφέρεται τούτος, αποτελεί ασφαλώς καθοριστικό παράγοντα της πολιτικής λειτουργίας αλλά και ουσιαστικό «συνθετικό» της εφαρμοζόμενης πολιτικής. Υπό μίαν άποψη, σε μια «δημοκρατία», η άσκηση αντιπολίτευσης είναι ένα εξίσου παραγωγικό διάνυσμα με αυτήν την τελευταία, ενίοτε, δε, μπορεί να λειτουργήσει είτε ως όριο είτε ως προωθητικό ελατήριό της.

Αντιπολίτευση στην… αντιπολίτευση
Το πώς αντιπολιτεύεται λοιπόν η αντιπολίτευση, σχετίζεται ενεργώς με το πώς πολιτεύεται η Κυβέρνηση. Ασφαλέστατα, όμως, επενεργεί και στη συντεταγμένη πυκνότητα αυτής της ίδιας, όπως δείχνουν οι ισχυρές τάσεις διαφοροποίησης που προκαλούν στο εσωτερικό των καθ’ ημάς αντιπολιτευόμενων δυνάμεων οι μετατονισμοί στην εκφορά του αντιπολιτευτικού τους λόγου, είτε στο Κυπριακό είτε στην οικονομία είτε στα θέματα της εσωτερικής πολιτικής.

Σχηματικά, αυτά συναποτελούν και τα τρία κύρια επίπεδα όπου εκτυλίσσεται η πολιτική αντιπαράθεση, τόσο ανάμεσα σε συμπολίτευση και αντιπολίτευση όσο και στο ίδιο το εσωτερικό συμπολιτευομένων και αντιπολιτευομένων.

Επί τούτων, αρθρώνεται ένα σύνθετο πλέγμα «αντι» και συμπολιτευτικών σχέσεων, που, εν πολλοίς, διαμορφώνουν τους συσχετισμούς δύναμης στο πεδίο της παραγωγής πολιτικής και της καθιέρωσης των πολιτικών διακυβευμάτων. Δεν είναι ανεξήγητες, ως εκ τούτου, οι εξ όψεως «παράδοξες» συμπλεύσεις ανάμεσα σε παραδοσιακούς ιδεολογικούς αντιπάλους ή οι ρηξιγενείς αποκλίσεις ανάμεσα σε όμορους ή «καταστατικά» συμπλέοντες ιδεολογικοπολιτικούς χώρους.
Αυτή η εικόνα καταγράφεται και στα τρία προαναφερθέντα επίπεδα -Κυπριακό, οικονομία, εσωτερική πολιτική- με εξαιρετικά ενδιαφέροντες συνδυασμούς.

Τα πεδία αναφοράς
Κατά πρώτον, στο εθνικό πρόβλημα φαίνεται να αναβιώνει ο εδραία θεμελιωμένος διπολισμός ανάμεσα σε «υπερμάχους της λύσης» και «απορριπτικούς», με τα δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, παρά τις αγεφύρωτες ιδεολογικές διαφορές τους στα θέματα της οικονομίας και της κοινωνικής πολιτικής, να σχηματίζουν το «μέτωπο της λύσης», συμφωνώντας τόσο ως προς το ποια πρέπει να είναι αυτή, όσο και ως προς την ιστορική επιτακτικότητά της.

Διά και της δικής τους συνέργειας, μάλιστα, φαίνεται να επανατάσσεται, τόσο σε πρακτικό-πολιτικό επίπεδο όσο και σε ιδεολογικό-επικοινωνιακό η «Πλατφόρμα του Ναι», με τη σύμπραξη και άλλων κοινωνικών παραγόντων, όπως μέλη ή οργανωμένα blocks της ακαδημαϊκής κοινότητας, οικονομικοί και κοινωνικοί φορείς, πολιτικές κινήσεις και σχήματα, κ.ά.

Επιπρόσθετα, φαίνεται να συμμερίζονται και να συμπροωθούν τους δύο κύριους ιδεολογικούς βραχίονες, πάνω στους οποίους αναπτύσσεται η εκστρατεία υπέρ της λύσης: Α) Ανάδειξη της ιδέας της Κυπριακότητας, με ταυτόχρονο απογαλακτισμό από τις «μητέρες πατρίδες» και όχημα την καταμήνυση του καταστροφικού ρόλου τους στο Κυπριακό. Β) «Προπαγάνδιση» των πολλαπλών οικονομικών οφελών που θα έχει μια ενδεχόμενη λύση του Κυπριακού για την Κύπρο αλλά και για την ευρύτερη περιοχή, στην προοπτική εμπέδωσης της περιφερειακής σταθερότητας και ανάπτυξης.

Σ’ αυτά τα δύο -και κυρίως στο πρώτο- σημεία, η «εκσυγχρονιστική» και εκσυγχρονισμένη, κοσμοπολίτικη δεξιά του ΔΗΣΥ συναντά τον… εκμοντερνισμένο διεθνισμό του ΑΚΕΛ στον μεταεθνικό αστερισμό της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, αφήνοντας στην άκρη παρελθούσες… αρχαϊκού τύπου αντιπαλότητες. Λίγο ενδιαφέρον έχει, βεβαίως, το γεγονός ότι, η μεθοδευόμενη λύση που είναι a priori καλύτερη από τη μη λύση- φαίνεται να είναι κι αυτήν τη φορά αμερικανοβρετανικής εμπνεύσεως, μιας και θα είναι… κυπριακής ιδιοκτησίας.

Το «απορριπτικό» τόξο
Απέναντι στο μπλοκ της «λύσης εδώ και τώρα», συσπειρώνονται οι δυνάμεις που αντιτάχθηκαν, με σθένος και με απόλυτη συνειδητότητα όσον αφορά την επιλογή τους, στο σχέδιο Ανάν το 2014. Με μια μικρή, πλην, όμως, σημαντική ειδοποιό μετατόπιση, σε σχέση με την τότε εκ μέρους τους απόρριψη του σχεδίου λύσης του Κυπριακού: Την και επισήμως και διακηρυγμένα απόρριψη της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας ως μορφής λύσης του Κυπριακού.

Μετατόπιση, η οποία αφορά το σύνολο σχεδόν των αντιπολιτευόμενων κομμάτων, πλην Δημοκρατικού Κόμματος, το οποίο συνεχίζει να μετεωρίζεται ανάμεσα στην εννοιολογική ασάφεια του όρου και στο περιεχόμενο της λύσης.

Και η οποία, αναντίλεκτα, συνιστά μια προϊούσα ριζοσπαστικοποίηση της θέσης τους στο εθνικό πρόβλημα, καθώς, τώρα, τίθεται υπό ριζική αμφισβήτηση, και εν όλω, το παραδεδομένο κληροδότημα της διαδικασίας επίλυσης του Κυπριακού, με τις θεμελιώδεις θεωρητικές και πραγματολογικές αναφορές του, αλλά και η ίδια η εκτυλισσόμενη διαδικασία. Με αυτόν τον τρόπο, ουσιοποιείται πολιτικά και το πρόταγμα για ριζικό αναπροσανατολισμό εθνικής στρατηγικής στο Κυπριακό και επανατοποθέτηση του εθνικού μας προβλήματος ως προβλήματος εισβολής και κατοχής.
Συνθήκη, που προοιωνίζεται και το ποιόν της στάσης τους απέναντι σε μια ενδεχόμενη συμφωνία λύσης του Κυπριακού, αφού απορρίπτουν συλλήβδην και εκ των προτέρων όλες τις βασικές προκείμενές της.

Παρενέργειες
Η ριζοσπαστικοποίηση αυτή, ωστόσο, δεν είναι χωρίς παρενέργειες, όσον αφορά, τουλάχιστον, τα δύο μεγάλα κόμματα του απορριπτικού τόξου, ΔΗΚΟ και ΕΔΕΚ, καθώς ήδη άρχισαν στο εσωτερικό τους να ηχούν τα όργανα της διαφοροποίησης, με δηλώσεις πίστης στον «ορθολογισμό» της ΔΔΟ και στο αναπότρεπτο της αποδοχής της. Ίδε, όσον αφορά την ΕΔΕΚ, τις δημόσιες τοποθετήσεις του Γιαννάκη Ομήρου αλλά και άλλων στελεχών, όπως ο Σοφοκλής Σοφοκλέους, και, όσον αφορά το ΔΗΚΟ, τη διακηρυγμένη προσήλωση σε λύση ΔΔΟ από τον τέως Πρόεδρο του κόμματος, Μάριο Καρογιάν, αλλά και πληθώρα άλλων στελεχών, που εξακολουθούν να στηρίζουν τους χειρισμούς του Προέδρου της Δημοκρατίας, ενώ και η ηγεσία του ΔΗΚΟ, παρά τους όποιους… ακροβατισμούς ανάμεσα στις λέξεις και τις έννοιές τους, επισήμως δεν εκφεύγει του «κατοχυρωμένου», από τις ιστορικές ηγεσίες του κόμματος, πλαισίου της διζωνικής.

Αμφισημίες και αμφιρρέπειες
Ανάλογες αμφισημίες ή έστω… αμφιρρέπειες παρατηρούνται στον χώρο της αντιπολίτευσης - ιδία στον χώρο του αντιπολιτευόμενου Κέντρου- και όσον αφορά στα θέματα της οικονομικής πολιτικής, με τη διάκριση ανάμεσα σε ριζοσπάστες και μετριοπαθείς να διαπερνά σχεδόν εξολοκλήρου τα δύο μεγάλα κεντρώα κόμματα, αλλά και με προσεγγίσεις, αυτήν τη φορά, που αντιστρέφουν τα πρόσημα της σύμπλευσης και της αντιπολίτευσης προς την Κυβέρνηση. Έτσι, οι δυνάμεις στο Δημοκρατικό Κόμμα που στο Κυπριακό προσφέρουν στήριξη στον Πρόεδρο Αναστασιάδη, σε κάποια θέματα της οικονομίας, και κυρίως αυτό των αποκρατικοποιήσεων, εμφανίζονται να κρατούν αποστάσεις από την κυβερνητική πολιτική, εγείροντας, ενίοτε, αμφισβητήσεις όσον αφορά κυβερνητικές αποφάσεις.

Αντίθετα, η ηγεσία του ΔΗΚΟ, χωρίς να προσχωρεί ανεπιφύλακτα στην οικονομική λογική των κυβερνώντων, δείχνει περισσότερο επιρρεπής στον νεοφιλελεύθερο προσανατολισμό της, προσφέροντας, έστω μετά ηχηρών επικριτικών κλαγγών, στήριξη σε θεμελιώδεις αποφάσεις. Κάτι που πράττει, ασφαλώς, και η λεγόμενη εσωκομματική της αντιπολίτευση.

Εντός, εκτός και επί τα αυτά
Ανάλογες αμφισημίες παρατηρούνται και όσον αφορά πτυχές της εσωτερικής πολιτικής, κυρίως στα θέματα της μεταρρύθμισης των θεσμών, της εκλογικής νομοθεσίας και της επιχορήγησης των κομμάτων, όπου αντιπολιτευόμενοι και συμπολιτευόμενοι αλλάζουν συνεχώς θεσιληψίες, σ’ ένα ευμετάβολο σκηνικό που ενορχηστρώνεται πρωτευόντως με βάση σκοπιμότητες και χρησιμοθηρικές αποβλέψεις.
Έτσι, οι δύο μεγάλοι κομματικοί πόλοι, με μεγάλη ευχέρεια μετατρέπονται σε «συμπολίτευση» όταν πρόκειται για την κατοχύρωση των όρων διαιώνισης της πολιτικής τους ηγεμονίας, βάζοντας στην άκρη ό,τι τους χωρίζει ιδεολογικά ή ό,τι τους ενώνει με τα υπόλοιπα κόμματα.