Η Κύπρος, η Ελλάδα, η Τουρκία και οι Ευρωπαίοι εταίροι
Η Ελλάδα, σε μιαν ανυπέρβλητη αντιπαράθεσή της με την ΕΕ και τη Δύση ευρύτερα, εν προκειμένω προβάλλει την παράσταση μιας ενδεχόμενης συμμαχίας της με τη Ρωσική Ομοσπονδία, πράγμα απολύτως ανεπιθύμητο για τις ΗΠΑ, που καθοδηγούν ακόμη το δυτικό και ευρωπαϊκό στρατόπεδο στη στρατηγική απέναντι στη Ρωσία


Η διαπραγμάτευση αποτελεί το κύριο μέσο, από την εποχή που υπάρχουν ανθρώπινες οργανωμένες κοινωνίες, κλασικές και σύγχρονες κρατικές οντότητες, για την υπέρβαση, την αντιμετώπιση και την επίλυση ενδοκρατικών και διακρατικών συγκρούσεων, κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών αντιθέσεων ή αντιπαραθέσεων. Όταν πρόκειται για διακρατικές αντιθέσεις, συγκρούσεις και κρίσεις, που απειλούν τις σχέσεις κρατών με ένοπλη σύρραξη ή με το ενδεχόμενο της κατάρρευσης κρατών, κρατικών οντοτήτων και ενώσεων κρατών, όπως συμβαίνει σήμερα με το φαινόμενο της σύγκρουσης Ελλάδας - Ευρωπαϊκής Ένωσης ή αντιστοίχως με τη σύγκρουση στην Κύπρο και τη διαπραγμάτευση για την υπέρβαση της κατοχής, εκείνο που γνωρίζουμε από την εποχή του Θουκυδίδη και τη διατύπωση του αξιώματος για το δίκαιο των ισοδυνάμων, είναι πως τα μέρη στη διαπραγμάτευση υπερασπίζονται τα συμφέροντα της κάθε πλευράς και εν προκειμένω το εθνικό συμφέρον, ενώ το πλαίσιο διαπραγμάτευσης δεν πρέπει να είναι άνισο, διότι η ανισότητα οδηγεί σε υποταγή του αδυνάτου κατά νομοτελειακό τρόπο.

Αυτό που συμβαίνει στην Κύπρο σήμερα, δηλαδή εδώ και σαράντα χρόνια, αποτελεί μια κλασική περίπτωση παραβίασης του δικαίου των ισοδυνάμων, καθώς οι συμμετέχοντες στη διαπραγμάτευση είναι άνισοι. Στην περίπτωση αυτή το πάνω χέρι το έχει η Τουρκία, η οποία ελέγχει τον χώρο της Κύπρου διά της κατοχής, η δε ελληνική πλευρά της Κύπρου δεν διαθέτει τα μέσα, που θα έπειθαν την Τουρκία να κάνει τέτοιες υποχωρήσεις, οι οποίες στη σχέση κόστους - οφέλους, θα επέφεραν μια ισορροπία στο διαπραγματευτικό πλαίσιο της κυπριακής υπόθεσης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η τουρκική πλευρά είναι σε θέση, βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα, να επιβάλει την στρατηγική της στο πλαίσιο μιας διαπραγμάτευσης άνισων και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μιας συμφωνίας για το Κυπριακό, η οποία να επιβάλλει εντέλει τους τουρκικούς όρους στο πλαίσιο λειτουργίας ενός νέου κυπριακού κρατικού μορφώματος.

Παράλληλες δράσεις και εξισορρόπηση
Επιστρέφοντας όμως στον Θουκυδίδη, μεγάλο θεωρητικό και πατέρα των διεθνών σχέσεων, υπενθυμίζουμε πως η θεώρησή του περί διαπραγμάτευσης υπογράμμιζε ότι πάντοτε η διαδικασία αυτή θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο μιας σχέσης ισοδυνάμων. Ισοδυναμία εν προκειμένω σημαίνει πως δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει απλά ίση ισχύς εξόφθαλμα παρατηρούμενη και καταγραφόμενη, αλλά κάτι τέτοιο τα μέρη το επιτυγχάνουν αναπτύσσοντας διάφορες παράλληλες δράσεις, που οικοδομούν ή θα μπορούσαν να οικοδομήσουν την ισοδυναμία ή την εικόνα της ισοδυναμίας, όπως είναι οι συμμαχίες για εξισορρόπηση της άλλης πλευράς ή η προβολή κατά τρόπον αξιόπιστο του γεωπολιτικού επιχειρήματος, που σημαίνει πως η χώρα ή ο χώρος δεν είναι μόνο η οικονομία ή οι στατικές προσεγγίσεις των διαφόρων συνιστωσών ισχύος, αλλά παράγοντες που παραπέμπουν στη θέση και στην πολιτική σημασία που έχει η γεωγραφία σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο για τη διεθνή πολιτική.

Για παράδειγμα η Ελλάδα, διαπραγματευόμενη με τους εταίρους, επιχειρεί να αξιοποιήσει τη γεωπολιτική της θέση, που σημαίνει πάντρεμα γεωγραφίας και πολιτικής, όπως είναι για την Ελλάδα η θέση της στο ΝΑΤΟ, την ΕΕ, τη Δύση ευρύτερα, αλλά και η γεωγραφική της θέση στο Αιγαίο, στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, σε μια στιγμή που οι ΗΠΑ και ο δυτικός παράγων συγκρούεται για λόγους απολύτως ανεξήγητους για την πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου με τη Ρωσία για το θέμα της Ουκρανίας.

Πλεονέκτημα διαπραγμάτευσης
Η Ελλάδα, σε μιαν ανυπέρβλητη αντιπαράθεσή της με την ΕΕ και τη Δύση ευρύτερα, εν προκειμένω προβάλλει την παράσταση μιας ενδεχόμενης συμμαχίας της με τη Ρωσική Ομοσπονδία, πράγμα απολύτως ανεπιθύμητο για τις ΗΠΑ, που καθοδηγούν ακόμη το δυτικό και ευρωπαϊκό στρατόπεδο στη στρατηγική απέναντι στη Ρωσία. Αυτό σημαίνει πως η Ελλάδα αποκτά ένα πλεονέκτημα διαπραγμάτευσης, το οποίο όμως πρέπει ταυτόχρονα να το εξισορροπεί και να το ενισχύει με συμμαχίες που διατηρεί ή που θα έπρεπε να αναπτύξει εντός της ΕΕ και της Δύσης ευρύτερα. Η ελληνική διαπραγματευτική θέση ενώ προέβαλε αξιόπιστα -και επομένως έπεισε ότι μπορεί να συμβεί- την πρώτη διάσταση της στρατηγικής της, δηλαδή το ρωσικό γεωπολιτικό επιχείρημα, η αδυναμία οικοδόμησης ενεργών συμμαχιών σε κρατικό επίπεδο για το ελληνικό ζήτημα αποδυναμώνει τη διαπραγματευτική θέση της Ελλάδας εντός ΕΕ.

Το άλλο ζήτημα που τίθεται στη διαπραγμάτευση, σε αυτό που ο Θουκυδίδης ονομάζει δίκαιο των ισοδυνάμων, που σημαίνει ίση ισχύς σε πολλά επίπεδα της διαπραγματευτικής στρατηγικής, είναι το ζήτημα της επιλογής του χρόνου στις διάφορες φάσεις της διαπραγμάτευσης. Ο χρόνος, κατά τον οποίο θα τεθούν τα διάφορα ζητήματα και το πώς θα τεθούν, όχι μόνο σε σχέση με το επιχείρημα, αλλά κυρίως με την ιεράρχηση των επιμέρους στόχων, είναι ζωτικής καμιά φορά σημασίας για την τελική επίτευξη του σκοπού, που είναι η ικανοποίηση του εθνικού συμφέροντος της χώρας. Μια καλή διαπραγμάτευση, δηλαδή μια επιτυχής διαδικασία, οδηγεί εντέλει σε μια εξισορρόπηση συμφερόντων και εν προκειμένω αμοιβαία επωφελή συμφωνία και για τα δύο μέρη.

Δεν γνωρίζουμε εάν ο χρόνος, όπως διαρθρώθηκε στην ελληνική διαπραγματευτική τακτική, έγινε με τη σωστή μεθόδευση, γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν πως η αρχική φάση, αμέσως μετά την εκλογή της κυβέρνησης και την ταχύτατη συμφωνία της συγκυβέρνησης Σύριζα-Ανέλ, θα μπορούσε να τεθεί επιτυχώς με ένα καλά επεξεργασμένο ελληνικό σχέδιο προς τους Ευρωπαίους εταίρους που επιθυμούσαν, όπως φαίνεται, να κλείσουν την υπόθεση του ελληνικού ζητήματος με την υπογραφή της κυβέρνησης Τσίπρα και όχι Σαμαρά, όπως διεφάνη μετά τον Δεκέμβριο. Κάτι τέτοιο, εάν ετίθετο λεπτομερώς και σε όρους πραγματικής αντανάκλασης των ευρωπαϊκών συνθηκών και δεδομένων, θα ήταν ίσως πολύ καλύτερο από αυτά που διεγράφοντο από το περιβόητο μέιλ του Υπουργού Οικονομικών της κυβέρνησης Σαμαρά.

Ανισοδυναμία στην Κύπρο
Παρά ταύτα και δεδομένου ότι η ευρωπαϊκή οικογένεια δεν μπορεί να χάσει χωρίς μεγάλο κόστος την Αθήνα, η οποία αποτελεί συστημικό παράγοντα διακινδύνευσης για όλο τον κόσμο, οι Ευρωπαίοι θα κάνουν έστω την υστάτη ώρα ορισμένες υποχωρήσεις που αφορούν κυρίως στη βιωσιμότητα του χρέους, προκειμένου να αποφευχθεί μια διεθνής αναταραχή, που δεν θα είναι μόνο χρηματιστηριακή, αλλά και ευρύτερα πολιτική. Αυτό είναι το όπλο των Αθηνών, οι οποίες οφείλουν να γνωρίζουν ότι είναι αξιοποιήσιμο, αλλά εντός περιθωρίων, που επιτρέπει η διαπραγματευτική λογική της αμοιβαίας ισορροπίας.

Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, στο οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή αυτής της προσέγγισης, πρέπει να πούμε πως βεβαίως διαφέρει όχι μόνον ως πρόβλημα, αλλά και ως διαπραγματευτικό πλαίσιο, από την ελληνο-ευρωπαϊκή σύγκρουση, αφού η ισοδυναμία εν προκειμένω υφίσταται γιατί και για τους Ευρωπαίους θα ήταν πολύ μεγάλο το κόστος αποτυχίας της διαπραγμάτευσης. Στο Κυπριακό η ανισότητα και η ανισοδυναμία είναι προφανής, το τέλος της διαπραγμάτευσης, αν συνεχιστεί ως έχει, είναι απολύτως προβλέψιμο και θα οδηγούσε στον έλεγχο της Κύπρου από την Τουρκία.

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών, Επικοινωνίας και Πολιτισμού Παντείου Πανεπιστημίου