Τι σχέση έχουν Κύπρος - Ελλάδα σε σχέση με τη διαπραγμάτευση του μνημονίου; Ποιες οι διαφορές; Στο ρινγκ της επικαιρότητας φιλοξενούνται η Σάβια Ορφανίδου, Οικονομολόγος, και το μέλος του Γραφείου Οικονομικών Μελετών ΑΚΕΛ, Χάρης Πολυκάρπου.
ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
- Μπορούν να εξαχθούν οποιαδήποτε συμπεράσματα από τον τρόπο διαπραγμάτευσης της Αθήνας, σε συνάρτηση με τον τρόπο διαπραγμάτευσης της Λευκωσίας;
- Η στάση των Θεσμών έναντι της Αθήνας δεν ερμηνεύεται ως προσκόλληση της ΕΕ στις πολιτικές λιτότητας;
- Μια πιθανή έξοδος από το ευρώ μπορεί όντως να τύχει διαχείρισης, όπως διατείνονται οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, ή θα αποτελεί πραγματικά αχαρτογράφητα νερά;
ΣΑΒΙΑ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ
Οικονομολόγος
· Η διαπραγμάτευση με τους διεθνείς δανειστές διαφέρει μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας γιατί: Πρώτον, οι δύο χώρες βρίσκονται σε μνημόνιο για διαφορετικούς λόγους, συνεπώς η αντιμετώπιση είναι διαφορετική. Στην Κύπρο, το πρόβλημα ήταν τόσο το τραπεζικό, όσο και τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα, ενώ στην Ελλάδα το πρόβλημα έχει βαθιές δημοσιονομικές και μεταρρυθμιστικές ρίζες. Δεύτερον, στην Κύπρο έχουμε εφαρμόσει το μεγαλύτερο μέρος του μνημονίου πληρώνοντας ακριβά και ήδη βλέπουμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, ενώ η ελληνική οικονομία έχει ακόμη δρόμο να διανύσει για να εξέλθει από την κρίση. Και τρίτον, αυτό που απέμεινε να υλοποιηθεί στην Κύπρο αφορά τις διαθρωτικές αλλαγές που θα έπρεπε να προωθήσουμε εδώ και δεκαετίες, ανεξαρτήτως μνημονίου, για τις οποίες έχουμε επιδείξει την αναγκαία πολιτική βούληση. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, όπου το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να συμφωνήσει στις αναγκαίες τομές για εκσυγχρονισμό. Συνεπώς, εάν πρέπει να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα, αυτά θα πρέπει να είναι από την αξιόπιστη και συνετή διαπραγμάτευση της κυπριακής Κυβέρνησης, που εμπράκτως μας οδηγεί έξω από την κρίση.
· Όπως έχει συμβεί σε όλες τις χώρες σε μνημόνιο, πολιτικές δημοσιονομικής εξυγίανσης ήταν αναγκαίο να επιβληθούν και στην Ελλάδα, για να «νοικοκυρευτούν» τα δημόσιά της οικονομικά, ιδίως λόγω του ανεξέλεγκτου δημοσιονομικού προβλήματος. Είναι αλήθεια ότι ο ελληνικός λαός έχει υποφέρει σε πολύ μεγάλο βαθμό, και δεν υπάρχει, πιστεύω, περιθώριο για περαιτέρω επιβάρυνση των ευάλωτων ομάδων. Όμως, έχω την εντύπωση ότι η προσπάθεια των Θεσμών, τους τελευταίους μήνες, δεν είναι η επιβολή περαιτέρω μέτρων λιτότητας, αλλά μια συμφωνία που να προωθεί μεταρρυθμιστικές και διαρθρωτικές αλλαγές σε νευραλγικούς τομείς, όπως το ασφαλιστικό, τα φορολογικά, σε θέματα αποκρατικοποιήσεων και διαχείρισης των δημόσιων οικονομικών, στοχεύοντας στην κατάργηση πάγιων και αδικαιολόγητων κεκτημένων των προνομιούχων ομάδων. Μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα ανοίξουν τον δρόμο για την πραγματική ανάπτυξη στην Ελλάδα, αλλά και για την εκ βάθρων αλλαγή όλου του κοινωνικού-οικονομικού-πολιτικού συστήματος.
· Κατ' αρχάς, θέλω να τονίσω ότι το λεγόμενο Grexit δεν πρέπει να είναι επιλογή για κανένα! Είναι ένα τραγικό σενάριο, οι συνέπειες του οποίου θα είναι καταστροφικές για τον ελληνικό λαό, αλλά αυτό δυστυχώς δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτό από το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα. Παρ' όλα ταύτα, τα αρμόδια ευρωπαϊκά όργανα έχουν ήδη αρχίσει να προετοιμάζονται για την επόμενη μέρα. Έγκριτοι οικονομικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι άμεσες δυσμενείς επιπτώσεις που θα προκαλέσει στην Ευρωζώνη θα είναι διαχειρίσιμες, καθώς η Ελλάδα έχει εδώ και καιρό πάψει να αποτελεί μεγάλο συστημικό κίνδυνο. Επιπρόσθετα, οι έμμεσες επιπτώσεις που αφορούν το κλίμα εμπιστοσύνης φαίνεται να είναι υπό έλεγχο, καθώς, εδώ και καιρό που συζητείται το ενδεχόμενο του Grexit, οι διεθνείς αγορές δεν έχουν αντιδράσει υπερβολικά. Σε πολιτικό επίπεδο, βεβαίως, το παράδειγμα της Ελλάδας θα αποτελέσει προηγούμενο, και σε μελλοντικές κρίσεις, οι συνέπειες για την Ευρωζώνη ενδεχομένως να είναι χειρότερες. Ευελπιστώ ότι θα εξαντληθούν όλες οι πιθανότητες για να καταλήξουν σε συμφωνία, ούτως ώστε να μην χρειαστεί να βιώσουμε τα χειρότερα.
ΧΑΡΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
Μέλος Γραφείου Οικονομικών Μελετών ΑΚΕΛ
· Θεωρώ ότι διαφαίνονται ισχυρές αντιθέσεις στον τρόπο προσέγγισης κεντρικών ζητημάτων κατά τη διαπραγμάτευση. Για παράδειγμα, η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε το τελευταίο διάστημα να διαπραγματευθεί το ύψος των πρωτογενών πλεονασμάτων. Επεδίωξε να εξασφαλίσει χαμηλότερους στόχους, ώστε να έχει έστω και την ελάχιστη ευελιξία για να διοχετεύσει δαπάνες στην ανάπτυξη και στην κοινωνική πολιτική. Η κυπριακή Κυβέρνηση, από την άλλη, ακολούθησε αντίθετη προσέγγιση. Ενώ διέθετε αυτή την ευελιξία, επιλέγει συνειδητά ν’ αυξάνει τους στόχους των πρωτογενών πλεονασμάτων εις βάρος της αναπτυξιακής δυνατότητας και της ενίσχυσης όσων έχουν ανάγκη στήριξης σήμερα. Η σημερινή εμπειρία της Ελλάδας, ωστόσο, καταδεικνύει το μέγεθος των λανθασμένων χειρισμών που έγιναν. Οι απειλές και τα πολύ στενά χρονικά περιθώρια, που επικαλέστηκε η κυπριακή Κυβέρνηση, καταρρίπτονται σήμερα από την πορεία και τη στάση που τηρεί η ελληνική κυβέρνηση.
· Τόσο η Γερμανία όσο και γενικότερα οι χώρες-δανειστές είναι ξεκάθαρο ότι θέλουν να στείλουν ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα. Δεν θα ανεχθούν καμία παρέκκλιση από τους σκληρούς όρους που οι ίδιες θέτουν, στη βάση και της δικής τους οικονομικής φιλοσοφίας της λιτότητας, έστω και αν πολλές εκ των αντιπροτάσεων της Ελλάδας θα μπορούσαν να βοηθήσουν την ελληνική οικονομία. Αυτή η στάση, ωστόσο, αντιβαίνει θεμελιώδεις αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τις αρχές της αλληλεγγύης και του σεβασμού στις ιδιαίτερες συνθήκες του κάθε κράτους-μέλους. Κάτι που και ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ρομάνο Πρόντι επισημαίνει, λέγοντας σε πρόσφατη συνέντευξή του ότι «η Ευρώπη δεν διαθέτει, πλέον, πολιτική, ούτε ιδέες. Έχει μόνον κανόνες, αριθμητική. Όταν χαρακτήριζα "βλακώδες" το Σύμφωνο Σταθερότητας, ήξερα ότι θα φτάναμε σε αυτό το σημείο. Δεν κυβερνά, κανείς, με την αριθμητική».
· Μια πιθανή έξοδος από το ευρώ μπορεί όντως να τύχει διαχείρισης, όπως διατείνονται οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις ή θα αποτελεί πραγματικά αχαρτογράφητα νερά και ίσως ένα τεράστιο πισωγύρισμα στην αντιμετώπιση της κρίσης; Δεδομένου ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν έχει προηγούμενη εμπειρία, οι όποιες αναλύσεις και εκτιμήσεις γίνονται περιέχουν στο σύνολό τους μεγάλο βαθμό αβεβαιότητας. Για παράδειγμα, για να εκτιμηθεί ο αντίκτυπος της εξόδου μιας χώρας από το ευρώ, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά πόσο αυτή αποτελεί προϊόν κοινής απόφασης των δύο μερών ή μετωπικής τους σύγκρουσης. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η όποια λύση ή συμφωνία επέλθει θα πρέπει να αξιολογηθεί λαμβάνοντας υπόψη τρεις βασικές παραμέτρους. Εάν αυτή μπορεί να καταστήσει το χρέος της χώρας βιώσιμο, αν θα δίνει στη χώρα τη δυνατότητα αναπτυξιακού σχεδιασμού στο μέλλον και αν θα μπορεί επαρκώς να αντιμετωπίσει τα τεράστια κοινωνικά προβλήματα που έχει συσσωρεύσει η οικονομική κρίση των τελευταίων οκτώ χρόνων.
Έκτακτες ειδήσεις
Τα ακίνητα της εβδομάδας




