Σαν «βόμβα» έσκασε τα τελευταία εικοσιτετράωρα η επιβεβαιωμένη και δημοσίως πρόθεση του ΑΚΕΛ, μέσω διαβούλευσης με άλλα κόμματα, να αναστείλει τις ιδιωτικοποιήσεις Ημικρατικών Οργανισμών. Το ενδεχόμενο και μόνο διχάζει την πολιτική ηγεσία. Κάτι που αποτυπώνεται και στο σημερινό «Ρινγκ της επικαιρότητας», στο οποίο διασταυρώνουν τα ξίφη τους οι βουλευτές Μάριος Μαυρίδης του ΔΗΣΥ και Γιώργος Λουκαΐδης του ΑΚΕΛ

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ


· Από τη στιγμή που αποδεδειγμένα, πλέον, δεν προκύπτει εισπρακτική ανάγκη, πρέπει ή όχι να προχωρήσουν οι αποκρατικοποιήσεις;

· Το καθεστώς μιας «κρατικής επιχειρήσεις» από μόνο του σημαίνει και αποτυχία να λειτουργήσει σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον;

· Η ιδιωτικοποίηση δεν μεταφράζεται άμεσα και σε επιδίωξη κέρδους από τον ιδιώτη ιδιοκτήτη; Και με δεδομένο τούτο, θα είναι ή όχι θύμα ο εργαζόμενος πρώτα και ο καταναλωτής στο σύνολό του;

ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

ΜΑΡΙΟΣ ΜΑΥΡΙΔΗΣ
Βουλευτής ΔΗΣΥ


· Πρώτα απ' όλα είναι λάθος να πιστεύουμε ότι δεν προκύπτει εισπρακτική ανάγκη από τις ιδιωτικοποιήσεις για την Κυβέρνηση. Στο μνημόνιο περιλαμβάνεται πρόνοια, η οποία αναφέρει ότι η Κυβέρνηση θα πρέπει να εισπράξει €1,4 δις από τις πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, είτε αυτά είναι ημικρατικοί οργανισμοί είτε οτιδήποτε άλλο. Η πώληση των περιουσιακών στοιχείων κρίνεται απαραίτητη, προκειμένου το δημόσιο χρέος της Κυβέρνησης να μειωθεί σε βιώσιμα επίπεδα. Όπως γνωρίζεται, το δημόσιο χρέος ανέρχεται σήμερα στα €19 δις περίπου, ή 117% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος της χώρας. Για πολλούς οικονομολόγους, όταν το δημόσιο χρέος μιας χώρας είναι υπερβολικά υψηλό, τότε μπορεί να μην είναι βιώσιμο. Ακόμα και αν το δημόσιο χρέος είναι βιώσιμο, η εξυπηρέτησή του είναι δυσβάστακτη και περιορίζει την ανάπτυξη. Σήμερα η Κύπρος ξοδεύει άνω των €600 εκατομμυρίων μόνο σε τόκους, δηλαδή το 3,5% του ΑΕΠ της χώρας ξοδεύεται για τόκους. Συνεπώς, όσο χαμηλότερο είναι το δημόσιο χρέος, τόσο πιο βιώσιμο είναι και οι προοπτικές ανάπτυξης είναι μεγαλύτερες. Σήμερα η χώρα χρειάζεται ανάπτυξη, και οι ενέργειές μας θα πρέπει να στοχεύουν στη δημιουργία ανάπτυξης. Οι ιδιωτικοποιήσεις όμως δεν γίνονται μόνο και μόνο για τη μείωση του δημόσιου χρέους, αλλά και για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων και τη δημιουργία ανταγωνισμού, προς όφελος του καταναλωτή. Οι ξένες επενδύσεις είναι πηγή ανάπτυξης και δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, ενώ ο ανταγωνισμός θα μειώσει τις τιμές, θα αυξήσει τις επιλογές του καταναλωτή και θα βελτιώσει την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών.

· Σίγουρα, ακόμα και οι κρατικοί οργανισμοί μπορούν να λειτουργήσουν σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, εάν λειτουργούν σωστά, με λογικό κόστος και συνετή διαχείριση. Δυστυχώς, όμως, αυτό γίνεται μόνο στη θεωρία. Στην πράξη, ένας οργανισμός που ανήκει στο Δημόσιο έχει περισσότερους εργαζόμενους με υψηλότερες απολαβές, δεν είναι ευέλικτος και τυγχάνει κακής διαχείρισης από τις διοικήσεις. Οι διοικήσεις των ημικρατικών οργανισμών δεν είναι επαγγελματίες αλλά κομματικά στελέχη, οι οποίοι διορίζονται εκεί από την εκάστοτε κυβέρνηση, με μόνο κριτήριο την αφοσίωσή τους στο κόμμα ή στην Κυβέρνηση. Οι ημικρατικοί οργανισμοί επιβιώνουν μόνο όταν λειτουργούν ως μονοπώλια ή καρτέλ με άλλες ιδιωτικές εταιρείες (τηλεπικοινωνίες) και είναι δυστυχώς καταδικασμένοι να καταρρεύσουν όταν λειτουργήσουν σε ανταγωνιστικό περιβάλλον.

· Εξαρτάται από το αν η αγορά είναι ανταγωνιστική. Σε μιαν ανταγωνιστική αγορά το κέρδος του ιδιώτη, αν έχει κέρδος, θα είναι μόλις πιο πάνω από το κόστος του. Ο ιδιώτης αναλαμβάνει ρίσκο για να λειτουργήσει σε μιαν αγορά, και σίγουρα θα θέλει να βγάλει κέρδος. Ο ανταγωνισμός, όμως, θα περιορίσει τα κέρδη του ιδιώτη σε λογικά επίπεδα, ενώ ταυτόχρονα θα προσφέρει τις χαμηλότερες τιμές στον καταναλωτή. Οι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν έχουν να χάσουν τίποτα, αλλά έχουν να κερδίσουν πολλά αν κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Δεν είναι λίγες οι φορές που οι εργαζόμενοι που αξίζουν θέλουν να δουλέψουν σκληρά και να ανελιχθούν, αλλά δεν μπορούν να το κάνουν διότι τα κριτήρια ανέλιξης σε κρατικούς οργανισμούς είναι λανθασμένα και βασίζονται στα χρόνια υπηρεσίας και στις διασυνδέσεις. Απαραίτητη προϋπόθεση για να λειτουργήσουν οι ιδιωτικοποιήσεις είναι να υπάρχει υγιής ανταγωνισμός.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ
Βουλευτής ΑΚΕΛ


· Το ΑΚΕΛ αγωνίζεται ώστε να τερματιστεί αμέσως η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων. Η παραδοχή των κυβερνώντων, ότι το θέμα δεν είναι εισπρακτικό, ενισχύει περαιτέρω τους ισχυρούς λόγους που επιβάλλουν την προστασία του δημόσιου χαρακτήρα αυτών των οργανισμών. Αυτή η παραδοχή αποκαλύπτει ταυτόχρονα την ιδεολογική εμμονή των κυβερνώντων στον παραλογισμό των ιδιωτικοποιήσεων, καθώς και τη συνειδητή παραπλάνηση από τον ΔΗΣΥ και τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, όταν προεκλογικά δεσμευόταν γραπτώς ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις.

· Εμείς δεν προσεγγίζουμε δογματικά το θέμα. Η Cyta κατάφερε, σε ένα εξαιρετικά ανταγωνιστικό περιβάλλον, να διατηρήσει την κερδοφορία της, παρά τις προβλέψεις προ δεκαπενταετίας του Αβέρωφ Νεοφύτου ότι θα κατέρρεε. Υπάρχουν επίσης άλλες παράμετροι που πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπ' όψιν όταν τίθεται θέμα ιδιωτικοποίησης, όπως η αποφυγή δημιουργίας ιδιωτικών μονοπωλίων/ολιγοπωλίων σε νευραλγικής σημασίας τομείς της οικονομίας ή ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Από την άλλη, το «Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου» δεν συντρέχει κανένας λόγος να μην ιδιωτικοποιηθεί. Ο ΔΗΣΥ είναι που δογματικά εμμένει να απαξιώνει και να δαιμονοποιεί οτιδήποτε δημόσιο, και εξιδανικεύει οτιδήποτε ιδιωτικό. Πόσο ορθή είναι η δογματική αυτή προσέγγιση, φαίνεται ξεκάθαρα από το γεγονός ότι οι ημικρατικοί οργανισμοί προσέφεραν πάνω από ένα δις ευρώ στο κράτος τα τελευταία χρόνια με τη μορφή των μερισμάτων. Αντίθετα, η ναυαρχίδα του ιδιωτικού τομέα, οι τράπεζες, προκάλεσαν την οικονομική καταστροφή που σήμερα βιώνει ο τόπος μας. Η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία πολύ απλά επιδιώκει εργολαβικά να κοινωνικοποιεί τις ζημιές των ιδιωτών και να ιδιωτικοποιεί τα κέρδη των δημόσιων οργανισμών. Και στις δύο περιπτώσεις, θύματα είναι οι πολίτες και κερδισμένοι είναι μια χούφτα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα.

· Προφανώς το κέρδος και η μεγιστοποίησή του θα καθορίζει τα βήματα του όποιου ιδιώτη επενδυτή. Αυτό, σε συνθήκες μονοπωλιακές ή ολιγοπωλιακές, θα σημαίνει τα εξής:
- απώλεια από το κράτος επαναλαμβανομένων εσόδων, τα οποία θα μετατραπούν σε κέρδη ιδιώτη, με πιθανότητα να μεταφερθούν στο εξωτερικό. Εννοείται ότι θα κληθεί ο πολίτης να καλύψει με φορολογίες τη διαφορά που θα προκύψει στα έσοδα του κράτους.

· -Ο ιδιώτης επενδυτής, στην προσπάθεια να αυξήσει περαιτέρω τα κέρδη του, θα καθορίσει αυξημένα τέλη για τις προσφερόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, εκμεταλλευόμενος το ολιγοπωλιακό καθεστώς και το καρτέλ που με βεβαιότητα θα δημιουργηθεί. Αυτό το αυξημένο κέρδος και πάλι θα κληθεί να το πληρώσει ο πολίτης.

- Επειδή τα κέρδη δεν θα είναι αρκετά, με βεβαιότητα ο ιδιώτης επενδυτής θα επιχειρήσει να μειώσει στον μέγιστο βαθμό το κόστος του. Απολύοντας προσωπικό, μειώνοντας μισθούς, φοροδιαφεύγοντας και πιθανόν, ανάλογα με το αν υπάρχει και σε ποιον βαθμό ο ανταγωνισμός, υποβαθμίζοντας την ποιότητα των προσφερόμενων υπηρεσιών.

· Το κόστος, σε όλες τις περιπτώσεις, μεταφέρεται όχι μόνο στους εργαζομένους αλλά και πάλι στους πολίτες στο σύνολό τους. Ως καταναλωτές, και ως φορολογουμένους.