Οι εισαγγελείς απαντούν στον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα
Οι εισαγγελείς που χειρίστηκαν τον φάκελο της Αστυνομίας για τις καταγγελίες Ρ. Ερωτοκρίτου απορρίπτουν τους ισχυρισμούς τού τελευταίου ότι δέχθηκαν απειλές από τον Γ. Εισαγγελέα, ενώ σε σχέση με την απόφασή τους, υπογραμμίζουν ότι και η Αστυνομία κατέληξε πως δεν υπάρχουν στοιχεία εναντίον οποιωνδήποτε προσώπων
Παντελώς αβάσιμους και αναληθείς χαρακτηρίζουν εισαγγελείς της Δημοκρατίας τους ισχυρισμούς του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα, Ρίκκου Ερωτοκρίτου, ότι αποφάσισαν να επιληφθούν του ανακριτικού φακέλου της Αστυνομίας, σε σχέση με τις καταγγελίες του κ. Ερωτοκρίτου, κατόπιν απειλών για λήψη πειθαρχικών μέτρων εναντίον τους από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Σε ανακοίνωση που εξέδωσαν, χθες, οι εισαγγελείς απορρίπτουν και τον ισχυρισμό ότι ο φάκελος δεν έτυχε αντικειμενικής και αμερόληπτης εξέτασης, ενώ επανέλαβαν ότι δεν προέκυψε ίχνος μαρτυρίας που να δικαιολογεί την άσκηση ποινικών διώξεων. Υπογραμμίζουν ότι και η Αστυνομία, που διερεύνησε τις καταγγελίες, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή ωφέλημα, το οποίο να εδόθη από ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο».
«Διασώθηκε το κύρος της Εισαγγελίας»
Ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου, αφού ανακοινώθηκαν τα συμπεράσματα πορίσματος ανεξάρτητου ποινικού ανακριτή, που του καταλόγιζε τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων, κατήγγειλε στην Αστυνομία, μεταξύ άλλων, τον Κώστα Κληρίδη για δωροδοκία σε σχέση με την υπόθεση της εταιρείας Providencia. Η Αστυνομία ολοκλήρωσε τη διερεύνηση των καταγγελιών του κ. Ερωτοκρίτου και, ακολουθώντας τη νενομισμένη διαδικασία, απευθύνθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα, ζητώντας οδηγίες για τον περαιτέρω χειρισμό. Ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε να επιληφθούν του φακέλου της Αστυνομίας οκτώ εισαγγελείς - υφιστάμενοί του. Ο Ρίκκος Ερωτοκρίτου κάλεσε τους εισαγγελείς να αρνηθούν, επικαλούμενος ζητήματα δεοντολογίας. Εν τέλει δύο εισαγγελείς απήχαν της διαδικασίας, ενώ οι υπόλοιποι έξι αξιολόγησαν τον φάκελο της Αστυνομίας και έκριναν πως δεν προκύπτουν οποιαδήποτε ποινικά αδικήματα εναντίον οποιωνδήποτε προσώπων.
Αντίξοες οι συνθήκες στη Νομική Υπηρεσία
«Πιστεύουμε ότι, η εκτέλεση εκ μέρους μας των οδηγιών του Γενικού Εισαγγελέα, όχι μόνο δεν έπληξε το κύρος της Νομικής Υπηρεσίας, αλλά συνέτεινε στο να το διασώσει, αποδεικνύοντας ότι εκτελούμε στο ακέραιο το καθήκον μας υπό αντίξοες και απαράδεκτες συνθήκες, υπό τις οποίες εδώ και αρκετό καιρό όλοι οι Λειτουργοί της Νομικής Υπηρεσίας αναγκάστηκαν να λειτουργούν», αναφέρεται σε σχετική ανακοίνωση των εισαγγελέων. Οι εισαγγελείς, οι οποίοι υπηρετούν στην, αμέσως μετά τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ανώτατη θέση της ιεραρχίας της Νομικής Υπηρεσίας, αναφέρουν ότι η απόφασή τους βρέθηκε στο επίκεντρο δημόσιας συζήτησης.
«Σκοπός της παρούσας ανακοίνωσής μας δεν είναι να εμπλακούμε στη δημόσια αυτή συζήτηση, ούτε σε δημόσιο διάλογο ή αντιπαράθεση επί των ενεργειών και των αποφάσεών μας», συμπληρώνεται. Προστίθεται ότι «οι ισχυρισμοί αυτοί είναι παντελώς αβάσιμοι και αναληθείς», ενώ ακολούθως αναφέρεται ότι οι εισαγγελείς ακολούθησαν «τις καθ' όλα νόμιμες οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα, στην απουσία οποιασδήποτε νομικά/συνταγματικά προσφερόμενης εναλλακτικής λύσης και θεωρήσαμε ότι είχαμε υποχρέωση και καθήκον να τις εκτελέσουμε».
Δεν βρήκε τίποτα ούτε η Αστυνομία
«Το πράξαμε με πάσα αμεροληψία και αντικειμενικότητα», συνεχίζει η ανακοίνωση, συναισθανόμενοι πλήρως το βάρος της ευθύνης που μας βάραινε, αλλά και την ιδιάζουσα κατάσταση, στην οποία βρεθήκαμε, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ήταν ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και οι καταγγελίες στρέφονταν εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα και άλλων προσώπων. «Απόδειξη τούτου είναι, μεταξύ άλλων, η αυτοεξαίρεση δύο εκ των εισαγγελέων λόγω του γεγονότος ότι είχαν δώσει κατάθεση στην εν λόγω υπόθεση και είχαν ιδία γνώση κάποιων εκ των γεγονότων», προστίθεται.
Οι εισαγγελείς αναφέρουν, επίσης, πως η κατάληξή τους ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ήταν αβάσιμοι και ατεκμηρίωτοι, ήταν απόρροια της αντικειμενικής τους κρίσης στη βάση του συνόλου του μαρτυρικού υλικού που τέθηκε ενώπιόν τους, από το οποίο δεν προέκυπτε ίχνος μαρτυρίας που να δικαιολογούσε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης. Συμπληρώνουν ότι η Αστυνομία, στην έκθεσή της, με την οποία ζητούσε από τον Γενικό Εισαγγελέα νομική συμβουλή σε σχέση με πιθανές περαιτέρω ενέργειες, κατέληγε και η ίδια στο συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή ωφέλημα, το οποίο να εδόθη από ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο».
Εγγραφή θέματος στη Βουλή
Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας Ρίκκος Ερωτοκρίτου ζητά από τον Πρόεδρο της Βουλής Γιαννάκη Ομήρου να εγγράψει θέμα συζήτησης στη Βουλή σχετικά με τη διαδικασία που ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ακολούθησε για την εξέταση των εναντίον του καταγγελιών. Όπως αναφέρει σε επιστολή που απέστειλε χθες στον Πρόεδρο της Βουλής Γιαννάκη Ομήρου και κοινοποίησε στον Πρόεδρο της Επιτροπής Θεσμών, Νίκο Νικολαΐδη, ο φάκελος της υπόθεσης, «αντί να τύχει εξέτασης αντικειμενικά και με αμεροληψία, με το να ζητήσει ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας από το Υπουργικό Συμβούλιο, με βάση το Άρθρο 4 της Ποινικής Δικονομίας, Κεφ. 155, τον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών για να ερευνηθεί το παράπονο εναντίον του, ή τουλάχιστον να αναθέσει σε ανεξάρτητο/ους, ιδιώτη/τες δικηγόρο/ους την έρευνα χωρίς την εμπλοκή της Νομικής Υπηρεσίας, ενήργησε ακριβώς αντίθετα.
Αντί των πιο πάνω», συνεχίζει ο κ. Ερωτοκρίτου στην επιστολή του, «επικαλούμενος κώλυμα για τον εαυτόν του, να εξετάσει ο ίδιος τις πιο πάνω κατηγορίες, αφού τον αφορούσαν ως κατηγορούμενο, ανέθεσε σε υφιστάμενούς του εισαγγελείς, την εξέταση των εναντίον του καταγγελιών, με φυσιολογικότατη κατάληξη την απαλλαγή του από τις κατηγορίες και το κλείσιμο του φακέλου». Ο κ. Ερωτοκρίτου αναφέρει πως για να ερευνηθούν τα εναντίον του ισχυριζόμενα παραπτώματα ή και πράξεις, ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας διόρισε τρεις ποινικούς ανακριτές και τέσσερις ιδιώτες δικηγόρους εκτός της Νομικής Υπηρεσίας. «Ενώ, για την εναντίον του υπόθεση (του Γενικού Εισαγγελέα), ακολούθησε την πιο πάνω αδιαφανή, και παραβιάζουσα την αρχή του κράτους δικαίου, διαδικασία», προσθέτει.
Καταλήγοντας, απευθύνει παράκληση στον κ. Ομήρου όπως εγγραφεί σχετικό θέμα προς συζήτηση στη Βουλή, με κεντρικό άξονα το ερώτημα τού «κατά πόσον η ανάθεση των πιο πάνω κατηγοριών εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τον ίδιο τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, που ευρίσκοντο μέσα στον αστυνομικό φάκελο που παραδόθηκε στον ίδιο και εξετάστηκαν με οδηγίες του, από υφιστάμενούς του εισαγγελείς, συμβαδίζει με τις αρχές του κράτους δικαίου, τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της αντικειμενικότητας και της αμεροληψίας, στη διερεύνηση ποινικών υποθέσεων». Ο Πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων, Γιαννάκης Ομήρου, ερωτηθείς χθες το μεσημέρι για τις ενέργειες του Κοινοβουλίου σε σχέση με την επιστολή που του απέστειλε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Ρίκκος Ερωτοκρίτου, ανέφερε ότι δεν παρέλαβε ακόμα την επιστολή. Πρόσθεσε ότι όταν την παραλάβει και τύχει γνώσης για το περιεχόμενό της, θα είναι σε θέση να τοποθετηθεί.
Θεσμικό κώλυμα στην αξίωση Ρίκκου
Η ΑΞΙΩΣΗ του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα Ρίκκου Ερωτοκρίτου να συζητηθούν οι χειρισμού του Γενικού Εισαγγελέα σε ποινική υπόθεση φαίνεται να προσκρούει σε θεσμικά ζητήματα. Σύμφωνα με πληροφορίες, που μετέδωσε χθες το Sigmalive, σε πρόσφατη άτυπη συζήτηση μεταξύ των μελών της Επιτροπής Νομικών της Βουλής ηγέρθη ο προβληματισμός κατά πόσον το Κοινοβούλιο νομιμοποιείται να ασκήσει κοινοβουλευτικό έλεγχο στη Νομική Υπηρεσία. Τα μέλη της Επιτροπής, στο πλαίσιο της άτυπης συζήτησης, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η Βουλή δεν έχει τη δικαιοδοσία άσκησης ελέγχου στη Νομική Υπηρεσία διότι εγείρεται, ενδεχομένως, θεσμικό ζήτημα, αφού η Νομική Υπηρεσία είναι ανεξάρτητος θεσμός.
Πάντως, το Sigmalive έθεσε το ερώτημα, «γιατί η Βουλή δεν μπορεί να ασκήσει έλεγχο στη Νομική Υπηρεσία, αφού τα ζητήματα της Κεντρικής Τράπεζας τέθηκαν ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών και δεδομένου ότι η Κεντρική Τράπεζα είναι ανεξάρτητος θεσμός;». Η απάντηση είναι ότι «η Επιτροπή Θεσμών εξέτασε το θέμα της Κεντρικής Τράπεζας από πλευράς θεσμικών ευθυνών που προέκυψαν για το τραπεζικό σύστημα και ειδικότερα μετά τους νόμους, που ψήφισε η Βουλή για την εξυγίανση και την κρατική συμμετοχή στις τράπεζες και άρα οι δύο περιπτώσεις δεν είναι όμοιες». Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε στην ιστοσελίδα, η εγγραφή του θέματος μπορεί να γίνει μόνο από βουλευτή.




