Σκέψεις με αφορμή την Ημέρα της Ευρώπης στις 9 Μαΐου

Από τη βαρβαρότητα του homo bellator και του homo economicus στην αναζήτηση του homo europaeus

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΣ ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών στην εξέλιξη των ευρωπαϊκών ζυμώσεων, με έντονη παρά ποτέ την ανάγκη ενημέρωσης, κριτικής σκέψης και ενεργής συμμετοχής στις εξελίξεις


Με αφορμή την Ημέρα της Ευρώπης, που εορτάζεται κάθε έτος στις 9 Μαΐου στα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρατίθενται μερικές σκέψεις που υπομιμνήσκουν την ουσία του ευρωπαϊκού πολιτισμού και την ανάγκη υποστήριξης και προσαρμογής της ευρωπαϊκής ιδέας στις συνθήκες του 21ου αιώνα, ως συμβολή στον δημόσιο διάλογο. Στο πλαίσιο αυτό, θα χρειαστεί μία μικρή υπέρβαση από τον homo bellator, των ατελείωτων εμφύλιων συρράξεων που κυριάρχησαν στο μεγαλύτερο μέρος της ευρωπαϊκής ιστορίας ώς τα μέσα του 20ού αι. και τον σημερινό homo economicus των οικονομικοτεχνικών ζυμώσεων στην αναζήτηση του homo europaeus, ώστε να μη χαθούμε στην πορεία σε ένα δύσβατο δάσος εξαιτίας πυκνών δέντρων και αγκαθωτών θάμνων.

Ας μην φανεί ανοίκεια η αναγωγή από τη στενή τεχνοοικονομική και πολιτική θεματική που κυριαρχεί σήμερα, στην κυκλοφορία των ιδεών στο πολύ ευρύτερο πολιτισμικό, εντέλει πολιτικό με την αρχαιοελληνική σημασία του όρου, επίπεδο. «Χωρίς το πνεύμα του Θουκυδίδη ίσως ο Θερβάντες να μην είχε γράψει ποτέ τον Δον Κιχώτη του. Χωρίς τον Ηρόδοτο ο Κάφκα μοιάζει ξεκρέμαστος. Η ανάσα της Αθήνας, έτσι όπως τη ρύθμισε η Ρώμη, υπήρξε η ανάσα μιας παράλληλης πορείας που παρακολούθησε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό ώς τον 20ό αιώνα.

Αυτή έδινε τον ρυθμό στην ευρωπαϊκή ευαισθησία, αυτή προγραμμάτισε τη μεγάλη πορεία της καλλιτεχνικής και συγγραφικής δημιουργίας που κάλυπτε την Ιστορία με τη θαλπωρή της σκιάς της. Οι Άραβες διάβασαν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, όμως δεν κατάλαβαν ποτέ τον Ευριπίδη ή τον Φειδία. Και τώρα που η ανάσα της Αθήνας και της Ρώμης ακούγεται λαχανιασμένη, η Ευρώπη έχει χάσει τον ρυθμό της, τρικλίζει παραπαίοντας στα όρια της κατάθλιψης, της πλήξης που αναδίδει η γραφειοκρατία των Βρυξελλών», έγραφε το 2006 ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Τάκης Θεοδωρόπουλος. Πρόσθετε μία παρατήρηση που ακούγεται τόσο επίκαιρη:

«Αν είναι κάτι που με τρομάζει στη σημερινή Ευρώπη, δεν είναι η πλήξη των Βρυξελλών, ούτε η θεαματική αδυναμία των πολιτικών της. Είναι η συστηματική αποδυνάμωση των πολιτιστικών της αντισωμάτων, η απονέκρωση μιας ευαισθησίας η οποία, ώς τον 20ό αιώνα, συνόδευε την ύπαρξή της» (Με την ανάσα της Αθήνας και της Ρώμης, Αθήνα, Ωκεανίδα, 2006)

Ο Γάλλος διανοούμενος Albert Camus (1913-1960), υπέρμαχος της δημιουργίας των «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης» -ιδέα που θα τον κατέτασσε στους μετέπειτα «φεντεραλιστές»- υποστήριζε σε ομιλίες και κείμενά του τη δεκαετία του 1950 πως ο ευρωπαϊκός πολιτισμός έπρεπε «να ξαναστηθεί» μεταπολεμικά, γιατί «η βαρβαρότητα δεν είναι ποτέ προσωρινή» και πως μία ομοσπονδιακή Ευρώπη θα ήταν η σωτήρια λύση αποτροπής νέων πολέμων και εξτρεμισμών.

Ο Camus, προσκεκλημένος σε διάλεξη-συζήτηση στρογγυλής τραπέζης για το «Μέλλον του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού», την οποία διοργάνωσε ο Άγγελος Κατακουζηνός και ηχογράφησε ο Ανδρέας Εμπειρίκος, στις 28 Απριλίου 1955 στο Γαλλικό Ινστιτούτο της Αθήνας, σημείωνε πως τα τραύματα του πολέμου ήταν ακόμη πολύ νωπά και υπερβολικά οδυνηρά για τους λαούς της Ευρώπης, συνιστώντας προσκόμματα σε μία συλλογική προσπάθεια υπέρβασης μνησικακιών και της μοιραίας λέξης «κυριαρχία», η οποία βάζει τρικλοποδιές στη διεθνή ιστορία.

Ο ίδιος αναδείκνυε τον πλουραλιστικό χαρακτήρα και τη ζωντανή διαλεκτική ως θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτισμού, και πρέσβευε τον απώτερο στόχο της συνάντησης και ανάμιξης των «περιπλανώμενων αξιών» στις χώρες της Ευρώπης, ώστε αυτές οι αξίες να καταστούν «γόνιμες και γονιμοποιές συνάμα». Ο Camus σημείωνε χαρακτηριστικά: «…πρέπει να αγωνιστούμε για να κατορθώσουμε να υπερνικήσουμε αυτά τα εμπόδια και να φτιάξουμε την Ευρώπη, επιτέλους την Ευρώπη όπου το Παρίσι, η Αθήνα, η Ρώμη, το Βερολίνο θα είναι οι κεντρικοί νευρώνες μιας Αυτοκρατορίας της μέσης οδού, θα τολμούσα να πω, και που, κατά κάποιον τρόπο, θα μπορέσει να παίξει τον ρόλο της στην ιστορία του αύριο» (Αλμπέρ Καμύ, Το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη, 2015).

Σε όλη τη μεταπολεμική διανόηση που φθάνει ώς τις μέρες μας, είναι πολλές οι φωνές διανοούμενων, συχνά διαφορετικών σχολών, που καλούνται να «γυρίσουν τον τροχό της ιστορίας» -όπως θα έλεγε και ο Camus-, και να συμβάλουν στη θεμελίωση της ουσιαστικής επικοινωνίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης και δομών, πάνω στις ουμανιστικές αρχές, όπως σημειώνει και ο Θεοδωρόπουλος. Αφετηρία της σκέψης τους είναι η πίστη σε μία ευρωπαϊκή πολιτιστική ενότητα και απώτερος στόχος είναι η έκφραση αυτής της ενότητας μέσω των θεσμών και της κοινωνίας των πολιτών.

Στο ίδιο πνεύμα για το μέλλον του ευρωπαϊκού πολιτισμού κινείται και ο διανοητής Κορνήλιος Καστοριάδης (1922-1997), η σκέψη του οποίου επαναπροβάλλεται εν μέσω της σημερινής κρίσης αξιών και ταυτότητας (Le Magazine Litt?raire, no 548, Oct. 2014, pp 26-28). Με προφητική διαύγεια σημείωνε δεκαπέντε χρόνια πριν: «Οι εναλλακτικές δυνατότητες που διαγράφονται για το μέλλον είναι δύο:

Είτε οι Δυτικοί αποκτούν ξανά την πολιτική και πνευματική τους δημιουργικότητα και γίνονται ικανοί να επηρεάσουν αποφασιστικά μια γόνιμη επαφή ανάμεσα στην ευρωπαϊκή παράδοση και τις άλλες κουλτούρες (κάτι τέτοιο μπορεί βεβαίως να ξεκινήσει και από τον μη δυτικό κόσμο). Είτε όλος ο κόσμος σκλαβώνεται όλο και περισσότερο από την αυτονομημένη πορεία της τεχνοεπιστήμης και της οικονομικής ανάπτυξης για την οικονομική ανάπτυξη. Και τότε, με κανένα τρόπο, δεν θα μπορέσει να αποφευχθεί η εξάπλωση της πιο εφιαλτικής ουτοπίας» (Τέτα Παπαδοπούλου (επιμ.), Tου Κορνήλιου Καστοριάδη, Αθήνα, Πόλις, 2000).

Σημαντικός είναι ο ρόλος της κοινωνίας των πολιτών στην εξέλιξη των ευρωπαϊκών ζυμώσεων, με έντονη παρά ποτέ την ανάγκη ενημέρωσης, κριτικής σκέψης και ενεργής συμμετοχής στις εξελίξεις. Άλλωστε, ο γνωστός Έλληνας συνταγματολόγος και διανοητής Δημήτρης Θ. Τσάτσος (1933-2010) τόνιζε στις δημόσιες παρεμβάσεις και τα γραπτά του, αρχές της δεκαετίας του 2000, πως «είναι διπλή η ιδιοσυστασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως ιστορικού χώρου.

Η μία συνιστώσα της είναι εκείνη της πολιτιστικής ομοιογένειας και των κοινών ιστορικών δεδομένων, που υπαγορεύει και την ενοποιητική διαδικασία - η άλλη συνιστώσα είναι εκείνη της Ευρώπης που γέννησε το κρατικό φαινόμενο, δηλαδή την έννοια του κράτους, ως θεσμικής αποκρυστάλλωσης των εθνικών πολιτισμών. Γι’ αυτό ακριβώς η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να νοηθεί, παρά τόσο ως ένωση λαών όσο και ως ένωση κρατών» (Ευρωπαϊκή συμπολιτεία: Για μια ένωση λαών με ισχυρές πατρίδες, Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2001).

Το ευρωπαϊκό όραμα παραμένει ζωντανό εν μέσω αντίξοων συνθηκών, που δεν θα πρέπει να απογοητεύουν. Η επίτευξη της «οικουμενικής Ευρώπης», όρος που χρησιμοποίησε μεταπολεμικά, μεταξύ άλλων, ο Φάλλος δημοσιογράφος Bernard Voyenne (Petite histoire de l’id?e europ?enne, 2. edition, Paris, 1954) δεν είναι ουτοπική, εφόσον υπάρχει η κατάλληλη συλλογική βούληση και προσανατολισμός.

Ο Voyenne είχε επιχειρήσει μάλιστα μία λιτή περιγραφή του homo europaeus, απορρίπτοντας στενά κριτήρια -όπως την ακριβή θέση στον χάρτη, τη φυλή ή τη γλώσσα- η οποία μετά από 60 χρόνια είναι ιδιαίτερα επίκαιρη. Έγραφε πως αυτό που καθιστά κάποιον Ευρωπαίο είναι ένας ιδιαίτερος πνευματικός πυρετός, ένα πάθος για την περιπέτεια και την οργάνωση, μία έμφυτη περιέργεια, μία εσωτερική ανησυχία, είναι ο Οδυσσέας των ομηρικών επών, που ψάχνεται και καθοδηγεί σταθερά το πλεούμενο της ύπαρξης στα νερά της εξέλιξης σήμερα.

Ο Τσάτσος, πολλές δεκαετίες μετά τον Voyenne, εν μέσω των διεργασιών για τη Συνθήκη της Νίκαιας και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, συμπλήρωνε ότι η ευρωπαϊκή ταυτότητα κάθε άλλο παρά στατική και δεδομένη είναι. Αυτή θα πρέπει να αναζητείται συνεχώς με διαφανείς διαδικασίες, καθώς πρόκειται για «μια ταυτότητα που θα υπόκειται πάντοτε σε δημοκρατικές αμφισβητήσεις, θα στηρίζεται σε συναινέσεις που θα ανακύπτουν από τη σύγκρουση των ιδεών, μια ταυτότητα που θα είναι αντικείμενο μόνιμου διαλόγου, ακριβώς διότι θα βρίσκεται σε αέναη ιστορική εξέλιξη».

Η κριτική της ουτοπίας

Στις έντονες αμφισβητήσεις για το εφικτό ή μη εντέλει της ευρωπαϊκής ιδέας στη μετανεωτερική πραγματικότητα του 21ου αιώνα, ο πρώιμος θιασώτης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης Richard Coudenhove-Kalergi (1894-1972) δήλωνε: «Εναντίον της Ευρώπης ορθώνεται η κριτική της ουτοπίας… Η απάντηση είναι εύκολη: Όλα τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα άρχισαν σαν ουτοπία και κατέληξαν σε πραγματικότητα» (Θεόδωρος Χριστοδουλίδης, Από την Ευρωπαϊκή Ιδέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Η ιστορική διάσταση του ευρωπαϊκού εγχειρήματος, 1923-2004, Αθήνα, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, 2001).

Άμοιροι ευθυνών, παράλληλα με τους πολιτικούς και τους πολίτες, δεν είναι και οι διανοούμενοι. Στο τεύχος του Μαρτίου ’15 η γαλλική επιθεώρηση «Le Magazine Litt?raire» (no 553, pp. 84-113) προβάλλει ένα αφιέρωμα στην αφύπνιση του ευρωπαϊκού πνευματικού κόσμου για την αντιμετώπιση της πολυεπίπεδης κρίσης και του κύματος ευρωσκεπτικισμού. Αναφέρεται πως στις μέρες μας κυκλοφορούν λαμπρές μεμονωμένες αναλύσεις, αλλά απουσιάζει η αναγκαία σύνθεση και η ενεργή εμπλοκή της πανεπιστημιακής κοινότητας στον δημόσιο διάλογο σε όλη την Ευρώπη. Ας μην εγκαταλείψουμε τον homo europaeus!

ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΛΑΜΠΡΟΥ
Δρ Πολιτιστικής Πολιτικής, Διαχείρισης και Επικοινωνίας,
Σύμβουλος Τύπου & Επικοινωνίας Α΄