Αυτό που βιώνουμε ως Ελληνισμός ευρύτερα και ως «ευημερούσα» Δύση είναι το προϊόν δύο μεγάλων εξελίξεων. Η πρώτη είναι η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και η κατάρρευση της παγκόσμιας διπολικής ισορροπίας
Οι χώρες της Μεσογείου, Ελλάδα, Κύπρος, Ιταλία, Ισπανία βιώνουν ιδιαίτερα τις τελευταίες ημέρες τη μεγαλύτερη σύγχρονη τραγωδία της ανθρωπότητας, όπου η αγαπημένη θάλασσα της Μεσογείου γίνεται ο υγρός τάφος χιλιάδων ανθρώπινων ψυχών, που παλεύουν με τα κύματα και τα φαινόμενα της φύσης, αναζητώντας απεγνωσμένα στην άγνωστη και αφιλόξενη εν πολλοίς γη της Δύσης νέες πατρίδες, νέα λιμάνια ζωής και μέλλοντος.
Η καταστροφή και η τραγωδία δεν συνίστανται όμως μόνο στον άδικο θάνατο των χιλιάδων ανηλίκων και ενηλίκων ανθρώπων της Εγγύς και Μέσης Ανατολής και της Βορείου Αφρικής, που φοβισμένοι και καταδιωκόμενοι έφυγαν από τις εστίες τους, υποταγμένοι στη μοίρα μιας διαρκούς σφαγής και ενός πολέμου, ο οποίος είναι ακήρυκτος και διαρκείας, αλλά στο γεγονός ότι ουδείς μπορεί να προβλέψει ούτε κατά προσέγγιση το τέλος αυτής της τραγωδίας, το τέλος αυτής της φυγής.
Είναι γνωστό πως οι συνέπειες των μεγάλων ιστορικών ανακατατάξεων στην πορεία της ανθρωπότητος, αυτών των μεγάλων αλλαγών του παγκόσμιου συστήματος, είτε αφορούσαν σε άνοδο ή πτώση αυτοκρατοριών, είτε σε αρχή ή τέλος πολέμων, σε καθεστωτική κατάρρευση περιοχών ζωτικής σημασίας για τη διεθνή πολιτική, δεν αποτυπώνονταν μόνο στους νεκρούς και στη δυστυχία ως άμεσα αποτελέσματα των διάφορων γεγονότων και αλλαγών, αλλά σηματοδοτούσαν, ακριβώς εξαιτίας των μεταβολών αυτών στη διεθνή πολιτική, και μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών, που αναζητούσαν νέες πατρίδες, που θα μπορούσαν να τους προσφέρουν το θείο δώρο της επιβίωσης και της απαλλαγής από τον φόβο του θανάτου ή των επιπτώσεων ενός πολέμου.
Αυτό που βιώνουμε σήμερα ως Ελλάδα, Κύπρος, ως Ελληνισμός ευρύτερα και ως «ευημερούσα» Δύση είναι το προϊόν δύο μεγάλων εξελίξεων. Η πρώτη είναι η πτώση της Σοβιετικής Ένωσης και η κατάρρευση της παγκόσμιας διπολικής ισορροπίας που σηματοδοτούσε μια διεθνή σταθερότητα και ασφάλεια, πρωτοφανή για την Ευρώπη και τον κόσμο του 20ού αιώνα. Η δεύτερη συνδέεται εμμέσως πλην σαφώς με την πρώτη εξέλιξη και αφορά στο μονοπώλιο της παγκόσμιας δύναμης και ηγεμονίας, τουλάχιστον για τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια που ακολούθησαν την πτώση του σοβιετικού ιμπέριουμ το 1991 και που αναφέρεται στην ανάληψη της παγκόσμιας διακυβέρνησης από μια ιστορικά ανώριμη ηγεμονική δύναμη, τις ΗΠΑ, των οποίων τις λαθεμένες επιλογές πολεμικής επέμβασης πληρώνουμε όλοι εμείς σήμερα.
Πιο συγκεκριμένα, οι δύο πόλεμοι εναντίον του Ιράκ με στόχο τη διάλυση ενός καθεστώτος σταθερότητος, αυτού του Σαντάμ Χουσέιν, οι δύο πόλεμοι εναντίον του Αφγανιστάν, γνωστού όντος ότι αυτή η χώρα για τους δικούς της εσωτερικούς, πολιτισμικούς και γεωγραφικούς λόγους δεν είναι δυνατό να κατακτηθεί και να κυριαρχηθεί πλήρως (ο μόνος που μπόρεσε να την κατακτήσει και να την υποτάξει ήταν ο Μέγας Αλέξανδρος), ο πόλεμος εναντίον της Γιουγκοσλαβίας και ιδιαίτερα της Σερβίας για να δημιουργηθούν δύο κρατίδια που κυβερνώνται από τη μαφία ή τον διεθνή παράγοντα (Κόσσοβο και Βοσνία), ο πόλεμος εναντίον της Λιβύης, από την οποία προέρχονται σήμερα χιλιάδες πρόσφυγες, ένας πόλεμος που έγινε στο πλαίσιο του ανταγωνισμού συμφερόντων των εταιρειών πετρελαίου, ο πόλεμος εναντίον της Συρίας, ο οποίος εξέθρεψε τους τζιχαντιστές για να διαλύσει και αυτός ένα καθεστώς σταθερότητας και να μετακινήσει ένα πληθυσμό που ζούσε με ασφάλεια, αξιοπρέπεια -που μπορεί να μην ήταν πλούσιος, αλλά ήταν ευτυχής εκεί που ζούσε-, αυτοί όλοι οι πόλεμοι και οι δραματικές εξελίξεις οδήγησαν στη σημερινή τραγωδία της μετακίνησης εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων προς τον δυτικό κόσμο.
Η κοντόφθαλμη αυτή πολιτική του δυτικού παράγοντα, στην οποία συμμετείχαν και ευρωπαϊκές δυνάμεις -και η οποία συνεχίζεται σήμερα στην Ουκρανία- είχε στην περίπτωση των χωρών της Μέσης Ανατολής ως στόχο της -άκουσον, άκουσον- την εμφύτευση της δημοκρατίας σε αυτές τις χώρες και όπου φυσικά αντί δημοκρατίας χάθηκε η σταθερότητα και έχουμε σήμερα τη διάλυση - κάτι που θα το προέβλεπε, εάν ερωτάτο, οποιοσδήποτε πολιτικός αναλυτής που γνωρίζει ιστορία. Σήμερα αυτή η πολιτική εκδηλώνει τα αποτελέσματά της, δηλαδή τη μετακίνηση εκατοντάδων χιλιάδων απελπισμένων και εξαθλιωμένων ανθρώπων από τις εστίες τους, όπου η κόλαση είναι η πραγματικότητα, προς τον άγνωστο προορισμό της Δύσης και με πρώτο σταθμό την Ελλάδα.
Αυτό σημαίνει πως η ίδια η Δύση, οι ΗΠΑ και οι μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, που προκάλεσαν με τις ατυχείς τραγικές επιλογές τους αυτές τις καταστροφές στο Ιράκ, στη Συρία, στη Λιβύη, στο Αφγανιστάν, θα πρέπει να αναλάβουν την περίθαλψη αυτών των ανθρώπων, των δυστυχισμένων και των απελπισμένων και να φροντίσουν να αποκαταστήσουν την ειρήνη και την ασφάλεια στις χώρες τους για να πάνε πίσω, να επιστρέψουν εκεί που είναι η κουλτούρα, ο πολιτισμός και οι ρίζες τους.
Αν δεν δράσουν τώρα θα αδειάσει η Μέση Ανατολή από εκατομμύρια φοβισμένους ανθρώπους. Ο πόλεμος και η δυστυχία δεν θα σταματήσουν εκεί, αλλά θα μεταφερθούν παντού, ιδιαίτερα δε στην Ευρώπη και στα κράτη της Δύσης, που θα αντιμετωπίζουν την πρόκληση του πολέμου στη Μέση Ανατολή και της διαρκούς μετακίνησης των κολασμένων από αυτές τις περιοχές. Επομένως ο δυτικός κόσμος, οι μεγάλες δυνάμεις της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής, συμπεριλαμβανομένων της Μόσχας και του Πεκίνου, πρέπει να εκπονήσουν από κοινού ένα πρόγραμμα αποκατάστασης της ειρήνης και της ασφάλειας στη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική, της εξάλειψης του φαινομένου των τζιχαντιστών και της αποκατάστασης της σταθερότητας σε αυτή την κρίσιμη περιοχή του κόσμου.
Εάν δεν συμβεί αυτό, εάν δεν μπορέσουν να αντιμετωπίσουν επιτυχώς τις νέες μορφές ολοκληρωτικής βίας, οι οποίες βρίσκονται σε ανάπτυξη παντού, τότε η Ευρώπη και η Δύση όχι μόνο θα αλλοιωθούν πληθυσμιακά και από πλευράς κουλτούρας και πολιτισμού, όχι μόνο θα ανατραπούν οι ισορροπίες σε μια γεωστρατηγικά κρίσιμη περιοχή του κόσμου, όπως είναι η Μέση Ανατολή, αλλά θα αναπτυχθούν στους κόλπους των ευρωπαϊκών χωρών κοινωνικές δυνάμεις σύγκρουσης και αντιπαράθεσης, οι οποίες θα είναι ανεξέλεγκτες, και των οποίων η δράση θα επηρεάσει τόσο την οικονομία και την κοινωνική συνοχή, όσο και το πολιτικό σύστημα ως δημοκρατία, ελευθερίες και δικαιώματα.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου




