ΑΙΦΝΙΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑΣ ΣΤΙΓΜΗΣ Ή ΑΠΛΗ ΥΠΕΝΘΥΜΙΣΗ
Με την Κύπρο να έχει «κολλήσει» στην πορεία διόρθωσης της οικονομίας, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης καλείται να αποφασίσει, αν με αυτούς τους όρους και μετά τις «αποκαλυπτικές» δηλώσεις Άιντα, θα ρισκάρει να μπει σε κύκλο συνομιλιών
Μήπως επιβεβαιώνονται κάποιες φωνές που από καιρό ακούγονταν δειλά-δειλά στο βάθος, και έλεγαν ότι «το Κυπριακό έχει τελειώσει από καιρό» και απλώς δεν θέλαμε να το δεχθούμε;
Αν ο Έσπεν Μπαρθ Άιντα ήταν διαιτητής ποδοσφαίρου, αυτό που έκανε ήταν σαν να έδωσε στη μια ομάδα δυο πέναλτι μαζί, την ώρα που έκανε σέντρα! Τη στιγμή που μετά από χίλια βάσανα πήγαιναν να ξεκινήσουν ξανά οι συνομιλίες, ο ειδικός απεσταλμένος τα τίναξε όλα στον αέρα. Αυτή είναι όμως η μια ανάγνωση. Η καλή. Υπάρχει και η ανάποδη. Τουτέστιν, το μόνο που έκανε ο διπλωμάτης των Ηνωμένων Εθνών ήταν να βάλει από την αρχή τους όρους του παιχνιδιού καθαρά και να τραβήξει τις γραμμές...
Οι «ακροβασίες» για την επανέναρξη
Η ελληνική κυπριακή πλευρά είχε ήδη κάνει αβαρίες. Η αποχώρηση του Προέδρου Αναστασιάδη από τις συνομιλίες δεν άφηνε άλλο περιθώριο από το να σταματήσει η Τουρκία την πολιτική αμφισβήτησης του ενεργειακού ρόλου της Κύπρου. Έτσι όμως έμπαινε και πολύ ψηλά ο πήχης. Γιατί κανένας δεν φάνηκε διατεθειμένος είτε να συγκρουστεί με την Τουρκία είτε να της επιβάλει οτιδήποτε. Χαρακτηριστικό είναι ότι τώρα τα Ηνωμένα Έθνη ονομάζουν «οπτική της μιας πλευράς» την ξεκάθαρη παραβίαση της δικής τους σύμβασης για το δίκαιο της θάλασσας.
Ούτε οι εταίροι στην Ευρώπη ούτε οι υπερατλαντικοί σύμμαχοί μας, αλλά ούτε και οι «παραδοσιακοί» Ρώσοι φίλοι μπορούσαν να κάνουν, ή έστω δοκίμασαν να κάνουν, κάτι για να πιέσουν την Τουρκία. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθεί μια συνταγή, που έλεγε ότι την ώρα που η ιταλοκορεατική κοινοπραξία κάνει «τεχνικό διάλειμμα», η Τουρκία θα το θεωρεί σαν παραίτηση της ελληνικής πλευράς να αξιοποιεί «μονομερώς» τα κοιτάσματα. Ταυτόχρονα, επειδή σε αυτήν τη βάση η τουρκική πλευρά θα απέσυρε (προσωρινά) το «Μπαρμπαρός», η ελληνική πλευρά και η κυπριακή κυβέρνηση θα το θεωρούσαν ως παραίτηση της Τουρκίας από παραβιάσεις.
Η αλήθεια είναι ότι ουδέποτε η Τουρκία είπε ή θα έλεγε ότι παραιτείται από αξιώσεις στις κυπριακές θάλασσες, όπου και δεν αναγνωρίζει δικαιώματα κανενός κυρίαρχου κράτους. Γιατί, πολύ απλά, για την Τουρκία δεν υπάρχει Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτή λοιπόν ήταν η αβαρία. Η ελληνική κυπριακή πλευρά επρόκειτο να υποκριθεί ότι η Τουρκία σταμάτησε να παραβιάζει το διεθνές δίκαιο και τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επειδή... επείγεται να ξεκινήσουν συνομιλίες.
Ειδικός απεσταλμένος χωρίς... τον διεθνή οργανισμό
Εκείνη ακριβώς την ώρα ήρθε «απρόσκλητος» ο κ. Άιντα και δήλωσε ότι «από μιαν άποψη» δεν υπάρχει παραβίαση του διεθνούς δικαίου στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Αλλά, ακόμα χειρότερα, είπε ότι δεν είναι βέβαιο ότι στην Κύπρο υπάρχει εισβολή και κατοχή από το 1974. Γιατί, μας εξήγησε, την ίδια ώρα υπάρχει και προηγείται «απαγωγή του κράτους από την ελληνική κοινότητα».
Ουσιαστικά, ο ειδικός απεσταλμένος έχει μηδενίσει και τις αποφάσεις και τα ψηφίσματα και τον ρόλο των Ηνωμένων Εθνών. Έδειξε πρόθεση να οδηγήσει τον Νίκο Αναστασιάδη σε τραπέζι «πάρε-δώσε», όπου θα επικρατεί η «λογική» του φίφτι-φίφτι, αλλά ξεκινώντας από το «δεδομένο» ότι η τουρκική κοινότητα είναι εγκατεστημένη στο 37% του κυπριακού εδάφους και ότι δεν έχει ποτέ κλέψει περιουσίες ούτε εκδιώξει πληθυσμό από το σπίτι τους, ενώ, από την άλλη, η ελληνική πλευρά κατέχει την εξουσία και θα πρέπει να βρεθεί τρόπος αυτή να μοιραστεί στα δυο! Συνεπώς, καταλαβαίνει αμέσως κανένας τι είδους διαπραγμάτευση μπορεί να διευθύνει ο εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα.
Πίσω από τα πρόσωπα
Πολλοί όμως διερωτώνται για ποιο λόγο τα Ηνωμένα Έθνη συμπεριφέρονται με αυτόν τον τρόπο. Δεν είναι μάλιστα η πρώτη φορά. Αρκετά δείγματα έχουμε εδώ και πολλά χρόνια.
Είναι άραγε τα πρόσωπα που φταίνε; Είναι ο κ. Άιντα που βγαίνει «σκάρτος», όπως ήταν προηγουμένως και ο αλήστου μνήμης Αλεξάντερ Ντάουνερ; Ή μήπως πρόκειται για κάτι άλλο; Εύκολη απάντηση. Που ξεκινά από την κορυφή του ΟΗΕ. Ο ίδιος ο Μπαν Κι Μουν έχει από καιρό δείξει ότι δεν είναι διατεθειμένος να παίξει σύμφωνα με τους κανόνες των Η.Ε. και της διεθνούς νομιμότητας. Με πολύ κόπο τον συγκράτησαν για να μην επισκεφτεί τον κατοχικό ηγέτη επίσημα ως αρχηγό κρατικής οντότητας.
Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένα «μυστήριο» πίσω από όλα αυτά. Ούτε και πρόκειται για κάποια «συνωμοσία». Ωμά και σταράτα: Τα Ηνωμένα Έθνη, που ήρθαν εδώ για να βρουν μια λύση στο πρόβλημα της ξένης κατοχής, έχουν από καιρό συμβιβαστεί με την ιδέα της κατοχής και προσπαθούν να βρουν τρόπο να διαμοιράσουν την εξουσία και την κρατική εκπροσώπηση ανάμεσα στις δυο κοινότητες, ικανοποιώντας ταυτόχρονα τις αξιώσεις της Τουρκίας.
Από το «άλλο σχέδιο» στο κανένα σχέδιο...
Το ερώτημα είναι τι θα κάνει και τι μπορεί να κάνει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης μπροστά σε αυτό το σκηνικό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο συγκεκριμένος Πρόεδρος, με δεδομένη την πολιτική προϊστορία, προχωρούσε σε συνομιλίες έχοντας ένα αρκετά φιλόδοξο στόχο. Σκοπός του ήταν να καταλήξει σε κάποια συμφωνία που θα ήταν αισθητά βελτιωμένη σε σχέση με εκείνην του 2004. Ότι, δηλαδή, μέσα από διαπραγματεύσεις θα έφερνε κάτι πολύ διαφορετικό από το «σχέδιο Ανάν». Στόχος του ήταν ένα «άλλο σχέδιο».
Από μόνο του κάτι τέτοιο ήταν πολύ δύσκολο. Διότι όλα αυτά τα χρόνια η τουρκική προπαγάνδα βασιζόταν σε ένα πολύ απλοϊκό, αλλά αληθοφανές, επιχείρημα. Έλεγαν, «εμείς είπαμε ΝΑΙ, είναι η άλλη πλευρά που αρνήθηκε τη λύση». Ε, και βέβαια εννοούσαν, «επομένως είναι η ελληνική πλευρά που πρέπει να δείξει ότι αποδέχεται πράγματα». Ενώ, κατά δεύτερο λόγο η τουρκική πλευρά οχυρωνόταν σε όποια διαπραγμάτευση πίσω από εκείνο το σχέδιο, και όχι μόνο δεν δεχόταν να κάνει βήμα έξω από αυτό, αλλά επιπλέον ζητούσε συνέχεια άλλα πράγματα, προκειμένου να συζητήσει.
Με αυτά τα δεδομένα, και να μην υπήρχε η πρόσφατη κρίση για τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου και να μην υπήρχαν οι δηλώσεις Άιντα, δεν ήταν φανερό πώς ο Κύπριος Πρόεδρος μπορούσε να προσφέρει στους πολίτες κάτι καλύτερο από εκείνο που ο ίδιος πριν από μια δεκαετία ήταν έτοιμος να δεχθεί. Αυτό, εξάλλου, ήταν και το τρίτο προσωπικό μειονέκτημα του Νίκου Αναστασιάδη. Εξίσου απλοϊκά έλεγαν πολλοί ότι δεν μπορούσε να ζητά να βελτιώσει κάτι που ο ίδιος είχε προ δεκαετίας θεωρήσει ικανοποιητικό. Εξάλλου, όλον αυτόν τον καιρό η τουρκοκυπριακή κοινή γνώμη τον θεωρούσε γι’ αυτόν τον λόγο ως τον «καλύτερο Ελληνοκύπριο πολιτικό».
Θυμάστε που μας διαφήμιζαν την «κίνηση Ερντογάν»;
Βέβαια, από την πλευρά του Προέδρου υπήρχαν δυο αντεπιχειρήματα. Πρώτον, ο Τάσσος Παπαδόπουλος το 2004 δεν διαπραγματεύτηκε όπως έπρεπε ένα σχέδιο συμφωνίας. Διότι είχε προαποφασίσει να το απορρίψει. Δεύτερο, όλον αυτόν τον καιρό υπήρχε μια φήμη που ενισχυόταν και από «διπλωματικές πληροφορίες», που έλεγαν ότι «τα πράγματα έχουν ωριμάσει» και «η Τουρκία είναι έτοιμη να κάνει κάποια κίνηση». Ειδικότερα δε, αναφέρονταν στον «ανοικτόμυαλο» Ταγίπ Ερντογάν.
Εδώ και μερικά χρόνια περιμέναμε συνεχώς κάποια «προθεσμία», που θα στερέωνε την εξουσία του Τούρκου πολιτικού ηγέτη και θα τον ελευθέρωνε για να κάνει «κίνηση στο Κυπριακό». Οι πρώτοι που διέδιδαν αυτήν τη φήμη και έδειχναν μάλιστα να πιστεύουν σε κάτι τέτοιο ήταν στελέχη από το ίδιο το κόμμα του Προέδρου. Εκείνο όμως που συνέβη τελικά είναι μάλλον το αντίθετο. Ο άλλοτε Πρωθυπουργός της Τουρκίας, που πέρασε στην προεδρία της χώρας του, συμπεριφέρεται καθαρά σαν «νεο-σουλτάνος».
Ευρισκόμενος σε μια σχεδόν μόνιμη «υπόγεια» μάχη εξουσίας με τους αντιπάλους του στο εσωτερικό και καταγράφοντας νίκες, αποδεικνύεται όχι απλώς αδιάλλακτος, αλλά σχεδόν «σνομπάρει» ζητήματα όπως το Κυπριακό. Ούτε και έχει πια καμία επαφή με την πάλαι ποτέ «ενταξιακή πορεία της Τουρκίας». Αλλά και το τελευταίο «χαρτί» που φάνηκε να έχει η ελληνική πλευρά, εκείνο της ενέργειας, η Τουρκία το έχει ακυρώσει προτού καλά-καλά το βγάλουμε από τον χαρτοφύλακα. Κι αυτό γιατί η Τουρκία αλλάζει το περιτύλιγμα, στην ουσία έχει σταθερή εμμονή στη γραμμή της εξαφάνισης ή διάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Ένας Νίκος Αναστασιάδης μετέωρος
Επομένως, τα ερωτήματα είναι αμείλικτα. Με την Κύπρο να έχει «κολλήσει» στην πορεία διόρθωσης της οικονομίας, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης καλείται να αποφασίσει, αν με αυτούς τους όρους και μετά τις «αποκαλυπτικές» δηλώσεις Άιντα, θα ρισκάρει να μπει σε κύκλο συνομιλιών. Στην περίπτωση που το αποφασίσει και βρει τρόπο και προσχήματα να το κάνει, τα ερωτήματα γίνονται ακόμα πιο καυτά. Τι μπορεί να πετύχει σε μια τέτοια διαπραγμάτευση;
Ενώ, στην περίπτωση που, λογικά, δεν θα δεχθεί να αναλάβει διαπραγμάτευση με τέτοιους όρους, τότε το ερώτημα είναι, τι άλλο μπορεί να κάνει η ελληνική κυπριακή πλευρά. Μήπως επιβεβαιώνονται κάποιες φωνές, που από καιρό ακούγονταν δειλά-δειλά στο βάθος, και έλεγαν ότι «το κυπριακό έχει τελειώσει από καιρό» και απλώς δεν θέλαμε να το δεχθούμε; Δύσκολα μπορεί όμως να δεχθεί τέτοια ιδέα ο μέσος Κύπριος πατριώτης. Αλλά ούτε έχει και την απάντηση για το τι άλλο μπορεί να κάνει.
Μια άλλη επίσης πολυσυζητημένη προοπτική, που κάποιοι θεωρούν ότι δεν έχει μέχρι τώρα δοκιμαστεί αρκετά, είναι εκείνη του ευρωπαϊκού χώρου. Δύσκολα όμως πείθει και αυτή ότι μπορεί να αποδώσει. Εξάλλου, την ώρα που η Ελλάδα είναι ήδη με το ένα πόδι «εκτός Ευρώπης» και η Κύπρος, μετά τα πολύ γρήγορα βήματα ανάκαμψης, αποδεικνύεται τώρα... «προβληματική» στο πρόγραμμά της, υπάρχει χώρος για μια τέτοια πολιτική;




