ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΟΛΛΑ Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΟ ΚΑΙ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΩΝ
Και μόνο οι ορισμοί που υιοθετούνται για το ασυμβίβαστο και τη σύγκρουση συμφερόντων προκαλούν ή θα πρέπει να προκαλούν έντονους πονοκεφάλους σε πολλούς αξιωματούχους
Αυστηρότερες πρόνοιες και εξονυχιστικό έλεγχο προνοεί η πρόταση των εμπειρογνωμόνων του Πανεπιστημίου Κύπρου, προς την Επιτροπή Θεσμών
Είναι ή όχι αποτελεσματικό το νομοθετικό πλαίσιο που προτείνουν οι εμπειρογνώμονες του Πανεπιστημίου Κύπρου για το θέμα της σύγκρουσης συμφέροντος και του ασυμβίβαστου; Μια πρώτη ανάγνωση της πολυσέλιδης έκθεσής τους κατευθύνει την απάντηση στο «ναι». Μια τοποθέτηση όμως του Προέδρου του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου, περί ανάγκης για ακόμη πιο αυστηρό πλαίσιο, δημιουργεί νέες σκέψεις και προβληματισμούς. Όπως και να 'χει πάντως, η πολιτική σκηνή ήδη κινείται στα κύματα του «ασυμβίβαστου», το οποίο, έτσι ή αλλιώς, θα ρυθμιστεί, ή τουλάχιστον υπάρχουν διαβεβαιώσεις ότι θα ρυθμιστεί, μέχρι το καλοκαίρι.
Αυστηρές ορολογίες
Αυτό που ξεχωρίζει από την έκθεση των εμπειρογνωμόνων του Πανεπιστημίου Κύπρου, που δόθηκε στην Επιτροπή Θεσμών και προωθήθηκε ήδη στους βουλευτές, είναι οι αυστηροί -αυστηρότεροι από πολλές ευρωπαϊκές χώρες- ορισμοί τόσο της έννοιας του ασυμβίβαστου, όσο και της έννοιας της σύγκρουσης συμφέροντος.
Για τη σύγκρουση συμφέροντος προτείνεται ο εξής ορισμός:
«Ως σύγκρουση συμφερόντων νοείται η σύγκρουση ανάμεσα στο δημόσιο καθήκον και στο προσωπικό ή ιδιωτικό συμφέρον ενός δημόσιου αξιωματούχου, όταν το προσωπικό ή ιδιωτικό συμφέρον του επηρεάζει, φαίνεται να επηρεάζει ή θα μπορούσε να επηρεάσει ανάρμοστα την αμερόληπτη και αντικειμενική εκπλήρωση των δημόσιων καθηκόντων και ευθυνών του».
Σε ό,τι αφορά το ασυμβίβαστο, αφού ξεκαθαρίζεται ότι έχει απόλυτη σχέση και συνάφεια με τη σύγκρουση συμφέροντος, υπογραμμίζεται ότι «πρόκειται για την εξειδίκευση από τον ίδιο τον νομοθέτη των περιπτώσεων πραγματικής, φαινομενικής ή δυνητικής σύγκρουσης συμφερόντων, τις οποίες ο νομοθέτης επιλέγει να καθορίσει εξ υπαρχής».
Επί της ουσίας δηλαδή, θα υπάρχει ορισμός των ασυμβίβαστων επαγγελμάτων, εργασιών, δραστηριοτήτων, ιδιοτήτων και άλλων σχέσεων, τα οποία δεν θα επιτρέπονται, γιατί ακριβώς θα μπορούσαν να δημιουργήσουν εύκολα σύγκρουση συμφέροντος.
Το υπαρκτό και το δυνητικό
Αυτό που πραγματικά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι η θεώρηση των δύο ακαδημαϊκών για την αντιμετώπιση τόσο της υπαρκτής, όσο και της δυνητικής σύγκρουσης συμφέροντος. Δηλαδή μέσω της πρότασής τους, δεν θέλουν απλώς να ορίσουν την προληπτική αντιμετώπιση της υπαρκτής σύγκρουσης συμφερόντων αλλά και τη δυνητική. Εκεί δηλαδή που θα μπορούσε να υπάρξει σύγκρουση συμφέροντος, έστω και αν τη δεδομένη στιγμή αυτή δεν υφίσταται. Μέσω αυτής της λογικής, αναφέρεται χαρακτηριστικά, εξυπηρετείται το ζητούμενο, που είναι «η οικοδόμηση και διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην άσκηση της δημόσιας τάξης».
Οι τρεις κατηγορίες της σύγκρουσης συμφερόντων, όπως αξιολογούνται στην έκθεση είναι:
- Πραγματική/Υπαρκτή σύγκρουση συμφερόντων. Τέτοια σύγκρουση μπορεί, δηλαδή, να είναι παρούσα και να αφορά υπαρκτά προσωπικά/ιδιωτικά συμφέροντα ή μπορεί να έχει υπάρξει στο παρελθόν. Στην περίπτωση που μια τέτοια σύγκρουση συμφερόντων έχει ήδη επηρεάσει ανάρμοστα την εκτέλεση των καθηκόντων ενός δημόσιου αξιωματούχου, ενδέχεται να έχει τελεστεί ποινικό αδίκημα.
- Φαινομενική σύγκρουση συμφερόντων. Αυτή μπορεί να υπάρχει εάν φαίνεται ότι τα ιδιωτικά συμφέροντα ενός δημόσιου αξιωματούχου ή λειτουργού θα μπορούσαν να επηρεάσουν την εκπλήρωση των καθηκόντων του με τρόπο ανάρμοστο, αλλά αυτό δεν συμβαίνει στην πράξη.
- Δυνητική σύγκρουση συμφερόντων. Ανακύπτει όταν δημόσιος αξιωματούχος ή λειτουργός έχει ήδη προσωπικά ή ιδιωτικά συμφέροντα που θα μπορούσαν να συγκρουστούν με τα δημόσια καθήκοντά του στο μέλλον, εάν εμπλακεί σε αποφάσεις ή δραστηριότητες που εμπίπτουν στα καθήκοντά του και συγκρούονται με τα υπαρκτά προσωπικά ή ιδιωτικά του συμφέροντα.
Ευρύτερα συμφέροντα
Όπως είναι σε θέση να γνωρίζει η «Σ», αυτά που διαβάζονται από τους επηρεαζόμενους, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι όσα αναφέρονται στην έννοια του συμφέροντος και τη διαβάθμιση σε ιδιωτικό και προσωπικό συμφέρον.
Όπως συναφώς διευκρινίζεται: «Τα ιδιωτικά συμφέροντα δεν περιορίζονται σε χρηματικής ή οικονομικής φύσης συμφέροντα. Δεν εξαντλούνται επίσης στην άμεση αποκόμιση προσωπικού οφέλους (σε αυτή την περίπτωση θα γινόταν λόγος για προσωπικό συμφέρον). Συνεπώς, το ιδιωτικό συμφέρον είναι ευρύτερο του προσωπικού συμφέροντος. Επίσης η σύγκρουση συμφερόντων μπορεί να περιλαμβάνει και νόμιμες, κατά τα λοιπά, δραστηριότητες, προσωπικές σχέσεις και δεσμούς, καθώς και οικογενειακά συμφέροντα, εάν αυτά θα μπορούσαν εύλογα να θεωρηθούν πιθανά να επηρεάσουν ανάρμοστα την άσκηση των καθηκόντων ενός δημόσιου αξιωματούχου».
Διευκρινίζεται πάντως -και αυτό έχει σημασία, γιατί εσχάτως έγινε μεγάλη συζήτηση στους κοινοβουλευτικούς κόλπους- ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων, όταν ο δημόσιος αξιωματούχος επωφελείται μόνο ως μέλος του γενικού συνόλου ή ως μέλος μιας ευρείας τάξης/κατηγορίας ατόμων.
Το έλλειμμα της πρότασης
Η πρόταση των ακαδημαϊκών, που θα τεθεί ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών της Βουλής, έχει και τα ελλείμματά της. Το μεγαλύτερο εκ των οποίων είναι, όπως μας έλεγαν βουλευτές που μελέτησαν το κείμενο, ότι στηρίζεται στην εθελοντική ρύθμιση ή και την αυτορρύθμιση πλείστων των δημόσιων αξιωματούχων, μη εισάγοντας έναν καινούργιο και εξ υπαρχής νόμο, αλλά βελτιώνοντας την ισχύ και αποτελεσματικότητα των εν ισχύ νομοθεσιών, οι οποίες όμως στην πράξη έχουν αποτύχει. Εδώ μπαίνει στην εξίσωση της συζήτησης και η θέση του κ. Αβέρωφ Νεοφύτου, ο οποίος είπε ότι «το ηθικό, θέλουμε να το κάνουμε και νόμιμο, άρα υποχρεωτικό».
Δεν νοείται να κάνουμε μια τιτάνια προσπάθεια αλλαγών, με στόχο να ξανακερδίσουμε την εμπιστοσύνη του κόσμου και την ίδια ώρα να πιστεύουμε ότι η σε εθελοντική βάση ρύθμιση θα αποφέρει τα αναμενόμενα. Αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο πρόβλημά μας είναι η νοοτροπία και για να την αλλάξουμε πρέπει πρώτα να είμαστε αυστηροί. Μέσα από την αυστηρότητα θα κτίσουμε την ορθή νοοτροπία και τότε δεν θα χρειάζονται οι νόμοι και οι ποινές, δήλωσε με νόημα στην εφημερίδα μας, μέλος της Επιτροπής Θεσμών, που τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ των αυστηρών προνοιών. «Πρέπει να σταματήσουμε την εικόνα ότι είμαστε όλοι οι ίδιοι και να δώσουμε στον λαό εκείνο που του αξίζει», κατέληξε.




