Το θέμα της διακίνησης χρημάτων από τη Γιουγκοσλαβία επί Μιλόσεβιτς ανακίνησε πρόσφατα ο Πρόεδρος του Κινήματος Οικολόγων, βουλευτής Γιώργος Περδίκης.

Με επιστολές του ημερομηνίας 16 Ιανουαρίου 2015 προς τον Γενικό Εισαγγελέα, τον Γενικό Ελεγκτή της Δημοκρατίας και τη Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, ο κ. Περδίκης ζητούσε να ενημερωθεί αν το θέμα έχει διερευνηθεί επαρκώς από τις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας κι αν όχι, κατά πόσον προκύπτει ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση.

Έγραψε, συγκεκριμένα, ο κ. Περδίκης προς τους παραλήπτες της επιστολής του:

«Επειδή το γνωστό θέμα με τις πληροφορίες για ξέπλυμα βρόμικου χρήματος του καθεστώτος Μιλόσεβιτς στην Κύπρο συνεχίζει να επανέρχεται κατά καιρούς στα διεθνή ΜΜΕ και επειδή πολλοί με ρωτούν τι έγινε τελικά μ’ αυτήν την υπόθεση, τώρα που φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει η διαδικασία της αποκάλυψης και της τιμωρίας, θα ήθελα να ρωτήσω εάν έχετε υπόψη σας, εάν το θέμα αυτό έχει διερευνηθεί επαρκώς από τις Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και εάν όχι, κατά πόσον προκύπτει ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση.

»Φαντάζομαι ότι κατανοείτε τη σημασία που έχει για την Κύπρο να εκλείψει κάθε σκιά για το παρελθόν της ως χρηματοπιστωτικού κέντρου, για να μπορέσει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών και των διεθνών οργανισμών».

Επειδή δεν υπήρξε απάντηση στις επιστολές, ο κ. Περδίκης επανήλθε στις 19 Μαρτίου με νέες επιστολές, με τις οποίες υπενθύμιζε το αίτημά του και σημείωνε ότι δεν είχε πάρει απάντηση.

Την ίδια ημέρα ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας απάντησε στον κ. Περδίκη, λέγοντας τα εξής:

«Εξ όσων πληροφορούμαι από στοιχεία τα οποία έχουν συλλεγεί από την Υπηρεσία μας, θέματα που αφορούν ποσά χρημάτων του καθεστώτος Μιλόσεβιτς που πέρασαν από την Κύπρο είχαν εξετασθεί από τους πρώην Γενικούς Εισαγγελείς κ. Αλέκο Μαρκίδη και Πέτρο Κληρίδη. Συναφώς διαπιστώνεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία μετά από απόφαση όλων των αρμοδίων φορέων, συνεργάσθηκε πλήρως με το Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία στη Χάγη και παρέδωσε όλα τα τραπεζικά έγγραφα που αφορούσαν τις μεταφορές χρηματικών ποσών στην Κύπρο και στη συνέχεια εκτός Κύπρου.

Στη βάση αυτών των εγγράφων ετοιμάσθηκε έκθεση από το εν λόγω Δικαστήριο από τον ανακριτή/ χρηματοοικονομικό αναλυτή κ. Torkiltsen, όπου εξηγείται ότι επρόκειτο για παραβίαση του εμπάργκο που είχε επιβληθεί στη χώρα τότε από τα Ηνωμένα Έθνη. Ουσιαστικά επρόκειτο για μεταφορά μέσω Κύπρου μεγάλων ποσών χρημάτων από τον προϋπολογισμό της εν λόγω χώρας, που στη συνέχεια αποστέλλονταν σε άλλες χώρες για αγορά προϊόντων, περιλαμβανομένου στρατιωτικού εξοπλισμού.

»Είναι γεγονός ότι για διευκόλυνση των πράξεων αυτών είχαν ιδρυθεί 8 εταιρείες από συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο μέσω λογαριασμών, από τους οποίους επραγματοποιούντο οι μεταφορές χρημάτων. Τονίζεται ότι την εποχή που εγίνοντο αυτές οι πράξεις δεν υπήρχε νομοθεσία ούτε για παραβίαση κυρώσεων (εμπάργκο), ούτε για ξέπλυμα παράνομου χρήματος. Κάποιοι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί από Σέρβους πολίτες διερευνήθηκαν από την Αστυνομία με οδηγίες του τότε Γενικού Εισαγγελέα, χωρίς αποτέλεσμα.

»Τα πιο πάνω για ενημέρωσή σας, σημειώνοντας ότι ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση για πράξεις για τις οποίες δεν υπάρχει νομική βάση για τον ουσιώδη χρόνο δεν είναι δυνατόν να υπάρχει, εκτός κι αν επισημανθεί ενδεχόμενη διάπραξη άλλων αδικημάτων».

* Να σημειωθεί ότι η Διοικητής της Κεντρικής δεν έχει ακόμα απαντήσει στην επιστολή Περδίκη. Ο Γενικός Ελεγκτής απάντησε παραπέμποντας, όμως, στον Γενικό Εισαγγελέα, μιας και το θέμα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του.