Τα μεγάλα αγκάθια που ονομάζονται Κυπριακό, ενεργειακό και διεθνής τοποθέτηση…

Η νέα ελληνική κυβέρνηση θα καταφέρει να φτάσει σε μια κάποια συμφωνία με τους εταίρους της. Αντίθετα όμως από τις επιδιώξεις, η συμφωνία αυτή δεν θα είναι λύτρωση για την Ελλάδα

ΔΙΑΠΙΣΤΩΝΕΤΑΙ ότι τόσο ο κ. Κοτζιάς όσο και άλλα στελέχη του κυβερνητικού σχήματος δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχουν «σκληρή» θέση στο Κυπριακό


Όλα δείχνουν ότι παρά τις δυσκολίες και τα μεγάλα πολιτικά παιχνίδια που παίζονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η νέα ελληνική κυβέρνηση θα καταφέρει να φτάσει σε μια κάποια συμφωνία με τους εταίρους της. Αντίθετα όμως από τις επιδιώξεις, η συμφωνία αυτή δεν θα είναι λύτρωση για την Ελλάδα! Ούτε και θα μοιάζει πολύ με το περιβόητο «Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», το πάλαι ποτέ δηλαδή συμβόλαιό του με τον ελληνικό λαό.

Αλλά θα δώσει… μια κάποιαν ανάσα. Στην πραγματικότητα, οι μεγάλες διαφορές πολιτικής και επιλογών, τις οποίες ήθελε ο ΣΥΡΙΖΑ να βγάλει μπροστά, θα μείνουν στα μετόπισθεν. Έτσι το επόμενο διάστημα θα χαρακτηριστεί από σχεδόν καθημερινές κόντρες σε πολλά επιμέρους ζητήματα. Η πρόβλεψη, όμως, είναι ότι αυτές οι διαφορές πολιτικής δεν θα εκδηλώνονται συνήθως ανάμεσα στην Αθήνα και τις Βρυξέλλες, αλλά περισσότερο στο εσωτερικό της ελληνικής πολιτικής ζωής.

Γεγονός είναι, όμως, πως η Ελλάδα δεν… βούλιαξε στα πρώτα Γιούρογκρουπ, όπως προέβλεπαν οι πιο απαισιόδοξοι. Ούτε της «έδειξαν πόρτα» οι πιο σκληροί από τους εταίρους. Αντιθέτως και διεθνοποίησε το πρόβλημά της και το περιέλουσε με μια πιο πολιτική χροιά, δίδοντας χαριστική βολή στην Τρόικα με τη σημερινή της μορφή. Από αυτό ακριβώς το σημείο όμως, μέχρι η χώρα να σταθεί ξανά πραγματικά στα πόδια της υπάρχει ακόμα δρόμος. Και πολλά ερωτηματικά για το πώς θα τον διαβεί. Μέσα σε αυτόν τον δρόμο και ανεξάρτητα από τα μεγάλα ερωτήματα της οικονομίας, θα βρει και τα μεγάλα αγκάθια που ονομάζονται Κυπριακό, ενεργειακό και διεθνής τοποθέτηση. Τα δυο τελευταία θέματα μάλιστα σχετίζονται άμεσα…

Στην ελληνική ΑΟΖ με ρωσικές πλάτες

Η σημειολογία είναι φανερή. Θα έπρεπε κάποιος να περιμένει ότι η νέα κυβέρνηση, μια κυβέρνηση της Αριστεράς, θα έσπευδε να ενισχύσει τη γραμμή που συνδέει μόνιμα Αθήνα και Μόσχα. Από την αρχή, λοιπόν, επέλεξε να το κάνει στο θέμα της ενέργειας. Με τον τρόπο αυτό νωρίς-νωρίς η διαχείριση των διεθνών σχέσεων μπαίνει σφήνα και στα ελλαδο-τουρκικά. Η συμφωνία κοινών θαλάσσιων ερευνών μεταξύ Ελλάδας και Ρωσίας δηλώθηκε ότι φτάνει μέχρι στην «καυτή» θαλάσσια περιοχή του Καστελορίζου.

Συνεπώς, αν υλοποιηθεί αυτός ο σχεδιασμός, η Ελλάδα θα «πατήσει» επιτέλους στο θαλάσσιο κομμάτι που την ενώνει με την Κύπρο. Αλλά, εκτός από εκείνη τη θαλάσσια περιοχή που η Τουρκία επιχειρεί συστηματικά να υφαρπάξει, ή τουλάχιστον να αφαιρέσει από την Ελλάδα, ενημερωμένοι παρατηρητές στην Αθήνα τονίζουν ότι τυχόν έρευνες στις «πολλά υποσχόμενες» νότιες θάλασσες της Κρήτης ενδεχομένως να αποκαλύψουν και «πολύ υποσχόμενα ευρήματα».

Τέτοιες εξελίξεις, σημειώνουν, μπορεί και να επηρεάσουν την πορεία των πολύ δύσκολων οικονομικών της Ελλάδας. Με δυο λόγια, σε μια προσπάθεια να «γράψει πόντους» στα ελλαδο-ρωσικά, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα καταλήγει να προτάξει μιαν αποφασιστική γραμμή απέναντι στην Άγκυρα. Την ώρα ακριβώς που η τελευταία κλιμακώνει την ένταση στο Κυπριακό και στα άλλα ζητήματα. Πόσο όμως εννοεί η νέα κυβέρνηση στην Αθήνα αυτήν την κατεύθυνση; Θα έχει μιαν ανάλογη στάση και σε άλλα εθνικά θέματα, όπως το Κυπριακό;

Περιμένετε ξανά «μερικούς μήνες ακόμα»

Αυτό θα φανεί σε μερικούς μήνες από τώρα. Όλοι όσοι υπόσχονται και πάλι κινητικότητα στο Κυπριακό τοποθετούν τις εξελίξεις αμέσως μετά την άνοιξη, προς το τέλος του πρώτου εξαμήνου. Για μιαν ακόμα φορά θεωρούνται ορόσημο οι εκλογικές διαδικασίες στην άλλη πλευρά και οι «διπλωματικές εκτιμήσεις» λένε ότι το Κυπριακό θα «ξεκολλήσει» κάπου ανάμεσα στον Μάιο και τον Ιούνιο. Κάτι τέτοιο προέβαλλε αυτές τις μέρες ο Τούρκος Υπουργός που χειρίζεται το θεωρητικό χαρτοφυλάκιο των ενταξιακών υποθέσεων.Τοποθέτησε τις εξελίξεις μετά τον Απρίλιο» και δήλωσε «αισιοδοξία» για τις πιθανότητες μιας λύσης.

Τι σημαίνει όμως αυτή η φημολογία που επανέρχεται κάθε τόσο; Μήπως η τουρκική πλευρά έχει τη διάθεση να κάνει κάποιες υποχωρήσεις και να δεχθεί να συζητήσει σοβαρά εκείνο που η ελληνική πλευρά θεωρεί ως «πλαίσιο λύσης»; Δεν υπάρχει καμία απολύτως ένδειξη για κάτι τέτοιο. Αντίθετα, η τουρκική πλευρά σε όλα τα πιθανά μέτωπα προσπαθεί να οχυρώσει και να αναβαθμίσει το ψευδοκράτος, και ταυτόχρονα να τορπιλίσει την Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό μάλιστα δεν συμβαίνει ευκαιριακά.

Η τουρκική πολιτική φροντίζει να δημιουργεί ευκαιρίες παντού και να το επιδιώκει μεθοδικά. Είτε είναι ο απειλητικός «Κανονισμός της Πράσινης Γραμμής» και το «Απευθείας Εμπόριο», είτε είναι το «Χαλλούμι», είτε είναι η «Παραγγελία Πλατφόρμας Θαλάσσιας Εξόρυξης», είτε είναι ακόμα το σχέδιο να… πνίξουν την Κύπρο στο νερό.

Κάθε λογικός άνθρωπος μπορεί να διερωτηθεί, αν το τουρκικό καθεστώς έχει έστω και στο πίσω μέρος του μυαλού του την ιδέα να καταλήξει συναινετικά σε μια λογική συμφωνία μέσα στο πλαίσιο που προϋπάρχει, γιατί κάνει τέτοιους σχεδιασμούς οι οποίοι μάλιστα ούτε ανέξοδοι είναι ούτε τυχαίοι; Γιατί το νέο σύστημα εξουσίας που εγκαθιδρύει ο κυρίαρχος νεοσουλτάνος Ταγίπ Ερντογάν όχι μόνο αφήνει να προχωρούν τέτοιοι σχεδιασμοί, αλλά και να τους παρακολουθεί και να τους ενθαρρύνει;

Τι θα γίνει, αν και εφόσον;

Η νέα ελληνική κυβέρνηση, μαζί με το σχήμα του Προεδρικού στην Κύπρο, του οποίου η θέση είναι σήμερα πολύ πιο… εύθραυστη παρά πριν από ένα χρόνο, θα έχουν σύντομα να αντιμετωπίσουν κάτι σαν αποκαλυπτήρια των τουρκικών προθέσεων. Όλα δείχνουν ότι η τουρκική πλευρά δεν πρόκειται να αλλάξει ουσιαστικά τη στάση της.

Επιδιώκει κατά κάποιον τρόπο να «σύρει» την ελληνική πλευρά σε συνέχιση των διαπραγματεύσεων, με δεδομένη την αμφισβήτηση τόσο για το φυσικό αέριο όσο και για τα όποια κυριαρχικά δικαιώματα του κυπριακού κράτους. Το πιο πιθανό σενάριο είναι να βρεθεί ένα «προσχηματικό» κενό στην προώθηση του τουρκικού σχεδίου ερευνών στην ΑΟΖ της Κύπρου και μέσα σε εκείνο το κενό να επισπευσθεί επανέναρξη του διαλόγου. Πολλοί είναι εκείνοι που διεθνώς εξωθούν ήδη τον Πρόεδρο Αναστασιάδη σε αυτήν την κατεύθυνση.

Ενώ τα σημεία εδώ στη Λευκωσία λένε ότι η ελληνική κυπριακή πλευρά μπορεί να αποδεχθεί κάτι τέτοιο. «Αρκεί να σωθούν τα προσχήματα για τον Πρόεδρο», παρατηρούσε πηγή από το κυπριακό Υπουργείο Εξωτερικών. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το πιο πιθανό είναι ότι η Αθήνα θα «κρυφτεί» πίσω από τις κυπριακές αποφάσεις. Η συγκεκριμένη κυβέρνηση Τσίπρα δεν θα είχε μάλιστα λόγο να μη στηρίξει τέτοιες πρωτοβουλίες της Λευκωσίας. Άλλο είναι, όμως, το καίριο ερώτημα.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η ελληνική πλευρά θα βρεθεί ενώπιον εξελίξεων τις οποίες φέρεται πάντα να επιδιώκει. Δηλαδή, μια επιτάχυνση των διαδικασιών. Την οποία, όμως, επιτάχυνση τον τελευταίο καιρό φέρονται να απαιτούν τόσο η Άγκυρα όσο και το κατοχικό καθεστώς. Τι θα γίνει στην περίπτωση που, προτού κλείσει το 2015, η ελληνική πλευρά κληθεί να αποφασίσει για κάποιο σενάριο λύσης;

Τα δυο στρατόπεδα «προκάτ»

Διπλωματικοί κύκλοι εδώ και πολύ καιρό θεωρούν ότι ένα τέτοιο σενάριο είναι λίγο-πολύ έτοιμο και δεν μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά. Δεν θα απέχει ριζικά από εκείνα που και στο παρελθόν θεωρήθηκαν από τον διεθνή παράγοντα ως εφαρμογή των αποφάσεων και ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία η δική μας πλευρά διεκδικεί διαρκώς. Δηλαδή, δεν θα απέχει στη βασική φιλοσοφία από τα προηγούμενα σχέδια ή και ιδέες που έχουν προταθεί στην πλευρά μας.

Απέναντι σε τέτοια σχέδια, ο συσχετισμός δυνάμεων εδώ στη Λευκωσία είναι διαμορφωμένος. Από τη μια βρίσκεται ο Πρόεδρος Αναστασιάδης μαζί με το κόμμα του και κάποιες «σκόρπιες» δυνάμεις στην κοινωνία. Αλλά περιμένουν ότι τη «δεδομένη στιγμή» θα έχουν μαζί τους και το ΑΚΕΛ.

Από την άλλη, σχηματίζεται ολοένα και πιο ευδιάκριτα ένα «σκληρό μέτωπο». Εκτός από το ΔΗΚΟ και την ΕΔΕΚ, σε αυτό το τόξο ανήκει πια και η Συμμαχία Πολιτών. Σε περίπτωση που υλοποιηθεί ένα τέτοιο σενάριο, σε αυτήν την πλευρά θα βρισκόταν ακόμα και το ΕΥΡΩΚΟ, παρά τη συμμετοχή του στην Κυβέρνηση. Πολιτικοί παρατηρητές εκφράζουν κάποιες αμφιβολίες για το «σημερινό ΔΗΚΟ», επειδή θεωρούν ότι μπορεί μια πτέρυγα να βρει την ευκαιρία να συγκλίνει ξανά με το Προεδρικό.

Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζουν και αμφιβολίες για το «τι θα έκανε το ΑΚΕΛ τελικά». Η πρόβλεψη είναι βέβαια ότι θα στήριζε τυχόν απόφαση του Προεδρικού να προχωρήσει. Το «προηγούμενο» όμως του 2004 κάνει τους ίδιους προβληματισμένους κύκλους να μην είναι τόσο σίγουροι.

Γι’ αυτόν τον λόγο φαίνεται ότι μπορεί να παίξει σημαντικότερο ρόλο απ' ό,τι αναμένεται η στάση της Αθήνας. Εκ πρώτης όψεως και με γνωστές τις «προδιαγραφές» του ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα βρισκόταν στο πλευρό του Κύπριου Προέδρου, αν αποφάσιζε να προχωρήσει. Υπάρχει όμως το «αγκάθι» των συγκυβερνώντων πλέον ΑΝ.ΕΛ. Όσο και αν αυτό το καινούργιο κόμμα δεν φαίνεται να έχει πραγματικά μεγάλο βάρος στην πλάστιγγα, έχει σίγουρα μια πολύ σημαντική συμβολική θέση.

Ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε περίπτωση που υλοποιηθεί «σενάριο επιτάχυνσης για συμφωνία», ο Πάνος Καμμένος θα βρεθεί σε μια θέση ανάλογη με εκείνην που τον έφερε αντιμέτωπο -ένεκα Μνημονίου- με τη Νέα Δημοκρατία και τον Αντώνη Σαμαρά. Ενώ, ούτε ο τελευταίος εφόσον φυσικά διατηρήσει τον έλεγχο του κόμματός του (Νέα Δημοκρατία) θα δώσει εύκολα «πράσινο φως» σε τέτοιες εξελίξεις.

Πόσο «μυστήριος» είναι ο ΣΥΡΙΖΑ;

Πολλοί έψαξαν με τον σχηματισμό της κυβέρνησης Τσίπρα στην Αθήνα να βρουν στοιχεία και ενδείξεις για τη συμπεριφορά που θα είχε στο Κυπριακό. Έτσι ανακάλυψαν, για παράδειγμα, ότι ο νέος Υπουργός Εξωτερικών δεν ήταν ευνοϊκός απέναντι στο Σχέδιο Ανάν.

Οι αντιρρήσεις που είχε, όμως, τότε δεν φαίνεται να ταυτίζονται με τους λόγους για τους οποίους το απέρριψε συλλήβδην το εκλογικό σώμα εδώ στην Κύπρο. Την ίδια ώρα, διαπιστώνεται ακόμα ότι τόσο ο κ. Κοτζιάς όσο και άλλα στελέχη του κυβερνητικού σχήματος δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχουν «σκληρή» θέση στο Κυπριακό. Το αντίθετο μάλιστα. Με αυτά τα δεδομένα, η κυβέρνηση των Αθηνών, παρά τους τριγμούς που σίγουρα θα υπήρχαν και εκεί, θα συνέκλινε σε τυχόν επιλογές του Νίκου Αναστασιάδη. Έτσι θα διευκόλυνε μάλιστα και το ΑΚΕΛ να κάνει το «μεγάλο βήμα».

Παρά ταύτα, σε αυτήν την πρόβλεψη μπαίνει μια αντίρρηση. Δεν είναι λίγοι εδώ στη Λευκωσία που λένε ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αντίθετα και από το κόμμα του, δεν είναι πια τόσο πολύ πρόθυμος να κάνει «απότομο άλμα». Κάποιοι θυμίζουν ότι και προσωπικά θα θέλει, για λόγους υστεροφημίας, να φέρει μόνο κάποια πρόταση που «θα διαφέρει αισθητά» από εκείνην που απορρίφθηκε. Αλλά η τουρκική πλευρά όχι μόνο δεν αφήνει περιθώριο για κάτι τέτοιο, αλλά σπρώχνει συνέχεια σε αντίθετη κατάσταση.

Πρόσθετο ερώτημα που διαμορφώνεται αυτές τις μέρες είναι ένας κάποιος «πατριωτικός χαρακτήρας» που έχει δώσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ στις προσπάθειες και διαπραγματεύσεις με τις Βρυξέλλες. Ίσως να μην μπορεί να υποτιμηθεί το γεγονός ότι πέραν και από την προηγούμενη θεωρία και τις «διεθνιστικές» θέσεις που είναι το υπόβαθρο αυτής της παράταξης, ως κυβέρνηση έχει μέχρι τώρα φορέσει έναν… εθνικό μανδύα. Θα μπορούσε τόσο εύκολα να τον αφήσει στην άκρη, όταν πρόκειται για το Κυπριακό;

Μήπως ο «μέσος Έλληνας», που είδε με ικανοποίηση τον Βαρουφάκη όχι μόνο να στέκεται «ατρόμητος» απέναντι στον «κάθε Ντάισελμπλουμ», αλλά να δίνει και «παράσταση», θα είναι έτοιμος να δει την ελληνική κυβέρνηση να συμβιβάζεται με τουρκικούς εκβιασμούς, που θα έχουν τον χαρακτήρα του «συμβιβασμού»;

Μήπως και εδώ στην Κύπρο όλοι αυτοί, που με την ενθάρρυνση του ΑΚΕΛ χάρηκαν «τον Αλέξη και την παρέα του να αντιστέκονται σε Μέρκελ και Σόιμπλε», θα ικανοποιηθούν με τον Έλληνα Πρωθυπουργό αν αύριο συμβουλεύσει να «τα βρούμε» με έναν ηγέτη που έχει πια όχι μόνο αμφίεση, αλλά και συμπεριφορά «σουλτάνου», όπως ο Ερντογάν; Ίδωμεν…