Μιλούν όλα τα κόμματα για ασυμβίβαστο, αλλά δεν βρίσκουν φόρμουλα συμβιβασμού
Εν αναμονή της έκθεσης-πρότασης του Αλέκου Μαρκίδη για το ασυμβίβαστο τελούν όλοι στη Βουλή
ΑΡΧΙΣΑΝ οι παρασκηνιακές επαφές, χωρίς όμως να ενισχύουν τις ελπίδες για αντιμετώπιση του φαινομένου των διαπλεκόμενων συμφερόντων
Όλο το συζητούν και προαναγγέλουν νομοθετικές πρωτοβουλίες, αλλά ουδέν επί του πρακτέου για το ασυμβίβαστο. Ο λόγος για τα πολιτικά κόμματα, τα οποία υπό το βάρος, αλλά και τη βαριά σκιά των όσων είδαν το φως της δημοσιότητας για τη νυν Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας Χρυστάλλα Γιωρκάτζη, έσπευδαν να δηλώσουν δημοσίως ότι θα καταθέσουν προτάσεις νόμου για τη συνολική αντιμετώπιση του ζητήματος του ασυμβίβαστου. Κάτι που όμως αποδεικνύεται, μέχρι στιγμής, εξαγγελία κενή περιεχομένου.
Αναμένοντας Μαρκίδη
Κορυφαίο ρόλο στις εξελίξεις -αν και εφόσον τελικά υπάρξουν- έχει να διαδραματίσει ο πρώην Γενικός Εισαγγελέας Αλέκος Μαρκίδης. Είναι ο νομικός που ανέλαβε, με οδηγίες της Προεδρίας της Βουλής, την ετοιμασία συνολικού πλαισίου-πρότασης γι' αντιμετώπιση του θέματος του ασυμβίβαστου, το οποίο, παρά την ψήφιση σχετικής νομοθεσίας το 2008, παραμένει ουσιαστικά αρρύθμιστο και γεμάτο κενά.
Αν και η πληροφόρηση που υπήρξε προ δεκαπενθημέρου ήθελε τον κ. Μαρκίδη να υπέβαλε την πρότασή του στο Κοινοβούλιο εντός της παρελθούσης εβδομάδος -γεγονός για το οποίο ενημέρωσε τους Αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων ο Πρόεδρος της Βουλής- κάτι τέτοιο δεν έγινε λόγω προσωπικού κωλύματος του πρώην Γενικού Εισαγγελέα. Σε επικοινωνία της «Σ» με τον Αλέκο Μαρκίδη, μας ενημέρωσε ότι θα είναι έτοιμος να καταθέσει την πρότασή του εντός του επόμενου δεκαημέρου.
Η πρόταση Μαρκίδη θα απαντά, όπως εδώ και μερικές εβδομάδες έγραψε η «Σ», σε όλα τα ερωτήματα και ανησυχίες για το ασυμβίβαστο όχι μόνο των πολιτειακών, αλλά και ανεξάρτητων αξιωματούχων, καθώς και στο θέμα του ασυμβιβάστου των ιδίων των βουλευτών.
Φόρμουλα 2006
Στο πλαίσιο των παρασκηνιακών επαφών επανέρχεται στο προσκήνιο μια πρόταση νόμου που είχαν καταθέσει το 2006 εκ μέρους του ΔΗΣΥ ο τότε βουλευτής Λευκωσίας και νυν εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος Πρόδρομος Προδρόμου, την οποία συνυπέγραψε ο τότε Γενικός Γραμματέας και νυν Πρόεδρος των Οικολόγων Γιώργος Περδίκης.
Η εν λόγω πρόταση, η οποία αποτελεί σε πολλές περιπτώσεις τη βάση των συζητήσεων που διεξάγει ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΔΗΣΥ στο πλαίσιο προετοιμασίας, προνοούσε το πολύ αυστηρό ότι «η ιδιότητα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστη προς οποιοδήποτε επάγγελμα, επιχείρηση, επιτήδευμα ή εργασία ασκείται επ' αμοιβή και για τα οποία απαιτείται σχετική άδεια, σύμφωνα με τους περί Δήμων νόμους».
Διαχρονικότητα
Αν κάτι προκύπτει από τη διερεύνηση του θέματος είναι η διαχρονικότητα των επιχειρημάτων που χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια, για να προβληθεί η ανάγκη ρηξικέλευθων αλλαγών στο ισχύον σύστημα. Το πολιτικοοικονομικό προσωπικό ωστόσο δείχνει, επί του παρόντος, ανάξιο να τραβήξει το βάρος μιας πραγματικής τομής, που μπορεί να αποτελέσει ισχυρό πλήγμα στα πολλές φορές εξακριβωμένα φαινόμενα διαπλοκής επαγγελματικών ή άλλων συμφερόντων.
Προς απόδειξιν τούτου παραθέτουμε αυτούσια την αιτιολογική έκθεση που συνόδευε την πρόταση νόμου του 2006, η οποία κάλλιστα μπορούσε να ήταν κείμενο που έχει γραφεί μόλις τις τελευταίες ημέρες. Ανεφέρετο στην έκθεση:
«Η περίπλοκη σημερινή κοινωνικοοικονομική πραγματικότητα, οι περίτεχνες οικονομικές δομές και οι διασυνδέσεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους φέρνουν κατά καιρούς στην επιφάνεια εντυπώσεις και υποψίες ή κάποτε ακόμα και εξακριβωμένα φαινόμενα διαπλοκής επαγγελματικών ή άλλων οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων. Η κατάσταση αυτή έχει συμβάλει τα μέγιστα στην απαξίωση της πολιτικής και στην επιδείνωση της δημόσιας εικόνας του κοινοβουλευτικού θεσμού.
Η πρόταση νόμου αποσκοπεί στον αποκλεισμό της δυνατότητας κάθε άμεσης διαπλοκής συμφερόντων κατά την εκτέλεση του κοινοβουλευτικού έργου. Αποσκοπεί, εξάλλου, να προστατεύσει τόσο τον κοινοβουλευτικό θεσμό όσο και τα συγκεκριμένα πρόσωπα των εκάστοτε βουλευτών από εντυπώσεις και υπόνοιες που δημιουργούνται μεταξύ της κοινής γνώμης. Πρόσθετα, οι αυξημένες ανάγκες του κοινοβουλευτικού έργου απαιτούν, πλέον, την πλήρη αφοσίωση του σχετικά μικρού αριθμού βουλευτών στα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα.
Οι ανάγκες αυτές, που προκύπτουν από μια ολοένα και περισσότερο περίτεχνη κοινωνική πραγματικότητα, πολλαπλασιάζονται από την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Βουλή του 2002 δεν είναι εκείνη που θέσπιζε το Σύνταγμα του 1960. Με την πρόταση νόμου επιδιώκεται, ως αποτέλεσμα, η αφιέρωση ολόκληρου του διαθέσιμου χρόνου των βουλευτών στο έργο τους.
Με την πρόταση επαναφέρεται πρόταση που είχε και στο παρελθόν υποβληθεί στην Ολομέλεια, προκειμένου να ληφθούν υπ' όψιν οι δραματικές αλλαγές στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Εξάλλου, η θέσπιση αυτής της νομοθεσίας συνδυάζεται με αλλαγή στον Κανονισμό της Βουλής, ούτως ώστε να προβλέπεται η υποχρέωση των βουλευτών να δηλώνουν με την ανάληψη των καθηκόντων τους και επί τακτικής βάσεως τυχόν ενδιαφέροντα και συμφέροντα σε εταιρείες και επιχειρήσεις.
Τέλος, το όλο ζήτημα θα πρέπει να συνδυασθεί με αναθεώρηση του καθεστώτος των βουλευτών, έτσι που η αντιμισθία τους να αντιστοιχεί στις νέες συνθήκες που θα διαμορφωθούν. Αναμένεται από την εκτελεστική εξουσία να υποβάλει πρόταση, ούτως ώστε η εν λόγω αντιμισθία να συνδεθεί σε μόνιμη βάση με κάποιους άλλους ανάλογους αξιωματούχους της πολιτείας και να διασφαλίζεται έτσι η ανεξαρτησία και το απερίσπαστο των βουλευτών».
Καθένας τα δικά του
ΕΡΩΤΩΝΤΑΣ τους βουλευτές μέλη της Επιτροπής Θεσμών, στο πλαίσιο της διερεύνησης του ρεπορτάζ, αυτό που κάποιος αντιλαμβάνεται είναι την απουσία κοινής συνισταμένης επί της ουσίας, παρά τη συλλογικά διακηρυγμένη τους θέση. Προκύπτει λοιπόν ότι τουλάχιστον η ΕΔΕΚ, οι Οικολόγοι αλλά και ο Δημοκρατικός Συναγερμός προωθούν τις δικές τους προτάσεις νόμου, με την ελπίδα αυτές να τύχουν της έγκρισης και στήριξης από άλλα κόμματα.
Επίσης, συναφείς πληροφορίες δείχνουν ότι το Δημοκρατικό Κόμμα δεν έχει επί του παρόντος αναλάβει σχετική πρωτοβουλία, την ίδια ώρα που παραμένουν άγνωστες οι προθέσεις του ΑΚΕΛ.
Είναι, πάντως, άξιον αναφοράς το γεγονός ότι κορυφαίο στέλεχος μεγάλου κόμματος, το οποίο εμπλέκεται στις διεργασίες, υποδεικνύει ως την ορθότερη λύση την ανάληψη προσωπικής και έντονης πρωτοβουλίας από κάποιους εκ των προβεβλημένων και επαγγγελματικά αποκατασταθέντων πολιτικών, ώστε να δοθεί το πολύ σημαντικό μήνυμα ότι αυτά που λέμε τα εννοούμε.
«Αν μια τέτοια πρωτοβουλία προερχόταν από τον Αβέρωφ Νεοφύτου ή από τον Νικόλα Παπαδόπουλο, τότε θα έστελνε πολύ σημαντικά μηνύματα αποφασιστικότητας ότι τα μεγάλα ονόματα της πολιτικής προκρίνουν την ύπαρξη ενός πραγματικά αυστηρού ασυμβίβαστου, όπως ακριβώς ισχύει σε ανεπτυγμένες πολιτικά χώρες», ήταν η χαρακτηριστική του δήλωση, κληθείς από τη «Σ» να σχολιάσει τη διαπιστωθείσα εδώ και αρκετό καιρό κωλυσιεργία.




