Το ψήφισμα και οι αναβληθείσες διαπραγματεύσεις
Το ερώτημα είναι τι θα γίνει αν είτε λόγω κόστους είτε για άλλο λόγο σε κάποια στιγμή τελειώσουν στα φανερά τα τετελεσμένα
ΥΠΑΡΧΕΙ όλο αυτό το διάστημα μια «κρυφή κοινή ατζέντα» ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, που είναι να μην κοπούν οι γέφυρες για τις διαπραγματεύσεις
Η Κύπρος διαθέτει ένα από τα πιο ισχυρά ψηφίσματα που μπορούσε να περιμένει. Αυτό του Ευρωκοινοβουλίου. Δεν είναι τυχαίο, παρατηρούν δηκτικά από την Πινδάρου. Εννοούν ότι δικαιώνεται ο προσανατολισμός και η πολιτική τους ότι «μέσα στην Ευρώπη με μεθοδικότητα και σύστημα μπορούμε να πετύχουμε πολλά». Μαζί, όμως, θεωρούν ότι δικαιώνονται και όσοι επιμένουν μόνιμα σε μια «διεκδικητική πολιτική»...
Το ψήφισμα
Πράγματι, ένα ισχυρό ψήφισμα έρχεται τρεις εβδομάδες μετά τα επίσης ικανοποιητικά συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου. Αλλά με τα ψηφίσματα δεν πρόκειται να φύγουν τα τουρκικά σκάφη από τα νερά της Κύπρου, παρατηρούν οι μονίμως σκεπτικιστές. Και το ερώτημα είναι αν υπάρχει πιθανότητα με οποιοδήποτε τρόπο να εγκαταλείψει η Τουρκία αυτήν τη νέα πολιτική τετελεσμένων.
Όσοι γνωρίζουν και παρακολουθούν στενά την τουρκική πολιτική, διαβεβαιώνουν ότι αφού «έβαλε πόδι», η Άγκυρα το ελάχιστο που μπορεί να αποδεχτεί είναι κάποιου είδους «συγκυριαρχία» πάνω στους ενεργειακούς πόρους της Κύπρου. Περίμενε πρώτα να υπάρξει αρκετή επιβεβαίωση για κοιτάσματα και έπειτα αναζήτησε την πρόσφορη ευκαιρία, δηλαδή τη γενική αναστάτωση από την επέλαση του Ισλαμικού Κράτους και την αυξημένη ανάγκη που την έχει η Δύση. Από την ώρα όμως που έκανε την «κίνηση», σημειώνουν, δεν πρόκειται να κάνει πίσω...
Οι διαπραγματεύσεις στον πάγο
Η πρώτη αντίδραση, δηλαδή η αποχώρηση του Προέδρου Αναστασιάδη από τις διαπραγματεύσεις -που ήταν έτσι κι αλλιώς κολλημένες- κρίθηκε από όλους ως επιβεβλημένη. Από την ώρα, όμως, που με αυτόν τον τρόπο διακόπηκαν οι προβληματικές διαπραγματεύσεις, δημιουργείται ντε φάκτο θέμα επανέναρξης.
Στο μεταξύ, η Λευκωσία προσπαθεί δικαιολογημένα να δημιουργήσει «πολιτικό κόστος» για την παρέμβαση της Άγκυρας στην ΑΟΖ. Το ερώτημα είναι τι θα γίνει αν είτε λόγω κόστους είτε για άλλο λόγο σε κάποια στιγμή τελειώσουν στα φανερά τα τετελεσμένα. Μήπως τότε θα βρεθεί η Λευκωσία να έχει υποχρέωση να ξαναρχίσει διαπραγματεύσεις, αλλά γι' αυτήν την «επανεκκίνηση» να πρέπει να πληρώσει το τίμημα να μπουν και οι υδρογονάνθρακες στο τραπέζι;
Κάτι τέτοιο, λένε έμπειροι διπλωμάτες, δεν είναι ανάγκη να παρουσιαστεί ως επιτυχία της Τουρκίας. Μπορεί, μάλιστα, να φανεί κιόλας ότι η Τουρκία έχει υποχωρήσει, αλλά ως «αντάλλαγμα» γι’ αυτήν την υποχώρηση από τα κυπριακά ύδατα να ζητήσει... πολιτισμένα να γίνει σχετικός διάλογος. Πόσο θα μπορούσε να το αρνηθεί η ελληνική πλευρά; Μήπως μάλιστα θα μπορούσε να θεωρηθεί κάποιος συμβιβασμός για την επανεκκίνηση; «Τότε», σχολιάζει, διπλωμάτης εν ενεργεία, «θα μπορεί ταυτόχρονα και τα ψηφίσματα που σέβονται τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κύπρου να γίνουν σεβαστά, αλλά και διαβούλευση για τον διαμοιρασμό αυτών των δικαιωμάτων να ξεκινήσει...»
Σενάριο-εφιάλτης
Όσο και αν θα ήταν «σενάριο-εφιάλτης» για τον Πρόεδρο Αναστασιάδη, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Είναι δηλαδή πιθανό να έρθει η στιγμή όπου τρίτοι και διαμεσολαβητές θα μας λένε: «Ορίστε, έχουν αποσύρει τα πλοία και δεν θα εμποδίσουν τις εταιρείες που κάνουν την εκμετάλλευση, αλλά θα πρέπει τώρα πολιτισμένα να τα συζητήσετε όλα». Μια εκδοχή είναι ότι «η ελληνική κυπριακή πλευρά δεν θα μπορεί ποτέ να δεχτεί κάτι τέτοιο». Αλλά σε μια τέτοια περίπτωση, αυτό θα σήμαινε πως διαπραγματεύσεις δεν θα ξεκινούσαν ποτέ ξανά...
Ο κίνδυνος είναι, δηλαδή, αν δεν μεσολαβήσει κάτι εξαιρετικά δραστικό, η επίσημη ελληνική κυπριακή πλευρά να πάθει εκείνο που... δεν επιθυμεί. Δηλαδή να ξεκινήσουν ξανά διαπραγματεύσεις όπου, αντί της σύγκρουσης στη θάλασσα, το θέμα της ενέργειας να τεθεί στο τραπέζι. Σε μια τέτοια περίπτωση το ΑΚΕΛ, το οποίο αυτήν τη στιγμή έχει, όπως και ο ΔΗΣΥ, ως ύψιστη προτεραιότητα την επανέναρξη της διαπραγμάτευσης, θα αρκεστεί να υποδεικνύει στον Νίκο Αναστασιάδη ότι φταίει ο ίδιος γιατί εγκατέλειψε τη σχετική «σύγκλιση αερίων» Χριστόφια-Ταλάτ.
Τα απόκρυφα της «κρυφής ατζέντας»
Πέρα από τις δημόσιες τοποθετήσεις, δηλώσεις και κάποτε αντεγκλήσεις, φαίνεται ότι σε όλο αυτό το διάστημα υπάρχει μια «κρυφή κοινή ατζέντα» ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, που είναι «να μην κοπούν οι γέφυρες για τις διαπραγματεύσεις». Είτε αυτό αληθεύει είτε όχι, το κρίσιμο ερώτημα βρίσκεται ακόμα πιο πέρα.
Ας υποθέσουμε ότι ακόμα και με πλήρη επιτυχία της ελληνικής πλευράς και αφού έχουμε προσπεράσει τον τουρκικό σκόπελο στις κυπριακές θάλασσες, φτάνουμε ξανά σε διαπραγμάτευση.
Τι είναι εκείνο που πείθει μέχρι στιγμής την ελληνική πλευρά ότι υπάρχει η παραμικρή περίπτωση οι Τούρκοι να συζητήσουν κάτι λιγότερο από το πάλαι ποτέ Σχέδιο Ανάν; Η πρόσφατη περίπτωση του χάρτη ή του δήθεν χάρτη που δημοσιεύτηκε σε τουρκικές εφημερίδες αναδεικνύει αυτήν την πικρή πραγματικότητα. Ασχέτως αν υπήρξε ή όχι κάποιος χάρτης, σημασία έχει η επιχειρηματολογία της τουρκικής πλευράς.
Θεώρησαν αμέσως ότι δεν είναι δυνατό να γίνει λόγος για 25% «την ώρα που στο Σχέδιο Ανάν ήταν 29%». Αυτή μάλιστα η προσέγγιση φαίνεται να είναι κοινή ακόμα και στις «μετριοπαθείς» τουρκοκυπριακές πολιτικές τάσεις. Αυτή η νόρμα μάλιστα ισχύει για όλα τα ζητήματα της διαπραγματεύσης και όχι μόνο για το εδαφικό. Έτσι, θέλοντας και μη, το υποτίθεται «νεκρό» σχέδιο θα χρησιμοποιηθεί όχι μόνο σαν «μαξιλαράκι ασφαλείας», αλλά σαν πραγματικό ανάχωμα από την τουρκική πλευρά.
Αν αυτό ισχύει για το εδαφικό, μπορεί κανένας να καταλάβει ότι θα είναι και μόνιμη επωδός της όποιας πραγματικής διαπραγμάτευσης ζητούν τα δικά μας κόμματα. Πώς θα μπορούσε ειδικά ο Νίκος Αναστασιάδης να αντιμετωπίσει μια τέτοια πραγματικότητα; Ειδικά ο σημερινός πρόεδρος, μετά τα όσα είχαν τότε διαδραματιστεί γύρω από το Σχέδιο Ανάν και αφού έχει δώσει του κόσμου τις διαβεβαιώσεις ότι «δεν υπάρχει περίπτωση και δεν θα είχε νόημα» να φέρει και να προτείνει ένα ανάλογο σχέδιο. Το τουρκικό επιχείρημα θα είναι πάντα «εμείς το δεχτήκαμε» (και τι άραγε απαντά σε αυτό ο Νίκος Αναστασιάδης; Μήπως «το είχα δεχτεί και εγώ;»).
Ευκαιριακές συναινέσεις
Όπως συμβαίνει συχνά στην πολιτική ζωή της Κύπρου, μπορεί να υπάρχει σχετική ομοφωνία και η περιβόητη ενότητα πολιτικών δυνάμεων, αλλά αυτό συνήθως γίνεται πάνω σε μια εντελώς μίνιμουμ βάση. Ή ακόμα και πάνω σε εντελώς παρεξηγημένη βάση. Υπάρχει ομοφωνία για την αποχώρηση του προέδρου από το τραπέζι, όπου ο Ντερβίς Έρογλου έκανε ατέλειωτους μονολόγους απόλυτης αδιαλλαξίας. Ισχύει όμως αυτή η βάση έστω και για μικρή συμφωνία ως προς την επιστροφή στη διαπραγμάτευση; Ακόμα περισσότερο, προδικάζει οτιδήποτε για τυχόν αποτελέσματα μιας τέτοιας διαπραγμάτευσης;
Το 2003 όλοι διακαώς επιθυμούσαν να «καμφθεί η αδιαλλαξία του Ραούφ Ντενκτάς». Αλλά μόλις έγινε κάτι τέτοιο και οδηγηθήκαμε στο Σχέδιο Ανάν, υπήρξαν... αποκαλυπτήρια! Φάνηκε ξαφνικά ότι... δεν ξέραμε τι ήταν ακριβώς εκείνο που επιθυμούσαμε. Ήταν αυτό που δεν μπόρεσαν τότε να κατανοήσουν και πολλοί από τους «ξένους φίλους μας».
Με ανάλογο τρόπο σήμερα εννοούμε και προσπαθούμε να πείσουμε διεθνώς ότι θα αρκούσε η Τουρκία να επιτρέψει να γίνει πραγματική διαπραγμάτευση, αλλά στη βάση ομοσπονδίας και όχι συνομοσπονδίας. Το ΔΗΚΟ θα πρόσθετε «ομοσπονδίας με το σωστό περιεχόμενο».
Αλλά και πάλι δεν άλλαζαν πολλά. Διότι κανένας ποτέ δεν είπε τι ακριβώς είναι το... «σωστό περιεχόμενο». Δηλαδή, αν τυχόν η Τουρκία και έφευγε από την ΑΟΖ και άφηνε την πρωτοβουλία στους Τουρκοκύπριους για διαπραγματεύσεις, ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα που προσδοκούμε; Αφού σε μια τέτοια περίπτωση και αν ακόμα δεν υπήρχε το αίτημα για «λύση δυο κρατών», θα υπήρχε η πάγια θέση όλων των τουρκοκυπριακών πολιτικών δυνάμεων για... ίση μοιρασιά.
Αναπάντητα ερωτήματα προς εαυτόν
ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΗ συνέχεια μπροστά σε απανωτές κρίσεις, η ελληνική πλευρά ουδέποτε μπόρεσε να διευκρινίσει απέναντι στον εαυτό της τέτοια ερωτήματα. ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, που υποτίθεται ότι έχουν «κάποιες συγκλίσεις», ποτέ δεν εννοούσαν ακριβώς τα ίδια πράγματα. Απ’ τη μια το ΑΚΕΛ μόνο του, θεωρεί ότι Χριστόφιας και Ταλάτ είχαν φτάσει «πολύ κοντά» στην επιθυμητή συμφωνία. Συμφώνησε άραγε ποτέ ο ΔΗΣΥ (και ιδιαίτερα ο κόσμος του) με αυτό; Από την άλλη, είναι γνωστό ότι μια «καλή ομοσπονδία» θα ήταν για το ΑΚΕΛ εκείνη που οι περισσότερες εξουσίες και αρμοδιότητες θα ήταν στο κεντρικό κράτος.
Αλλά ο ΔΗΣΥ μάλλον φαίνεται να βρίσκεται στον αντίποδα. Όσο το δυνατόν λιγότερες εξουσίες στο κέντρο, έχει κατά καιρούς ομολογήσει ο ίδιος ο Πρόεδρος Αναστασιάδης. Η «αρχή της επικουρικότητας», λέει κατά καιρούς off the record ο σημερινός ηγέτης του, Αβέρωφ Νεοφύτου.
Παρόλα αυτά πολιτεύονται σαν να έχουν μια «κατά βάθος συνεννόηση». «Για να είμαστε έτοιμοι την ώρα που θα χρειαστεί και να πάρουμε τις σημαντικές αποφάσεις», λένε και από τις δυο πλευρές κατ’ ιδίαν. Με τη διαφορά ότι μπορεί να αποδειχτεί πως αυτές οι... σημαντικές αποφάσεις δεν είναι ακριβώς ίδιες για τους δυο πόλους του κομματικού σκηνικού.




