Στην Αμφίπολη μας ξεπερνούν οι εξελίξεις, δηλώνει ο Γιώργος Παπασάββας

Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Αρχαιολογίας εξηγεί στη «Σ» τους λόγους για τους οποίους ο τύμβος θεωρείται μοναδικός αλλά και γιατί η ανασκαφή προχωρά με αργούς ρυθμούς

Η ΠΙΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ δουλειά του αρχαιολόγου δεν είναι η ανασκαφή, είναι η μελέτη και η έρευνα που ακολουθεί


«Είναι ένα απρόσμενο μνημείο, με την έννοια ότι δεν περιμέναμε τίποτα τέτοιο και ο λόγος που δεν το περιμέναμε είναι γιατί δεν υπάρχουν παράλληλα. Δηλαδή το μέγεθος, η αρχιτεκτονική του τάφου, τα μέχρι στιγμής ευρήματα, είναι όλα μοναδικά», εξηγεί σε συνέντευξή του στη «Σημερινή» ο δρ Γιώργος Παπασάββας, Αναπληρωτής Καθηγητής και Πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, αναφερόμενος στο ξεχωριστό μνημείο που φέρνει μέρα με τη μέρα στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στην Αμφίπολη.

«Κάθε φορά που οι αρχαιολόγοι περνούν στον επόμενο θάλαμο, θα εμφανίζεται κάτι που δεν το περιμέναμε. Με αυτή την έννοια, οτιδήποτε εμφανιστεί μπροστά μας θα είναι επίσης απρόσμενο, άρα δεν μπορούμε ούτε να το προδικάσουμε ούτε καν να το υποθέσουμε», προσθέτει. «Μας ξεπερνούν οι εξελίξεις, είναι πέραν από αυτά που γνωρίζουμε», τονίζει. Αν και δεν μπορεί να θεωρηθεί βέβαιο, υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες ο τάφος να είναι ασύλητος. Όμως, ακόμη κι αν είναι συλημένος, δεν παύει να είναι ένα μνημείο εξέχουσας σημασίας, σημειώνει.

Στην αρχαιολογία πρέπει να ξέρεις να περιμένεις

«Πολύ σημαντικό είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι εκείνη που δικαιούται να μιλά περισσότερο απ’ όλους μας, δηλαδή η αρχαιολόγος κ. Περιστέρη, είναι εκείνη που μιλά λιγότερο. Και κάνει πάρα πολύ καλά. Δεν το κάνει επειδή δεν θέλει να μας πει αλλά επειδή γνωρίζει πολύ καλά ότι πρέπει να περιμένει και να έχει στοιχεία πριν μιλήσει. Στην αρχαιολογία πρέπει να ξέρεις να περιμένεις. Δεν μπορείς να μιλάς για κάτι που δεν γνωρίζεις», αναφέρει ο κ. Παπασάββας. Σημειώνει, μάλιστα, ότι είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της ελληνικής αρχαιολογίας που παρουσιάζονται αμέσως τα ευρήματα. Το να γίνονται υποθέσεις δεν είναι κακό, επισημαίνει, όπως ούτε και το ενδιαφέρον που επιδεικνύει ο κόσμος. «Είναι πρωτόγνωρο τούτο το πράγμα και δεν αφορά μόνο τους Έλληνες αλλά και όλο τον κόσμο», προσθέτει.

«Συντηρείται ένα μυστήριο. Βέβαια η αρχαιολογία δεν είναι ένα μυστήριο στην πραγματικότητα. Η αρχαιολογία δεν ψάχνει πράγματα απλώς. Τα πράγματα τα βρίσκει αλλά αυτό που την ενδιαφέρει πραγματικά είναι οι άνθρωποι που τα κατασκεύασαν και που τα χρησιμοποίησαν. Άρα πρέπει πρώτα να τα μελετήσει, δεν αρκεί να τα αποκαλύψει και να τα δείξει. Η πιο σημαντική δουλειά του αρχαιολόγου δεν είναι η ανασκαφή, είναι η μελέτη και η έρευνα που ακολουθεί», υπογραμμίζει. «Επομένως, όταν ένας αρχαιολόγος δεν μιλάει για τα ευρήματά του, είναι γιατί στην πραγματικότητα δεν θέλει να βιαστεί, γιατί καταλαβαίνει ότι αυτά τα πράγματα θέλουν δουλειά, σκέψη, τεκμηρίωση», σημειώνει.

Χρονοβόρα η διαδικασία

Σύμφωνα με τον Αναπληρωτή Καθηγητή, η ανασκαφή είναι εξαιρετικά αργή και χρονοβόρα διαδικασία, λόγω της μεγάλης προσοχής που χρειάζεται. Κι αυτό συμβαίνει διότι, όταν οι αρχαιολόγοι αφαιρούν τα χώματα, οφείλουν να καταγράψουν με κάθε λεπτομέρεια ό,τι βρουν. Πρέπει να το γράψουν, να το σχεδιάσουν και να το φωτογραφήσουν, επειδή για να προχωρήσουν παρά κάτω πρέπει να το βγάλουν. «Την ίδια δουλειά που κάνει η κ. Περιστέρη, τώρα που έχει βρεθεί μπροστά σε ένα συνταρακτικό εύρημα, θα την έκανε ακόμα κι αν ήταν ένας απλός τάφος, που θα περιείχε ένα αγγείο μέσα και τίποτε άλλο.

Με την ίδια προσοχή σκάβει ο αρχαιολόγος, διότι ακόμη και το πιο ταπεινό αντικείμενο μπορεί να δώσει πολύ σημαντικές πληροφορίες. Για τον αρχαιολόγο θησαυρός είναι τα πάντα», τονίζει. Όπως εξηγεί, θα πρέπει η ανασκαφή να γίνεται με τόση λεπτομέρεια, ώστε, ανά πάσα στιγμή, να μπορεί να επαναληφθεί, μέσα από τις καταγεγραμμένες πληροφορίες του ανασκαφικού ημερολογίου. Έτσι διορθώνονται τα λάθη, σημειώνει.

Ο άλλος λόγος που είναι τόσο χρονοβόρα η διαδικασία σχετίζεται με την ασφάλεια και την προφύλαξη του ίδιου του μνημείου αλλά και των ανθρώπων που εργάζονται στην ανασκαφή. Μέρος του χρόνου αναλώνεται καθαρά στην αναστύλωση. «Αλλάζουν οι ισορροπίες. Πριν, οι θάλαμοι αυτοί ήταν γεμάτοι χώμα. Το χώμα κρατούσε στη θέση τους τούς τοίχους. Τώρα που αφαιρέθηκε το χώμα και ασκούνται οι πιέσεις από όλο τον τύμβο που είναι από πάνω και δεν υπάρχει χώμα να συγκρατήσει, αλλάζουν εντελώς οι συσχετισμοί.

Τώρα ειδικά, όσο προχωρούν πιο βαθιά, τόσο πιο πολύ είναι το χώμα που είναι από πάνω και τόσο αυξάνονται οι πιέσεις. Στον τελευταίο θάλαμο που μπήκαν σταμάτησαν αμέσως διότι ήταν σε πολύ κακή κατάσταση η οροφή. Και αν δεν την υποστηρίξουν δεν μπορούν να αφαιρέσουν χώμα, γιατί θα καταρρεύσει», αναφέρει ο αρχαιολόγος. Όπως τονίζει, είναι ευθύνη της ομάδας να φροντίσει κάτι που διατηρήθηκε τόσα χρόνια να μην καταστραφεί ξαφνικά από υπερβολική βιασύνη.

Έπεται η πολλή δουλειά

Μετά την ανασκαφή ακολουθεί η συντήρηση, που είναι πολύ βασική. «Τα αντικείμενα όταν είναι θαμμένα στο χώμα, στην πραγματικότητα προστατεύονται. Όταν εκτεθούν σε συνθήκες της ατμόσφαιρας, στις καιρικές συνθήκες, η φθορά επιταχύνεται», λέει ο Γιώργος Παπασάββας. Τα ευρήματα χωρίζονται σε κινητά και ακίνητα. Τα ακίνητα είναι τα κατάλοιπα των κτιρίων και τα κινητά είναι όλα εκείνα τα μικρότερα ευρήματα που πρέπει να μεταφερθούν στο μουσείο για να συντηρηθούν, να προστατευτούν και να μελετηθούν. Κατά τη διάρκεια της συντήρησης περιορίζεται η φθορά, γίνεται η συγκόλληση των σπασμένων, απομακρύνονται τα ίχνη της διάβρωσης και είναι επίσης πολύ χρονοβόρα και δαπανηρή διαδικασία.

Ένας ασυνήθιστος τύμβος

Οι τύμβοι δεν είναι ασυνήθιστοι στη Βόρεια Ελλάδα αλλά τόσο μεγάλοι δεν υπάρχουν. Για παράδειγμα ο λεγόμενος τάφος του Φιλίππου στη Βεργίνα είναι δέκα φορές πιο μικρός από αυτόν που ανασκάπτεται τώρα. «Εάν μάλιστα ήταν εκεί στημένος ο λέοντας της Αμφιπόλεως, με ύψος πέντε μέτρων, και ακόμη περισσότερο μαζί με τη βάση του, ήταν ένα μνημείο που θα φαινόταν από πολύ μακριά και προφανώς εκείνοι που ζούσαν στην ευρύτερη περιοχή ξέρανε πολύ καλά τι ήτανε αυτό το μνημείο», σημειώνει ο Αναπληρωτής Καθηγητής.

Ο τύμβος της Αμφίπολης είναι ασυνήθιστος και ως προς την ύπαρξη τόσων πολλών θαλάμων, εξηγεί. Συνήθως έχουμε τον προθάλαμο και αμέσως μετά τον κυρίως θάλαμο, που είναι ο νεκρικός που θάπτονταν οι νεκροί και τοποθετούνταν τα περισσότερα κτερίσματα. Στην Αμφίπολη πέρασαν από την πρώτη είσοδο στον δεύτερο, βρήκαν τις Καρυάτιδες και τώρα έχουν βρει μια θύρα στον τοίχο που σημαίνει ότι υπάρχει κι άλλος θάλαμος από πίσω. Ενδέχεται αυτός να είναι ο τελευταίος στη σειρά αλλά αν δεν είναι, δεν πρέπει να μας φανεί παράξενο, ακριβώς επειδή είναι τόσο απρόσμενο μνημείο, τονίζει ο κ. Παπασάββας.

Ερωτηθείς για τον χρόνο που θα χρειαζόταν ένα τόσο μεγαλοπρεπές οικοδόμημα να κτιστεί, ο αρχαιολόγος αναφέρει πως αυτό δεν μπορούμε να το γνωρίζουμε επ’ ακριβώς. Αυτό που ξέρουμε, όμως, είναι πως πρόκειται για ένα έργο που απαίτησε πρώτα απ’ όλα σχεδιασμό, συνεργασία πολλών ανθρώπων, πολύ καλή οργάνωση, ατέλειωτες εργατοώρες και πολύ χρήμα. «Δηλαδή ήταν μια μεγάλη επένδυση», σημειώνει, που χρειάστηκε οπωσδήποτε μήνες ή χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Η απουσία αναφορών

Ένα ερώτημα που αναπόφευκτα γεννάται είναι γιατί, ενώ το μνημείο είναι τόσο μεγάλο και σημαντικό, δεν υπάρχουν πηγές που να αναφέρονται σε αυτό. Όπως εξηγεί ο κ. Παπασάββας, οι αρχαίοι δεν μιλούσαν για όλα τα πράγματα στα κείμενά τους. Τους ενδιέφεραν εντελώς διαφορετικά πράγματα από ό,τι εμάς. Πέραν τούτου, είναι σαφές πως δεν έχουν σωθεί όλα τα αρχαία κείμενα. Μόνο ένα ελάχιστο μέρος τους έχουν φτάσει στις μέρες μας. «Μπορεί να μιλούσαν σε κάποιο κείμενο, είτε της εποχής εκείνης είτε μεταγενέστερης, που δεν διασώθηκε μέχρι τις μέρες μας. Επίσης τα περισσότερα ιστορικά κείμενα που έχουμε αναφέρονται κυρίως σε πολέμους», προσθέτει.

Οι τομές της διεπιστημονικότητας

Σε ό,τι αφορά το γεγονός πως το μνημείο δεν εντοπίστηκε νωρίτερα, ο Αναπληρωτής Καθηγητής αναφέρει πως η αρχαιολογική έρευνα είναι πολύ επίπονη, πολύ χρονοβόρα και πάρα πολύ δαπανηρή. Δεν είναι εύκολο, συνεπώς, να ξεκινήσει μια τόσο μεγάλη ανασκαφή. Χρειάζεται εξασφαλισμένη χρηματοδότηση, αφού θα πρέπει να απασχοληθεί σε αυτήν μια ομάδα από καλούς αρχαιολόγους, αρχιτέκτονες, φωτογράφους, σχεδιαστές, εργάτες, συντηρητές, πέραν της αρχαιολογικής ομάδας που θα ασχοληθεί με την έρευνα που θα ακολουθήσει.

«Η τεχνολογία βοηθά πολύ. Υπάρχουν πια διάφορες γεωμαγνητικές μέθοδοι, με τις οποίες μπορείς να ανιχνεύσεις την ύπαρξη ανθρωπογενών στοιχείων ή τοίχων κάτω από το έδαφος. Είχαν κάνει γεωφυσικές έρευνες στην περιοχή του τύμβου και είχαν βρει κάποια στοιχεία για τον θάλαμο. Η αρχαιολογία πια είναι διεπιστημονική μέθοδος εργασίας. Χρησιμοποιεί τις φυσικές επιστήμες, τις νέες τεχνολογίες, γεωγραφικά συστήματα πληροφόρησης, στοιχεία που συλλέγονται από δορυφόρους. Από τις ανθρωπιστικές σπουδές είναι εκείνη η οποία περισσότερο απ’ όλες έχει μπει στη νέα εποχή. Δεν χειρίζονται οι αρχαιολόγοι τον χειρισμό αυτών των οργάνων και οι γεωφυσικές έρευνες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την αρχαιολογική σκαπάνη», σημειώνει.

Τίνος τάφος ήταν;

Το ερώτημα, βέβαια, που δημιούργησε όλο αυτό το μυστήριο γύρω από το μνημείο της Αμφίπολης, είναι σε ποιον ανήκε αυτός ο μεγαλοπρεπής τάφος. Ο κ. Παπασάββας σημειώνει πως μπορούν να γίνουν κάποιες εκτιμήσεις, οι οποίες, όμως, ανά πάσα στιγμή μπορεί να ανατραπούν. Το μέγεθος και η αρχιτεκτονική του τάφου, τον συνδέουν με ένα πρόσωπο ή μια οικογένεια, πολύ σημαντικά στην περιοχή. «Όλα εξαρτώνται από την χρονολόγηση του τάφου. Ξέρουμε από την ιστορία για πολλά πρόσωπα πότε και πού έζησαν και πού πέθαναν. Αυτή η περίοδος είναι γεμάτη από σημαντικά πρόσωπα, που διαδραμάτισαν πολύ σημαντικό ρόλο», εξηγεί.

Σημειώνει ότι ο Αλέξανδρος ξέρουμε ότι πέθανε πολύ μακριά από τη Μακεδονία. Οι αρχαίοι ιστορικοί, οι οποίοι βέβαια έγραψαν τις ιστορίες πολύ αργότερα, μιλούν για μεταφορά του στην Αλεξάνδρεια από τον Πτολεμαίο. Επειδή δεν έχει βρεθεί ο τάφος του, δεν σημαίνει ότι δεν είναι εκεί, καθώς ένα πολύ μεγάλο μέρος της Αλεξάνδρειας είναι βυθισμένο σήμερα. «Θα ήταν μάλλον απίθανο να είναι ο Αλέξανδρος. Δύσκολα θα μπορούσε να ήταν ο τάφος μιας γυναίκας, επίσης, λόγω και του λιονταριού», προσθέτει. Αν και ακούγεται παράξενο, θα μπορούσε ακόμη και να πρόκειται και για ένα πρόσωπο που δεν γνωρίζουμε. Σε μια τέτοια περίπτωση, μπορεί και να μη μάθουμε ποτέ ποιος είναι, επειδή τάφοι αυτού του είδους συχνά δεν έχουν κάποια επιγραφή, ενώ δεν είναι υποχρεωτικό να γράφουν ούτε τα κτερίσματα, αφού όλοι ήξεραν.

Έχουν εκφραστεί και υποθέσεις ότι μπορεί να πρόκειται για κενοτάφιο, πράγμα που δεν μπορεί να αποκλεισθεί εντελώς, επισημαίνει ο κ. Παπασάββας. Κενοτάφιο είναι ένα ταφικό μνημείο που δεν περιέχει τους νεκρούς μέσα. Μπορεί να περιέχει κτερίσματα (προσφορές από τους συγγενείς ή από την πόλη) και όχι νεκρούς, καθώς δύναται να είναι νεκροί μιας μάχης που πέθαναν μακριά από την πόλη τους, σε μια εκστρατεία για παράδειγμα, οι οποίοι όμως έπρεπε να τιμηθούν από την πόλη και να δώσουν το παράδειγμα στους άλλους. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν προσποιούνταν ότι ήταν θαμμένοι κάποιοι εκεί, όλοι ήξεραν ότι το μνημείο ήταν κενό. Υπάρχει επίσης μια άλλη περίπτωση, που και πάλι δεν μπορεί να αποκλειστεί, να είναι ένα πολυάνδρειο, δηλαδή ένας τάφος με πολλούς νεκρούς, που τον έφτιαχνε η πόλη προς τιμήν τους.

«Μπορεί, όμως, να μην είναι και τίποτα απ' όλ' αυτά. Είναι τόσο απρόσμενο μνημείο…», τονίζει ο αρχαιολόγος.

Το αλφαβητάρι των ευρημάτων

Τύμβος: Οι τύμβοι είναι ένα φαινόμενο που σχετίζεται με τις ταφικές πρακτικές σε πολλούς πολιτισμούς και πολλές διαφορετικές εποχές. Ουσιαστικά είναι ταφικό μνημείο που σκεπάζει έναν ή περισσότερους τάφους. Μπορεί να είναι απλοί τάφοι ή σύνθετα μνημεία. Έχει διπλό σκοπό. Ο πρώτος είναι εντελώς πρακτικός: Εμποδίζει τους αρχαιοκάπηλους (μια πρακτική που συναντάται και τιμωρείται από την αρχαιότητα) να συλήσουν τον τάφο. Ο δεύτερος είναι εντελώς συμβολικός: Επειδή δημιουργεί ένα σημείο αναφοράς μέσα στον χώρο, ένα στοιχείο στο περιβάλλον που φαίνεται από μακριά και συνδέεται με τη μνήμη των κατοίκων της περιοχής, που το βλέπουν συνεχώς και διηγούνται ιστορίες για τους νεκρούς που είναι θαμμένοι από κάτω.

Σφίγγες: Σχετίζονται με τις ταφικές πρακτικές, επειδή είναι πλάσματα της φαντασίας, που αποτελούνται από τρία διαφορετικά ζώα. Έχουν σώμα λιονταριού, κεφάλι ανθρώπου (τις περισσότερες φορές γυναικείου) και συχνά αλλά όχι πάντοτε και φτερά αετού. Συνεπώς εκπροσωπούνται ο άνθρωπος, η άγρια φύση και ο αέρας. Το εξωπραγματικό αυτό πλάσμα έχει μακρά παράδοση στην Ανατολή. Στην Ελλάδα είναι φύλακες του χώρου του τάφου. Πολύ συχνά πάνω από τους απλούς τάφους έστηναν ψηλές στήλες οι συγγενείς του νεκρού, με μια σφίγγα, η οποία λειτουργούσε ως φύλακας του χώρου και έδιωχνε το κακό.

Καρυάτιδες: Πρόκειται για κίονες που έχουν την μορφή γυναίκας. Όταν οι μορφές είναι αντρικές ονομάζονται Άτλαντες. Οι πιο γνωστές είναι αυτές της Ακρόπολης αλλά υπάρχουν πρωιμότερες και μεταγενέστερες. Σχετίζονται συχνά με την ναϊκή αρχιτεκτονική αλλά έχουν και μια ταφική σημασία. Ο κάλαθος που φέρουν στην κεφαλή υπαινίσσεται κάποια σχέση με τη φυτική λατρεία, με την έννοια ότι η φύση περιέχει την αναγέννηση. Σχετίζονται, επίσης, με τη λατρεία της Αρτέμιδος. Ο Ρωμαίος αρχιτέκτονας Βιτρούβιος έλεγε ότι πήραν το όνομά τους από την πόλη Καρυές στη Λακωνία, όπου οι γυναίκες γιόρταζαν με έναν χορό την Άρτεμη Καρυάτιδα, φορώντας στην κεφαλή καλάθια με καλάμια, όμως η πληροφορία του δεν επιβεβαιώνεται.