Σε αναζήτηση πολιτικής διεξόδου από το αδιέξοδο
«Πολυμέτωπη» πρωτοβουλία Ομήρου για εξεύρεση ελάχιστων παρονομαστών συνεννόησης ανάμεσα στην Κυβέρνηση και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα


Οι ραγδαίες έως καταιγιστικές εξελίξεις στο θέμα της ψήφισης του νομοθετικού πλαισίου για τις εκποιήσεις επιβεβαιώνουν τις εκτιμήσεις όσων θεωρούσαν τις διεργασίες γύρω από την ψήφιση του επίμαχου νομοσχεδίου ως θρυαλλίδα καταλυτικών εξελίξεων στο πολιτικό σκηνικό.

Αφενός η διαφαινόμενη ρήξη ανάμεσα στη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, μετά τη νομοθέτηση των συνοδευτικών νομοσχεδίων και την αναφορά/αναπομπή τινών εξ αυτών από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και αφετέρου η επιβεβαιωθείσα (και από επίσημα κυβερνητικά χείλη) μη εκταμίευση της επόμενης δόσης του κυπριακού προγράμματος διαμορφώνουν ένα εξαιρετικά σύνθετο πολιτικό παζλ αντιπαραθετικών περιπλοκών, όπου εμπλέκονται, πλέον, πέραν από την Κυβέρνηση και τη Βουλή, η Τρόικα και οι Ευρωπαίοι εταίροι, στον αντιθετικό διπολικό επιμερισμό «τεχνοκράτες - πολιτική ηγεσία».

Υπό αυτά τα δεδομένα, ούτε και η αναμενόμενη «γνωμάτευση-εξπρές» του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της συνταγματικότητας των αναφερόμενων νομοσχεδίων δεν πρόκειται να λύσει τον «γόρδιο δεσμό» του προβλήματος, το οποίο εκδιπλώνεται φλέγον μέσα σε προεκτάσεις εξόχως πολιτικές.

Ήδη, έως τέτοιο σημασιοδοτείται από τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, δηλαδή ως ένα πολιτικό, πρωτίστως, ζήτημα ύψιστης κρισιμότητας, με κατ’ επείγουσες πολιτικές συνδηλώσεις, που αφορούν αφενός την κοινωνική συνοχή και την προστασία των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού, και, αφετέρου, τις σχέσεις της εκτελεστικής με τη νομοθετική εξουσία, μέσα μάλιστα στη δύσβατη προοπτική εκπλήρωσης της δανειακής δέσμευσης της χώρας.

Αντιδρά η Βουλή
Επιπρόσθετα, παραμένει αναλλοίωτη η πεποίθηση των κομμάτων της αντιπολίτευσης περί της συνταγματικότητας των αναπεμφθέντων νόμων, παρά την εισαγγελική γνωμάτευση, αλλά και διακηρυγμένη η αποφασιστικότητά τους να αντιδράσουν δυναμικά, στο πλαίσιο των συντεταγμένων κοινοβουλευτικών διατάξεων, στην αναφορά και στην αναπομπή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Ως προς τούτο, εξυφαίνονται ήδη διεργασίες σύμπηξης μετώπου κοινής αντίδρασης των αντιπολιτευόμενων κομμάτων στη Βουλή, με το μέτρο της αναστολής ισχύος του νόμου για τις εκποιήσεις να προβάλλει ως το επικρατέστερο. Αυτό, τουλάχιστον, αποτελεί τη βασική επιδίωξη του ΑΚΕΛ, το οποίο, όπως ανέφερε χθες ο Εκπρόσωπος Τύπου του κόμματος Γιώργος Λουκαΐδης, διαβουλεύεται προς αυτήν την κατεύθυνση με τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης. Μέτρο που φαίνεται να εξετάζει ως δυνατή επιλογή αντίδρασης και το Δημοκρατικό Κόμμα, που και χθες συνέχισε την έντονη και σε υψηλούς τόνους αντιπαράθεση με την Κυβέρνηση.

Αντιπολιτευτικοί διαφορισμοί
Ωστόσο, το αντιπολιτευτικό μέτωπο δεν εμφανίζεται πλήρως συμπαγές και μονολιθικό ως προς την υιοθέτηση μιας κοινής στάσης απέναντι στις εξελίξεις, καθώς, προϊόντων του χρόνου και της επισώρευσης των αποτελεσμάτων των αποφάσεων της ολομέλειας της Βουλής και του Προέδρου της Δημοκρατίας, αναφύονται διαφορετικές προσεγγίσεις ως προς την εκτίμηση της κρισιμότητας της κατάστασης, των παραμέτρων του προβλήματος, του τρόπου υπέρβασης της κρίσης, αλλά και της επικοινωνιακής διαχείρισης αυτής της τελευταίας.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, θα πρέπει να προσγραφεί ως μια προσπάθεια γεφύρωσης των διαφορών ή τουλάχιστον εξεύρεσης ενός μίνιμουμ consensus συνεννόησης ανάμεσα στην Κυβέρνηση και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα, η πρόσφατη πρωτοβουλία του Προέδρου της ΕΔΕΚ και της Βουλής των Αντιπροσώπων Γιαννάκη Ομήρου, να συναντήσει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, εισηγούμενος ένα πλαίσιο συλλογικής διαβούλευσης όσον αφορά την εφαρμογή σύνολου του μνημονιακού προγράμματος σταθεροποίησης της κυπριακής οικονομίας και όχι απλώς επιμέρους προνοιών του, στην προοπτική μιας πιο διεκδικητικής διαπραγμάτευσης με τους δανειστές.

Χαρακτηριστική είναι η επισήμανση σημαίνοντος στελέχους των Σοσιαλδημοκρατών στη «Σ», ότι, εφεξής, στο σημείο που έφθασαν τα πράγματα, και ανεξαρτήτως επιμερισμού ευθυνών γι’ αυτά, εκείνο που προέχει, πρωτίστως αυτήν τη στιγμή, είναι η υπέρβαση της συντελεσθείσας κρίσης, αλλά και η επιτυχής διαπραγμάτευση των «υπολοίπων του προγράμματος προσαρμογής». Αυτό, υπέδειξε, μπορεί να επιτευχθεί, κατά το δυνατόν, μόνο μέσα από μια ειλικρινή συλλογική διαβούλευση όλων των πολιτικών δυνάμεων με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Κυβέρνηση, μέσα σ’ ένα πιο διεκδικητικό πλαίσιο, προκειμένου να ενισχυθεί ο Πρόεδρος στη διαπραγματευτική του προσπάθεια, που εμφανώς παρουσιάζεται αιχμηρή αυτήν τη στιγμή, επισημαίνοντας, ταυτόχρονα, πως για την ευόδωση του συγκεκριμένου στόχου «την κύρια ευθύνη ασφαλώς έχει ο Πρόεδρος Αναστασιάδης».

Η μη εκταμίευση
Η κατάσταση, σημείωσε περαιτέρω, «προβάλλει εξαιρετικά κρίσιμη, και μόνο μέσα από διεργασίες διακομματικής συνεννόησης μπορεί να διαμορφωθούν οι όροι ουσιαστικής εξόδου από το αδιέξοδο». Τόνισε, παράλληλα, πως η μη εκταμίευση της επόμενης δόσης του κυπριακού προγράμματος από το Γιούρογκρουπ πρέπει να προσμετράται, πλέον, απ’ όλους, ως μια κεφαλαιώδης παράμετρος του προβλήματος, καθώς επίσης και «οι αφόρητες πιέσεις που ασκούνται από διάφορες πλευρές επί της Κύπρου». Ξεκαθάρισε, ωστόσο, πως για τους Σοσιαλδημοκράτες η προστασία των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού είναι θέση αρχής και ως εκ τούτου αδιαπραγμάτευτη, αφού ενδεχόμενη παραγνώρισή της θα ρηγματώσει επικίνδυνα την κοινωνική συνοχή.

Υπογράμμισε, επιπρόσθετα, πως με την ενέργειά του ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να αναφέρει τα τέσσερα νομοσχέδια στο Ανώτατο Δικαστήριο παραμένει έκθετος, χαρακτήρισε, ωστόσο, ως περισσότερο ομαλή, συνταγματικά, την επιλογή της αναφοράς, αφού αποφεύγονται επιπλέον αντιπαραθέσεις ανάμεσα στη Βουλή και την Κυβέρνηση.

Ερωτηθείσα από την εφημερίδα μας, κατά πόσον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας κατέστη θετικός κοινωνός των προβληματισμών που του εξέθεσε ο Γιαννάκης Ομήρου, επισήμανε πως, πράγματι, «ο Πρόεδρος επέδειξε διάθεση θετικής ανταπόκρισης στην έκκληση», σημείωσε, ωστόσο, πως δεν μπορεί να εμπεδωθεί το επιδιωκόμενο κλίμα συνεννόησης και συνδιαβούλευσης, όταν άλλοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι (ονοματίζοντας τον Υπουργό Οικονομικών Χάρη Γεωργιάδη), «υιοθετούν πρωτοβουλίες προς την άλλη κατεύθυνση, όπως, για παράδειγμα, η ανακίνηση θέματος εφάπαξ των δημοσίων υπαλλήλων».

Τόνισε, τέλος, πως η ΕΔΕΚ, παρ’ ότι καταψήφισε το βασικό νομοσχέδιο για τις εκποιήσεις, «αναζητεί κανάλια συνεννόησης με την Κυβέρνηση», διατηρώντας, ταυτόχρονα, ανοικτά τα κανάλια επικοινωνίας με όλα τα κόμματα.

Μη παραγωγικές κρίσεις
Πάντως, στελέχη αντιπολιτευόμενων κομμάτων, παρά το ότι επιρρίπτουν σαφείς ευθύνες κατά της Κυβέρνησης για τις εξελίξεις, και ιδία στο Υπουργείο Οικονομικών, εντούτοις, κάνουν λόγο για την «επικίνδυνη διαμόρφωση ενός αντενεργού πεδίου κρίσης», με την αλληλουχία μιας κλιμακούμενης σειράς πολιτικών κρίσεων ανάμεσα στα κόμματα της αντιπολίτευσης και την Κυβέρνηση, για την οποία «η συνευθύνη και της αντιπολίτευσης είναι σαφής», χωρίς την προοπτική μιας παραγωγικής διεξοδικότητας.

«Αυτή η διαδικασία δεν φαίνεται να έχει καμία έκβαση, εάν δεν εστιάζει είτε στην επιδίωξη μιας ανοικτής συναινετικής επίτευξης είτε, κατ’ αντίθετη φορά, στην ευθεία αμφισβήτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας ή του Υπουργού Οικονομικών». Διαφορετικά, επισημαίνουν, θα έχει ως αποτέλεσμα τη σταδιακή φθορά του θεσμικού δεσμού ανάμεσα στις διάφορες δομές της Πολιτείας και τους φορείς τους, αφού πρόκειται για «πολιτικές κρίσεις μη παραγωγικές», που δεν επιλύουν τις υφιστάμενες αγκυλώσεις με παραγωγικό τρόπο.