Ποιοι έχασαν, ποιοι κέρδισαν από τη μάχη των εκποιήσεων
Το Κοινοβούλιο κατάφερε να λειτουργήσει ως «συγκυβερνώσα» δομή, μέσα από μια μακρά διεργασία συντεταγμένης διαβουλευτικότητας, εκεί όπου η Κυβέρνηση επέδειξε αβελτηρία και δισταγμό
Ο… θούριος υπέρ της κοινοβουλευτικής υπευθυνότητας, που εκστόμισε ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, Αβέρωφ Νεοφύτου, στην Ολομέλεια της Βουλής το περασμένο Σάββατο, στο πλαίσιο της συζήτησης/ψήφισης των νομοσχεδίων για τις εκποιήσεις, αποκρυσταλλώνει το πολιτικό modus operandi μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων που προηγήθηκε αλλά και αποτέλεσε το υπόβαθρο της πολυήμερης διαβούλευσης για το νομοθετικό πλαίσιο, το οποίο ρυθμίζει το καθεστώς των μη εξυπηρετούμενων δανείων.
Το έντονο αντιπαραθετικό κλίμα της τελευταίας περιόδου γύρω από την ψήφιση του επίμαχου νομοσχεδίου, εξέβαλε σ’ έναν επιτυχή πειραματισμό αμφίπλευρα συναινετικών διαπλεύσεων, που είχαν ως αποτέλεσμα, μια διαφαινόμενη, τουλάχιστον σε επικοινωνιακό επίπεδο, μείζων πολιτική κρίση, να μετουσιωθεί, παρά τις διαφορές, τις διαφοροποιήσεις και αποκλίσεις, σ’ ένα εποικοδομητικό, αν και ασταθές ακόμη, consensus ανάμεσα στη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία και τις πολιτικές δυνάμεις στο σύνολό τους.
Παράπλευρες «προσθαφαιρέσεις»
Σ’ αυτήν, βεβαίως, την… ακροβατούσα αρχιτεκτονική των ισορροπιών, υπήρξαν παράπλευρες πολιτικές απώλειες, αλλά και προσθέσεις, για όλους τους πολιτικούς παίκτες, σ’ ένα σύνθετο συμψηφισμό απωλειών και κερδών.
Κατ’ αρχήν, υπήρξε, παρά τις όποιες αναδιπλώσεις και παλινδρομήσεις, μια τελεσφόρα δοκιμή ευστάθειας του πολιτικού συστήματος, που κατάφερε να εξεύρει τις ακρογωνιαίες κοινές συνισταμένες για την αποφυγή -σε πρώτο στάδιο τουλάχιστον, καθώς έπονται οι… ακροβατισμοί ενδεχόμενων αναπομπών-, μιας μείζονος πολιτικής κρίσης, που θα έφερνε σε πλήρη αντιπαράθεση και αναντιστοιχία τη νομοθετική με την εκτελεστική εξουσία, με όλα τα συνεπακόλουθα.
Πάρα τις υψηλές αντιπαραθετικές κορώνες, η επιδειχθείσα βούληση διαλογικής ουσιαστικότητας και… ευπρέπειας, είχε ως αποτέλεσμα, ένα από τα κυρίαρχα διακυβεύματα της συγκυρίας, η διαφύλαξη δηλαδή του δεσμού των θεσμικών πολιτειακών ισορροπιών, να παραμείνει, κατά το μάλλον ή ήττον, ανέπαφη.
Σε δεύτερο επίπεδο, αναπτύχθηκε μία ιδιαίτερα παραγωγική και δημιουργική συνεργασία μεταξύ όλων των κοινοβουλευτικών δυνάμεων, γεγονός που καταδεικνύει ότι, παρά τους όποιους επικαιρικούς καιροσκοπισμούς ή και χρόνιες λειτουργικές αγκυλώσεις του πολιτειακού συστήματος, η Βουλή μπορεί να διαχειρίζεται επιτυχώς πολύ κρίσιμα ζητήματα, συμβάλλοντας, με αυτόν τον τρόπο, στη διαμόρφωση όχι μόνο αποτελεσματικών αλλά και διεξοδικών πολιτικών, εκεί όπου αναφύονται σκόπελοι και δυσκατάβλητα εμπόδια.
Είναι πάγκοινη παραδοχή ότι παρήχθη, μέσα στον ελαύνοντα ζόφο μιας δυσχερέστατης πολιτικής συγκυρίας, ουσιαστικό πολιτικό και νομοθετικό έργο, γεγονός που συνιστά αξιοποιήσιμη παρακαταθήκη για τα επερχόμενα του κοινοβουλευτικού μας βίου.
Διεργασίες πραγματικής διαβούλευσης
Η Βουλή, μέσα από την εκδίπλωση μιας διαδικασίας πραγματικής διαβούλευσης, παρήγαγε ουσιαστικό έργο, καλύπτοντας ακόμη και κενά της κυβερνητικής πολιτικής. «Παραφραστικά» και ενδεχομένως υπερβάλλοντας, κατάφερε να λειτουργήσει ως «συγκυβερνώσα», εκεί όπου η Κυβέρνηση επέδειξε αβελτηρία και δισταγμό, μέσα από μια μακρά διεργασία συντεταγμένης διαβουλευτικότητας τόσο με τα συναπαρτίζοντα μέρη της όσο και με την εκτελεστική εξουσία.
Στο πλαίσιο αυτό και πράττοντας τοιουτοτρόπως, πέτυχε να αρθεί πάνω από οιεσδήποτε ενδεχόμενες κατηγορίες για διεκδίκηση «συγκυβερνώντος ρόλου», αφοπλίζοντας την κυβερνητική πλευρά από την επίκληση μιας παρόμοιας αιτίασης.
Τα αυτά, δεν μπορεί να ειπωθούν για την Κυβέρνηση, και ιδία τους δύο αρμόδιους υπουργούς της, Υπουργό Οικονομικών, Χάρη Γεωργιάδη (πρωτευόντως), και Υπουργό Εσωτερικών, Σωκράτη Χάσικο (δευτερευόντως), που εμφανίστηκαν να λειτουργούν σε ρόλο δευτεραγωνιστή και εμφανώς πίσω από το «τρένο» των διακοινοβουλευτικών ζυμώσεων. Επιπροσθέτως, μπορεί κάλλιστα να ειπωθεί πως (κυρίως) ο ΥΠΟΙΚ παρέμεινε όχι ήκιστα εκτεθειμένος, καθώς η εμμονική «προσφυγή» του στην αδιαλλαξία της Τρόικας να αποδεχθεί οιεσδήποτε αλλαγές στο Νομοσχέδιο, κατέρρευσε στην «πλημμυρίδα» των πολλαπλών αλλαγών που παρεισέφρησαν.
Αν και πίσω από την «πληγείσα» εικόνα του Υπουργού Οικονομικών μερικοί διαβλέπουν την… απούσα φιγούρα του Προέδρου της Δημοκρατίας, εντούτοις, ο Χάρης Γεωργιάδης συσσωματώνει, στη στάση και τους χειρισμούς του, τη «μοιραία», από κυβερνητικής πλευράς, εκδήλωση ακαμψίας και έλλειψης διεκδικητικών πρωτοβουλιών, εμμένοντας στο ξεθωριασμένο, πλέον, ιδεολόγημα της αδιάτρητης αρνητικότητας των δανειστών και των εκπροσώπων τους.
Χορεύοντας με… δυο παρτενέρ
Στην αντίπερα πλευρά, στους κύριους κερδισμένους, τόσο πολιτικά όσο και επικοινωνιακά, της (συνεχιζόμενης) «μάχης των εκποιήσεων» συναριθμούνται, στην ίδια περίπου γραμμή «επικερδότητας», ο Πρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος, Νικόλας Παπαδόπουλος, και ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, Αβέρωφ Νεοφύτου.
Ο πρώτος, ανεδείχθη στον κύριο ρυθμιστή των διακομματικών ζυμώσεων, που οδήγησαν στην επικράτηση των επιτελεσθεισών συναινετικών και εξισορροπητικών ρυθμίσεων, μη αφιστάμενος των δύο κεντρικών στρατηγικών του, στις οποίες παρέμεινε μέχρι τέλους συνεπής: Αφενός, της στρατηγικής παραμονής εντός του μνημονίου, και, αφετέρου, της στρατηγικής της επικαιροποίησης αυτού του τελευταίου, στο πλαίσιο μιας διεκδικητικής επαναδιαπραγμάτευσης. Ταυτόχρονα, επέδειξε μιαν αξιοσημείωτη ικανότητα να «χορεύει» ταυτόχρονα με δύο παρτενέρ, με κινήσεις αμφίπλευρες τόσο προς τη δεξιά όσο και προς την αριστερά, αναδεικνυόμενος σε συντελεστή σύνθετων πολυπολικών διεργασιών στο ευρύτερο πολιτικό σκηνικό, προφανώς και με βλέψη αιχμής το μέλλον.
Η δεύτερη… επανάσταση του Αβέρωφ
Ο δεύτερος, αποφεύγοντας να ταυτιστεί με την Κυβέρνηση, πέτυχε να λειτουργήσει τόσο ως γεφυροποιός ανάμεσα στην κυβερνητική πλευρά και το νομοθετικό σώμα, αλλά και να αναπτύξει έναν ουσιαστικό, παραγωγικό ρόλο στη διαπραγμάτευση με την Τρόικα. Ο πρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος απεδείχθη ένας αξιόπιστος συνομιλητής, ανοικτός στη συζήτηση και στις αλλαγές, χωρίς την ίδια ώρα να αποσύρει τη στήριξή του προς την Κυβέρνηση. Έναντι της οποίας, ωστόσο, δεν εφείσθη αιχμών και κριτικής. Μάλιστα, πολλοί ερμηνεύουν τις ευθείες επικρίσεις του κατά της Τρόικας, στο πλαίσιο της ομιλίας του στην Ολομέλεια της Βουλής το περασμένο Σάββατο, ως έμμεσες προειδοποιητικές βολές κατά της ίδιας της Κυβέρνησης, όσον αφορά, εφεξής, τη στάση και συμπεριφορά της στη διαπραγματευτική αρένα.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που η εν γένει στάση του στο θέμα της διαμόρφωσης του νομοθετικού πλαισίου για τις εκποιήσεις χαρακτηρίζεται ήδη, από παροικούντες στα υψηλά δώματα της Πινδάρου, ως «η δεύτερη… επανάσταση του Αβέρωφ», μετά την έντονη αντίδραση και διαφοροποίησή του έναντι των επιλογών του Προεδρικού στον ανασχηματισμό της Κυβέρνησης. Και, προφανώς, οι πόντοι που κερδίζει ως πολιτικός αρχηγός ο κ. Νεοφύτου, υπό προϋποθέσεις μπορεί να προσμετρηθούν και ως πόντοι του κυβερνώντος κόμματος, παρά την προφανή ευθύνη της συμμετοχής στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής.
Η υπέρβαση του ΑΚΕΛ
Αντίθετα, δύο όψεις έχει το νόμισμα των συμψηφισμών για το ΑΚΕΛ, το οποίο, αφενός, μπορεί να κέρδισε σημαντικούς πόντους, λόγω της «υπεύθυνης στάσης» που επέδειξε, έστω διαβλέποντας ότι τα κόμματα της κεντροδεξιάς θα υπερψήφιζαν το νομοθετικό πλαίσιο, αλλά, αφετέρου, παρέμεινε, εν μέρει, έκθετο στους καταιγισμούς της έντονα απορριπτικής ρητορικής που υιοθέτησε καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου.
Αυτό, ωστόσο, δεν παραγράφει το γεγονός, ότι, το κόμμα της μείζονος αντιπολίτευσης, αν και απεδείχθη, στην πράξη, «ανακόλουθο» σε σχέση με τις έντονα διακηρυγμένες τοποθετήσεις του και τις προσδοκίες που καλλιέργησε στους ΑΚΕΛικούς ψηφοφόρους, με τη συναινετική του στάση έναντι του νομοθετικού πλαισίου, επιτέλεσε μία μη αναμενόμενη υπέρβαση, η οποία, βεβαίως, αναγιγνώσκεται πολλαχώς. Από τη μια, ως ικανότητα να «συμπλέει» ακόμη και με την Κυβέρνηση, σε κρίσιμα ζητήματα πολιτικής, όταν διακυβεύονται οι ουσιώδεις προοπτικές επιβίωσης του τόπου, και, από τη άλλη, ως ικανότητα εις βάθος και εις πλάτος συνεργασίας με τα λοιπά κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως κατέδειξαν οι κοινές τροπολογίες που κατέθεσε με το ΔΗΚΟ, την ΕΔΕΚ και το Κίνημα Οικολόγων.
Θετικό πρόσημο
Παράλληλα, με θετικό πρόσημο εξέρχεται από τη διαπραγμάτευση του νομοσχεδίου η ΕΔΕΚ, καθώς αποτέλεσε τον δεύτερο κύριο ρυθμιστή των ζυμώσεων προς την κατεύθυνση διαμόρφωσης ενός συναινετικού και, κατά το μάλλον ή ήττον, γενικά αποδεκτού νομοθετικού πλαισίου για τις εκποιήσεις. Ταυτόχρονα, οι Σοσιαλδημοκράτες επιτέλεσαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του αντιπολιτευτικού αντιεκποιητικού μετώπου, ενώ παρέμειναν συνεπείς στη «θέση αρχής» για την καταψήφιση του νομοσχεδίου, αν και διαδραμάτισαν ιδιαίτερα παραγωγικό ρόλο στις διεργασίες αναδιαμόρφωσης και εμπλουτισμού του με περισσότερο φιλολαϊκές ρυθμίσεις.
Ανάλογο παραγωγικό ρόλο στη διαμόρφωση του πλαισίου της νομοθεσίας, με πληθώρα προτάσεων και τροπολογιών, επιτέλεσαν και τα μικρότερα κόμματα. Τόσο το ΕΥΡΩΚΟ, που υπερψήφισε το νομοσχέδιο, όσο και το Κίνημα Οικολόγων και η Συμμαχία Πολιτών, που το καταψήφισαν, επέδειξαν, άλλος περισσότερο άλλος λιγότερο, νομοθετικό και νομο-παραγωγικό ύψος υπέρτερο του κοινοβουλευτικού τους εκτοπίσματος, γεγονός που θα πρέπει να εμβάλει σε σοβαρούς προβληματισμούς όσους απεργάζονται τη συρρίκνωση της εκπροσώπησης του εκλογικού σώματος, μέσα από αντιδημοκρατικές, στην ουσία τους, μεταρρυθμίσεις της εκλογικής νομοθεσίας.




