Με δυναμική αντίδραση στη Βουλή προειδοποιεί η αντιπολίτευση
Έξι νομοθετήματα θα παραπεμφθούν στη Νομική Υπηρεσία, προκειμένου να εξεταστεί η συμβατότητα τους με το Σύνταγμα και το ευρωπαϊκό κεκτημένο
Ως «αιτία πολέμου» ανάμεσα στην εκτελεστική και τη νομοθετική εξουσία θεωρούν τα κόμματα της αντιπολίτευσης ενδεχόμενη αναπομπή εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας νομοσχεδίων και προτάσεων νόμου για τις εκποιήσεις, όπως ψηφίστηκαν το περασμένο Σάββατο από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
Ο Γ.Γ. του ΑΚΕΛ, Άντρος Κυπριανού, προειδοποίησε χθες, σε υψηλούς τόνους, ότι, ενδεχόμενη αναπομπή νομοσχεδίων, θα έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση πολιτικής κρίσης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, διαμηνύοντας ότι το κόμμα της μείζονος αντιπολίτευσης θα αντιδράσει δυναμικά, προκειμένου να «προστατεύσει τον λαό» από τις επιπτώσεις που θα επέλθουν. Κάλεσε, παράλληλα, τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, να μην προχωρήσει σε αναπομπή της νομοθεσίας, αλλά να μεταφέρει το θέμα από τους «υπηρεσιακούς της Τρόικας», στα πολιτικά κέντρα αποφάσεων της Ε.Ε.
Την ίδια ώρα, ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ, Νικόλας Παπαδόπουλος, κάλεσε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να μην καταστρέψει το δίχτυ προστασίας για την ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο «όχι μόνον από σεβασμό στην κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αλλά - κυρίως - από σεβασμό στο δικαίωμα του πολίτη στην περιουσία του». Σ’ αυτή την περίπτωση, επισήμανε σε δηλώσεις του στο «Sigma», «ο Πρόεδρος θα απομονώσει τον εαυτό του και θα έρθει σε σύγκρουση με τη Βουλή. Η δύναμη της Βουλής είναι να μην εγκρίνει νομοσχέδια, και έχουμε τον τρόπο να αντιδράσουμε» κατέληξε.
Ουδεμία συναίνεση σε αναπομπές
Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ, Γιαννάκης Ομήρου, διεμήνυσε, με ανάλογη ένταση, ότι το Κίνημα Σοσιαλδημοκρατών δεν πρόκειται, σε ουδεμία περίπτωση, να συναινέσει σε οιεσδήποτε αναπομπές, που θα έχουν ως συνεπακόλουθο να μείνουν ανοχύρωτες, ενώπιον της συνεχιζόμενης κρίσης, οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες του πληθυσμού.
Στο ενδεχόμενο αναπομπών αναφέρθηκε σε δηλώσεις της και η Εκπρόσωπος Τύπου των Οικολόγων, Ελ. Χρυσοστόμου, τονίζοντας ότι το Κίνημα δεν θα αποδεχθεί καμία υποχώρηση στο θέμα των εκποιήσεων. Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της Συμμαχίας Πολιτών, Γ. Λιλλήκας, εξέφρασε απορία για τις εκκλήσεις των κομμάτων που ψήφισαν το Νομοσχέδιο προς τον Πρόεδρο να μην αναπέμψει τον Νόμο, υπονοώντας πως υπηρετούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες.
Θεσμικές και πολιτικές προεκτάσεις
Υπό αυτά τα δεδομένα, καθίσταται προφανές πως το θέμα των εκποιήσεων, περιλαμβάνει, πέραν από την οικονομική πτυχή του, ιδιαίτερα σημαντικές θεσμικές και πολιτικές προεκτάσεις, όσον αφορά, κυρίως, στις σχέσεις ανάμεσα στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, με επίκεντρο τον θεσμικό ρόλο της Βουλής, αλλά και όσον αφορά στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης της Κυβέρνησης με την Τρόικα, σε σχέση με την εφαρμογή του μνημονίου.
Δεν υποχωρούν τα κόμματα
Χαρακτηριστική του κλίματος που επικρατεί στα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι δήλωση σημαίνοντος στελέχους του Κινήματος Σοσιαλδημοκρατών στην εφημερίδα μας, το οποίο, υπογράμμισε, με απόλυτη κατηγορηματικότητα, ότι η ΕΔΕΚ, σε περίπτωση αναπομπής, δεν πρόκειται να υποχωρήσει ούτε κατά ένα βήμα, και θα απορρίψει την αναπομπή. «Ούτε πρόκειται να εμπλακούμε σε θεσμικά παιγνίδια, τα οποία θα έχουν ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση του νομοθετικού ρόλου της Βουλής αλλά και το να μην ψηφίζονται οι επιβαλλόμενες νομοθεσίες» τόνισε, επισημαίνοντας, παράλληλα, ότι εάν αποσυρθεί έστω και μία τροπολογία ή νομοσχέδιο, τότε, αποτέλεσμα θα είναι η κατάρρευση πλήρους του νομοθετικού πλαισίου για τις εκποιήσεις.
«Ασφαλώς, πρόκειται για συνταγματικό δικαίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας», διευκρίνισε, ωστόσο, πρόσθεσε περαιτέρω, ενδεχόμενη ενεργοποίησή του, «θα προκαλέσει θεσμικές αναταράξεις, αρκετά επιζήμιες για τον τόπο, στην κρίσιμη αυτή περίοδο που διερχόμαστε».
Το ίδιο στέλεχος εξέφρασε, επιπρόσθετα, την άποψη, ότι το ζήτημα έχει ξεφύγει από την καθ’ αυτό οικονομική του χροιά, προσλαμβάνοντας πολλαπλές πολιτικές διαστάσεις, που αφορούν στον ρόλο της Βουλής και τις σχέσεις της με την εκτελεστική εξουσία, αλλά και το πλαίσιο διαπραγμάτευσης της Κυβέρνησης με τους εκπροσώπους των δανειστών μας. «Το θέμα είναι εξόχως πολιτικό», υπέδειξε, προσθέτοντας πως «δεν μπορεί, κάθε φορά, η Βουλή και οι συντεταγμένες εξουσίες της κυπριακής Πολιτείας να καθίστανται όμηροι των εκβιασμών της Τρόικας».
Έξι νομοθετήματα στη Νομική Υπηρεσία
Ο Κυβ. Εκπρόσωπος, Ν. Χριστοδουλίδης, ανέφερε χθες πως «έξι νομοθετήματα που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, θα παραπεμφθούν στη Νομική Υπηρεσία για να εξεταστεί η συμβατότητά τους με το Σύνταγμα και το ευρωπαϊκό κεκτημένο». Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σημείωσε, προτού λάβει οριστικές αποφάσεις όσον αφορά τα έξι νομοθετήματα θα αναμένει τη θέση της Τρόικας.
Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με πληροφορίες της «Σ», το ΔΝΤ, που ούτε και χθες προέβη σε κάποια επίσημη αντίδραση για το νομοσχέδιο, δεν φαίνεται να ευνοεί αναπομπή νομοθετημάτων.
Τι προβλέπει το Σύνταγμα
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δικαιούται να αναπέμψει νόμο ή απόφαση της Βουλής επικαλούμενος ασυμβατότητα αυτής προς το Σύνταγμα ή/και αντίθεσή της προς το δημόσιο συμφέρον.
Συγκεκριμένα, το άρθρον 140 του Συντάγματος προβλέπει τα εξής: «Ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας από κοινού προ της εκδόσεως νόμου ή αποφάσεώς τινος της Βουλής των Αντιπροσώπων δικαιούνται να αναφερθώσιν εις το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον ίνα γνωματεύση τούτο, κατά πόσον ο εν λόγω νόμος, απόφασις ή ωρισμένη διάταξις αυτών ευρίσκεται εις αντίθεσιν ή είναι ασύμφωνος προς διάταξίν τινα του Συντάγματος δι’ οιονδήποτε άλλον λόγον πλην της δυσμενούς εις βάρος εκατέρας κοινότητος διακρίσεως ή ευρίσκεται σε αντίθεση ή είναι ασύμφωνος προς το δίκαιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.
Επίσης, το άρθρον 141 του Συντάγματος, προβλέπει τα εξής: «Ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος της Δημοκρατίας δύναται προ της εκδόσεως νόμου επιβάλλοντος διατυπώσεις, όρους ή περιορισμούς του διά του άρθρου 25 ηγγυημένου δικαιώματος ν’ αναφερθή εις το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον, ίνα γνωματεύση τούτο κατά πόσον αι διατυπώσεις, οι όροι ή οι περιορισμοί τίθενται ή όχι προς το δημόσιον συμφέρον ή είναι αντίθετοι προς τα συμφέροντα της κοινότητος αυτού…».
Σύμφωνα με το άρθρο 51 του Συντάγματος, που αναφέρεται στη λειτουργία της Βουλής, η Βουλή, σε περίπτωση αναπομπής, αποφασίζει επί του αναπεμφθέντος θέματος εντός δεκαπέντε ημερών από της αναπομπής. Εάν η Βουλή εμμείνει στην απόφασή της, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υποχρεούται, τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος, να εκδώσει, διά δημοσιεύσεως στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας, τον νόμο ή την απόφαση.
«Να αποφευχθεί η αντιπαράθεση με τη Βουλή»
Μιλώντας στη «Σ» για το ενδεχόμενο αναπομπής ο έγκριτος νομικός, Ανδρέας Αγγελίδης, επισήμανε ότι, σε κάθε περίπτωση, το Σύνταγμα προβλέπει τις συντεταγμένες διαδικασίες, τόσο από πλευράς Προέδρου της Δημοκρατίας όσο και από πλευράς Βουλής των Αντιπροσώπων. Αναφερόμενος, ωστόσο, στην πολιτική πτυχή του θέματος, ο κ. Αγγελίδης επισήμανε ότι, «εάν εισέλθουμε σε μια διαδικασία αναπομπής, δεν θα έχουμε νόμο, και, αυτό, θα έδινε τη δυνατότητα στην Τρόικα να αποδυθεί σ’ ένα ακόμη σκληρότερο παιγνίδι έναντι της Κυπριακής Δημοκρατίας».
Την ίδια ώρα, πρόσθεσε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο οποίος, βεβαίως, υφίσταται τις πιέσεις των δανειστών, «δεν θα πρέπει να έρθει σε αντιπαράθεση με τη Βουλή των Αντιπροσώπων», ιδιαίτερα σε μια κρίσιμη περίοδο που απαιτεί σύμπνοια και σύμπλευση των θεσμών και των πολιτικών δυνάμεων.
«Ο Πρόεδρος θα έπρεπε να είναι φρουρός της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας»
Αναφερόμενος στη νομική αλλά και στην πολιτική πτυχή του θέματος ο έγκριτος νομικός, Γιώργος Κολοκασίδης, επισήμανε στη «Σ» ότι σαφώς ο «Πρόεδρος της Δημοκρατίας δικαιούται να αναπέμψει στη Βουλή οποιοδήποτε νομοθέτημα βάσει της θεσμοποιημένης διαδικασίας συνταγματικού προβλεπόμενου διαλόγου μεταξύ του Προέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής, που προβλέπεται στο άρθρο 51 του Συντάγματος. Η διαδικασία που προβλέπεται είναι ανέλεγκτη και απεριόριστη ως προς τους λόγους που δικαιολογούν την αναπομπή.
Συνεπώς, ο Πρόεδρος λειτουργεί εντός των αρμοδιοτήτων του αν αναπέμψει νομοθέτημα, διότι κρίνει ότι διακυβεύεται η ευρωπαϊκή οικονομική στήριξη όπως προβλέπεται στο ισχύον μνημόνιο». Ως εκ τούτου, σημείωσε περαιτέρω, «τα περί «πολιτικής κρίσης» σε περίπτωση αναπομπής είναι αχρείαστα και υπερβολικά. Η Βουλή σε περίπτωση αναπομπής πολύ απλά μπορεί να εμείνει στα νομοθετήματα, παραμερίζοντας της προεδρικές ανησυχίες. Δεν είναι όμως αυτό που έχει γίνει. Ο Πρόεδρος έχει παραπέμψει στον Γενικό Εισαγγελέα έξι νομοθετήματα, μεταξύ αυτών και το νομοθέτημα για την προστασία της πρώτης κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης.
Είναι ένα θέμα αν εγείρονται ζητήματα καταπάτησης ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αυτά κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Εδώ δικαιολογείται αυτός ο συνταγματικός έλεγχος. Είναι όμως άλλο πράγμα να επιχειρείται, αν αυτό όντως επιχειρείται, να αμφισβητηθεί στη βάση των αποφάσεων ή των κελευσμάτων της Τρόικας η κυριαρχία του κυπριακού κοινοβουλίου να νομοθετήσει σε θέματα πολιτειακού, κοινωνικού ενδιαφέροντος όπως είναι το ζήτημα της προστασίας της πρώτης κατοικίας και της επαγγελματικής στέγης. Μέχρι σήμερα», πρόσθεσε ο κ. Κολοκασίδης,
«ο Πρόεδρος διαλεγόταν με τα κόμματα σε πολιτικό επίπεδο για αυτά τα θέματα: ότι δηλαδή τέτοια νομοθέτηση υπονομεύει το πρόγραμμα διάσωσης. Είτε διαφωνεί είτε συμφωνεί κάποιος με τον Πρόεδρο, είναι δικαίωμά του να θέτει τέτοιο πολιτικό ισχυρισμό. Δεν είναι όμως αποδεκτό, επειδή ο Πρόεδρος είναι δυσαρεστημένος με το κοινοβουλευτικό αποτέλεσμα, να καταλήγει να θέτει υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα του κοινοβουλίου να νομοθετήσει σε αυτά τα ζητήματα. Ο Πρόεδρος θα έπρεπε να λειτουργεί ως φρουρός της κοινοβουλευτικής κυριαρχίας έναντι των Βρυξελλών και όχι να επιχειρεί να αναγάγει σε αδιαμφισβήτητο κανόνα τα επιθυμίες των ευρωπαίων δανειστών μας».




