Αναζητείται κοινώς αποδεκτή μεθοδολογία και διαδικασία για τη συνέχεια
Πού εντοπίζεται η εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις και γιατί κάποια κόμματα δεν συμφωνούν με την ιδέα του Προέδρου Αναστασιάδη για καταγραφή των συγκλίσεων
ΠΟΙΕΣ ΑΝΗΣΥΧΙΕΣ έχει η αντιπολίτευση και γιατί ζητά συζήτηση της στρατηγικής μας
Αν και η διαδικασία στο Κυπριακό έχει μπει σε αυγουστιάτικους ρυθμούς, χωρίς οποιεσδήποτε αξιοσημείωτες εξελίξεις, περί τα τέλη του τρέχοντος μηνός οι διαπραγματευτές των δύο πλευρών θα συναντηθούν ξανά, με στόχο να λύσουν τον γόρδιο δεσμό που δημιούργησε η τελευταία συνάντηση Αναστασιάδη-Έρογλου. Αυτόν της τεράστιας διαφωνίας για τον τρόπο που θα προχωρήσουν οι συνομιλίες από εδώ και πέρα. Ως γνωστόν, ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και ο Ντερβίς Έρογλου, έχουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις σε σχέση με τον τρόπο που θα συνεχιστούν οι συνομιλίες και ποια θα είναι η βάση πάνω στην οποία θα διεξαχθεί το πάρε-δώσε.
Και για να προχωρήσει η διαδικασία σε ένα χειροπιαστό αποτέλεσμα, θα πρέπει να βρεθεί μια κοινή συνισταμένη, σε ζητήματα στα οποία καμία από τις δύο πλευρές δεν εμφανίζεται, προς το παρόν, πρόθυμη να υποχωρήσει. Όσον αφορά δε τα Ηνωμένα Έθνη, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, σύμφωνα με πληροφορίες, τους έχει ζητήσει η όποια ανάμιξή τους στο θέμα να γίνει άτυπα, σε επίπεδο βολιδοσκόπησης, προειδοποιώντας πως δεν πρόκειται να αποδεχθεί επίσημη ή γραπτή παρέμβασή τους.
Τελείωσε ή όχι;
Μια από τις πιο σοβαρές διαφωνίες ανάμεσα στις δύο πλευρές, η οποία καταδεικνύει πως κάτι πήγε λάθος με το «ξεκαθάρισμα» της διαδικασίας, το οποίο υποτίθεται ότι διασφαλίσαμε από την αρχή του νέου γύρου των συνομιλιών, φαίνεται να είναι το κατά πόσον τελείωσε η δεύτερη φάση ή όχι. Η πρώτη φάση, αυτή της αξιολόγησης/συνεκτίμησης (screening) ολοκληρώθηκε μερικές εβδομάδες μετά το κοινό ανακοινωθέν και ακολούθως ξεκίνησε η δεύτερη φάση, αυτή των ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Κατά τη διαδικασία αυτή, οι δύο πλευρές αντάλλαξαν έγγραφα επί όλων των ζητημάτων. Η ελληνική πλευρά κατέθεσε 17 έγγραφα και η τουρκική 14, επειδή ομαδοποίησε κάποια ζητήματα. Κατά τους Τούρκους, αφού ολοκληρώθηκε αυτή η ανταλλαγή, και όλες οι βασικές θέσεις έχουν καταγραφεί, είναι αρκετά ώριμες οι συνθήκες ώστε οι συνομιλίες να περάσουν στην τρίτη φάση, αυτήν του πάρε-δώσε. Ο Πρόεδρος Αναστασιάδης και η ομάδα του, όμως, έχουν πολύ διαφορετική άποψη, πιστεύοντας ότι η δεύτερη φάση έχει ακόμη αρκετή δουλειά, προτού το έδαφος να είναι έτοιμο για την τρίτη.
Τα έγγραφα
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν ξεκινούσε η δεύτερη φάση, αρκετοί πίστευαν πως θα ήταν μάλλον αισιόδοξο να αναμένουμε ότι οι Τούρκοι θα κατέθεταν έγγραφα επί όλων των πτυχών του Κυπριακού, όπως τους είχε ζητηθεί, και δη στα ζητήματα όπου αυτοί έχουν να δώσουν, επειδή φοβούνταν τις εσωτερικές αντιδράσεις. Όμως, τελικά, ετοίμασαν και παρέδωσαν αυτά τα έγγραφα, εκπληρώνοντας τις μίνιμουμ προϋποθέσεις που είχαν τεθεί, για την επιτυχή ολοκλήρωση αυτής της φάσης.
Η ελληνική πλευρά θεωρεί, βέβαια, τα έγγραφα ελλιπή (π.χ. στο εδαφικό τέθηκαν μόνο κριτήρια και αρνήθηκαν να δώσουν αριθμούς ή χάρτες) και πιστεύει πως αρκετές από τις θέσεις που κατατέθηκαν είναι απαράδεκτες και αντιπαραγωγικές. Πέραν του εδαφικού, οι μεγαλύτερες αποκλίσεις φαίνεται να εντοπίζονται στην εκτελεστική εξουσία και στο περιουσιακό. Δεν παύει, όμως, να είναι γεγονός πως, ανεξαρτήτως του περιεχομένου τους, οι Τούρκοι έχουν όντως παραδώσει αυτά τα έγγραφα.
Ο οδικός χάρτης του Έρογλου
Ακριβώς επειδή και οι δύο πλευρές κατέθεσαν τις θέσεις τους επί όλων των ζητημάτων, οι Τούρκοι πιστεύουν πως η δεύτερη φάση έκανε τον κύκλο της και μπορούν οι συνομιλίες να περάσουν στο πάρε-δώσε. Ο Ντερβίς Έρογλου, άλλωστε, εδώ και καιρό προτείνει την εφαρμογή ενός οδικού χάρτη, που έχει ακτίνα την ημερομηνία των δημοψηφισμάτων και θέλει να κινηθούν οι διαπραγματεύσεις σε αυτούς τους ρυθμούς, ανεξαρτήτως αν κάτι τέτοιο δικαιολογείται από το περιεχόμενό τους. Η ελληνική πλευρά θεωρεί την στάση του Έρογλου παράλογη, αφού πιστεύει πως είναι αντιπαραγωγικό να συζητάς διαδικαστικά δημοψηφισμάτων, απουσία ενός καθαρού ορίζοντα λύσης.
Άτομα κοντά στη διαπραγμάτευση ερμηνεύουν την στάση αυτή του Έρογλου ως απότοκο της εσωτερικής κατάστασης που επικρατεί στα κατεχόμενα. «Το πολιτικό τους κλίμα είναι δηλητηριασμένο, δίνονται μάχες αυτοσυντήρησης», μας ειπώθηκε χαρακτηριστικά. Με δεδομένη την προεκλογική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η Τουρκία, φαίνεται πως οι εδώ εγκάθετοί της δεν λαμβάνουν σαφείς οδηγίες πώς να κινηθούν, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιούν την αοριστολογία ως διαπραγματευτική τακτική, μέχρι ο Ερντογάν και οι συνεργάτες του να θελήσουν να ξανασχοληθούν με το Κυπριακό. Οι παράνομες εκλογές στα κατεχόμενα, σε μερικούς μήνες, επίσης δεν φαίνεται να ευνοούν αποφασιστικά βήματα από την τουρκική πλευρά.
Καταγραφή συγκλίσεων
Η ελληνική πλευρά, από την άλλη, απορρίπτοντας πλήρως τον οδικό χάρτη του Έρογλου, θεωρεί πως υπάρχει ακόμα έδαφος διαπραγμάτευσης κατά τη δεύτερη φάση και δεν υπάρχει νόημα να πάμε σε τρίτη φάση, χωρίς απτό αποτέλεσμα από τη δεύτερη.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προτείνει καταγραφή συγκλίσεων υπό μορφή τριπτύχου? δηλαδή να γίνει αντιπαραβολή των ελληνικών και των τουρκικών εγγράφων και να δημιουργηθούν τρεις στήλες, των θεμάτων όπου υπάρχει σύγκλιση, των θεμάτων όπου εμφανίζεται απόκλιση και των θεμάτων στα οποία είμαστε κοντά. Επί της ουσίας, για να γίνει αυτό, φαίνεται πως χρειάζεται περαιτέρω διαπραγμάτευση αλλά η τουρκική πλευρά αρνείται, θεωρώντας την εν λόγω διαδικασία αχρείαστη.
Ως εκ τούτου, δεν αποκλείεται, αν όντως οι Τούρκοι δεχθούν κάποιου είδους καταγραφή συγκλίσεων (ή έστω, καταγραφή μόνο των αποκλίσεων), οι συνομιλίες να περάσουν σε φάση… δυόμιση, ένα ενδιάμεσο στάδιο, δηλαδή, ανάμεσα στην ουσιαστική διαπραγμάτευση και στο πάρε-δώσε, κατά το οποίο θα ξεκαθαρίσει η βάση πάνω στην οποία θα διεξαχθεί η τρίτη φάση της διαπραγμάτευσης.
Κι αυτό γιατί οι προτάσεις που κατατέθηκαν μέχρι στιγμής (αρκετές από τις οποίες η αντιπολίτευση δεν εγκρίνει) είναι ουσιαστικά εναρκτήριες θέσεις (starting positions) και η ελληνική πλευρά θεωρεί πως υπάρχει περαιτέρω έδαφος διαπραγμάτευσής τους τώρα, ώστε να μειωθεί ο όγκος των ζητημάτων που θα πρέπει να ξεκαθαριστούν στο πάρε-δώσε.
Ο κάθε ένας τα δικά του
Ένα από τα βασικότερα προβλήματα της καταγραφής συγκλίσεων είναι, επί της ουσίας, πως οι δύο πλευρές δεν μπορούν καν να συμφωνήσουν στο τί συνιστά σύγκλιση. Ο Έρογλου, στην πρόσφατη συνάντησή του με τον Νίκο Αναστασιάδη, παρουσίασε ως συγκλίσεις τα 31 έγγραφα από τους προηγούμενους γύρους των συνομιλιών (αυτούς που διεξήγαγε ο Δημήτρης Χριστόφιας και η δική του ομάδα), λέγοντας πως αυτές υπάρχουν και δεν χρειάζεται να γίνει οποιαδήποτε νέα καταγραφή.
Ωστόσο, πάνω στα έγγραφα αυτά στηρίχθηκε το περιβόητο έγγραφο συγκλίσεων και αποκλίσεων του Αλεξάντερ Ντάουνερ, το οποίο δηλώνουν ότι απορρίπτουν τόσο η ελληνική όσο και η τουρκική πλευρά ως βάση της διαπραγμάτευσης.
Άλλο ένα κώλυμα, σε σχέση με τα 31 έγγραφα, είναι πως πολλά από τα σημεία που θεωρητικά ήταν συγκλίσεις τότε, η τουρκική πλευρά δεν τα επανέλαβε στα 14 νέα έγγραφά της, απαλείφοντας τα, επί της ουσίας, από τη διαπραγματευτική τράπεζα. Η ελληνική πλευρά, από την άλλη, θεωρεί σύγκλιση μόνο το περιεχόμενο του κοινού ανακοινωθέντος και ό,τι είναι κοινό στα έγγραφα της δεύτερης φάσης του τρέχοντος γύρου των συνομιλιών, γι’ αυτό και επιθυμεί να τα καταγράψει. Με αυτά τα δεδομένα, ουδείς γνωρίζει πάνω σε ποια έγγραφα θα διεξάγεται το πάρε-δώσε, εάν και εφόσον όντως προχωρήσουν οι συνομιλίες στην τρίτη φάση.
Θα μας μείνουν
Πάντως η ιδέα του Προέδρου της Δημοκρατίας για καταγραφή των συγκλίσεων στο σημείο αυτό, δεν βρίσκει πολλούς χειροκροτητές στο εσωτερικό μέτωπο, ιδιαίτερα από τη στιγμή που θέλει να χρησιμοποιήσει ως αφετηρία την κοινή διακήρυξη της 11ης Φεβρουαρίου, ένα κείμενο το οποίο θεωρούν κάκιστο αρκετά από τα κοινοβουλευτικά κόμματα.
Αρκετές πολιτικές δυνάμεις εκτιμούν πως οι συνομιλίες έχουν εκ νέου βρεθεί σε αδιέξοδο και εκκρεμεί μονάχα η παραδοχή του, αν και η διαπραγματευτική ομάδα εμφανίζεται πολύ πιο αισιόδοξη, πιστεύοντας πως υπάρχει ακόμη μέλλον στη διαδικασία.
Τα κόμματα που δεν βλέπουν με καλό μάτι την επιμονή του Νίκου Αναστασιάδη για καταγραφή συγκλίσεων, ουσιαστικά ανησυχούν πως, κατόπιν της επίσημης κήρυξης του αδιεξόδου -όποτε κι αν αυτή συμβεί- οι κακές συγκλίσεις θα μείνουν κληρονομιά στην τουρκική πλευρά για το μέλλον, ενώ η ελληνική πλευρά δεν θα εξασφαλίσει τίποτα απολύτως, πέραν από άλλη μια αποτυχία. Εξαίρεση σε αυτή την ομάδα αντιπολιτευόμενων κομμάτων αποτελεί το ΑΚΕΛ, το οποίο διαφωνεί για ένα διαφορετικό λόγο: Θεωρεί πως κακώς πετάξαμε τις συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ στα σκουπίδια και θα πρέπει να αξιοποιηθούν στον μέγιστο δυνατό βαθμό.
Θέλουν σχέδιο β’
Επί της ουσίας, κάποια κόμματα πιστεύουν πως η σπουδή του Προέδρου να καταγράψει συγκλίσεις, συνιστά έμμεση παραδοχή από μέρους του πως το κοινό ανακοινωθέν μόνο αρνητικά συνέβαλε στην διαδικασία και τώρα, εκ των υστέρων, προσπαθεί να ξεκαθαρίσει ακόμα και τη βάση της λύσης, για να μπορέσει να πάει σε πάρε-δώσε.
Την ίδια στιγμή, βλέπουν τον Νίκο Αναστασιάδη να είναι πρόθυμος να βάλει στο χαρτί εκ νέου όλα αυτά τα αρνητικά στοιχεία που διαβάζουν στο κείμενο της κοινής διακήρυξης, για σοβαρά ζητήματα όπως η κυριαρχία, η ιθαγένεια και το κατάλοιπο εξουσίας, κάτι που θεωρούν πως θα συμβάλει στην παγίωση αυτών των δεδομένων, που, όπως τονίζουν, μόνο την τουρκική πλευρά ευνοούν και δεν θα έπρεπε να ήταν θέσεις που προτάσσουμε εμείς.
Αυτές οι ερμηνείες είναι που κάνουν τα αντιπολιτευόμενα κόμματα να επιμένουν στην ανάγκη σοβαρής συζήτησης της στρατηγικής μας αλλά και της ανάγκης καταρτισμού ενός σχεδίου β’, για να είμαστε σε θέση να διαχειριστούμε το αδιέξοδο, στο οποίο βλέπουν τις συνομιλίες να οδεύουν.
Εκτιμούν πως η Τουρκία θα συνεχίζει να αποφεύγει την ουσία του Κυπριακού, μέχρι οι διαπραγματεύσεις να περιέλθουν σε ουσιαστικό τέλμα και πως είναι πιο έτοιμη για blame game από εμάς. Υποτίθεται ότι αυτά τα ζητήματα θα τεθούν επί τάπητος στην τριήμερη, μαραθώνια συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου, που έχει ανακοινωθεί.
Είναι, όμως, αμφίβολο κατά πόσον η συζήτηση θα γίνει με τους «κανόνες» και την ατζέντα της αντιπολίτευσης (η οποία, π.χ., εισηγείται καθορισμό κόκκινων γραμμών σε επίπεδο Εθνικού Συμβουλίου) και όχι με αυτούς της Κυβέρνησης, που πιστεύει πως έχει την κατάσταση υπό έλεγχον και δεν φαίνεται να συμμερίζεται τις περισσότερες ανησυχίες που εκφράζουν τα αντιπολιτευόμενα κόμματα.




