Αναζητούν διαύλους επικοινωνίας και εν δυνάμει συμπράξεων
Το ερώτημα, ωστόσο, είναι κατά πόσον οι συντελούμενες διεργασίες θα εξαντλήσουν την προοπτική τους στην επιδιωκόμενη, για την οικονομία, συνέργεια, ή αν θα εξελιχθούν και πέραν αυτής
Το ταρακούνημα των πρόσφατων Ευρωεκλογών, με την εξακόντιση της αποχής στο δυσθεώρητο, ακόμα και για τα κυπριακά πολιτικά δεδομένα, 57% του εκλογικού σώματος, σηματοδοτεί μια ευδιάκριτη διαδικασία μετεξέλιξης του πολιτικού σκηνικού.
Το πολιτικό σύστημα, κλυδωνιζόμενο από τις αλλεπάλληλες σεισμικές δονήσεις των κυοφορούμενων στα έγκατα και στις διαπλεκόμενες ακρώρειές του οικονομικών σκανδάλων, βυθιζόμενο μέσα σε μια παρατεταμένη κρίση αξιοπιστίας, και κυλινδούμενο στη δίνη ενός νοσηρού ημετεροκρατικού εκπεσμού, κατέστη ανίκανο ή ανέτοιμο να συγχρονιστεί με τον βηματισμό της κοινωνίας, να αφουγκραστεί τα προβλήματα και τις ανάγκες της, να προσδώσει, έστω, μια επίγευση γνησιότητας στην ψηφοθηρική χαμέρπεια των εξαγγελιών του.
Ως αποτέλεσμα, είδε, σε μια κατάσταση αμήχανης καθυστέρησης, τον «αυτόκλητο», διαχρονικά, «καθοδηγητικό» του ρόλο, να εξοκέλλει στους σκοπέλους της ανακολουθίας και της ασυνέπειας, και τους πολίτες να του γυρίζουν επιδεικτικά την πλάτη.
Αναπόδραστη συνέπεια ήταν να ενεργοποιηθούν διεργασίες στο εσωτερικό όλων των κομμάτων, σε μια προσπάθεια κατανόησης και ερμηνείας, αρχικά, του διαμορφούμενου σκηνικού, και ανάληψης, σε δεύτερο στάδιο, πρωτοβουλιών επανάταξης του πολιτικο-κομματικού πεδίου.
Γέφυρες επικοινωνίας
Σ’ αυτό το πλαίσιο, όλα σχεδόν τα κόμματα αναζητούν διαύλους επικοινωνίας τόσο μεταξύ τους όσο και με την κοινωνία, αναπτύσσοντας μορφές πολιτικού διαλόγου, με επίκεντρο τα τρέχοντα ζητήματα πολιτικής και τα πρωτεύοντα προβλήματα της καθημερινότητας.
Είναι δύσκολο, ωστόσο, να αποκρυβεί, πως πίσω από το σύνθετο πλέγμα των πολλαπλών επαφών και την επικοινωνιακή του επίφαση, υποφώσκει μια εναγώνια προσπάθεια να εξωραϊστεί η ολοένα εντεινόμενη ασυμμετρία ανάμεσα στο πολιτικό σύστημα, ως κεντρικό φορέα των δομών αντιπροσώπευσης, και την κοινωνία των πολιτών, που αντιδρά όλο και περισσότερο στους κατεστημένους τρόπους αντιπροσώπευσής της.
Με άλλα λόγια, τα πολιτικά κόμματα επιχειρούν να λειάνουν το κρημνώδες χάσμα της σχάσης με την κοινωνία, μέσα από την αναπαράσταση της πολιτικής πραγματικότητας ως έσχατου αποκυήματος ενός επικοινωνιακού ορθολογισμού, τον οποίον, δήθεν, επανευρίσκουν, έπειτα από μιαν αδιέξοδη περίοδο άγονης αντιπαράθεσης, που υποτίθεται απομάκρυνε τους πολίτες από την πολιτική.
Διαχειριστική αγκύλωση των διακυβευμάτων
Το υπόβαθρο, ωστόσο, της απομάκρυνσης των πολιτών από τις πολιτικές διεργασίες, οι οποίες ολοένα και λιγότερο τους εκφράζουν, δεν συνίσταται στον κορεσμό μιας αδιέξοδης ρητορικής (ψευδο)συγκρουσιακότητας, όσο, κυρίως, στο ότι πίσω από αυτήν αναθρώσκει το σχήμα μιας αδιέξοδης συναινετικής ομοείδειας, όσον αφορά τη θεμελιώδη άρθρωση της πολιτικής σχέσης, τις ευθύνες για την περιστολή της δημοκρατίας στο… εθνικό επιτήδευμα της διαφθοράς και των σκανδάλων, και τη διαχειριστική αγκύλωση των βασικών διακυβευμάτων της πολιτικής.
Το ότι τα κόμματα επιχειρούν να μεταφέρουν τον ανερμάτιστο ωρυμαγδό ενός διαλόγου «κωφών» στη σκηνή μιας ελλόγιμης επικοινωνιακότητας, ελάχιστη σημασία έχει, καθώς ο διάλογος αυτός είναι ήδη νεκρός και η σκηνή «απούσα».
Έτσι, εδώ και λίγον καιρό, καθιστάμεθα μάρτυρες μιας πλέρια διενεργούμενης διακομματικής συνεννόησης -όπου «όλοι μιλούν με όλους»-, ατέρμονων ζυμώσεων, που αναπτύσσονται σε ολόκληρη την έκταση του πολιτικο-κομματικού τόξου, διασταυρούμενων ανοιγμάτων όλων προς όλους, και ενός «ανοικτού διαλόγου με την κοινωνία» (ο οποίος έχουμε ξεχάσει από πότε χρονολογείται), σάμπως τα κόμματα να έχουν επανεύρει τη «χαμένη» λυδία λίθο της πολιτικής, σε μια, μάλιστα, ιστορικο-κοινωνική συνθήκη, όπου, ακριβώς, η πολιτική αγωνιστικότητα και η διάσταση του πολιτικού στοιχείου ως επινόησης έχουν εξαφανιστεί μέσα στην «έκσταση της επικοινωνίας» και τις «ψευδονομοτέλειες» ενός προσαρμοστικού οικονομετρικού λόγου, που παρενδύεται τις διαγνώσεις μιας εδραία αδιάψευστης real politic.
Στο βάθος… βουλευτικές
Βεβαίως, σε τούτο το παιγνίδι αυτής της περισπούδαστης διαλογικότητας, το κάθε κόμμα εφορμάται από διαφορετικές στρατηγικές βλέψεις, και, ασφαλώς, θα κριθεί στο πεδίο των δικών του χωριστών επιδιώξεων.
Έστω κι αν υποτεθεί πως οι επαφές και ο διάλογος «εξυπηρετούν την ανάγκη να βρεθεί ένα μίνιμουμ consensus επικοινωνίας και να πέσουν οι τόνοι», στο βάθος της «σκηνής» αρχίζει να αναρριπίζει ο καθόλου πρόωρος -για τα κόμματα και τους σχεδιασμούς τους- «τοκετός» των βουλευτικών εκλογών, που θα κρίνουν πάρα πολλά όσον αφορά τις διεργασίες αναδιαμόρφωσης του πολιτικού χάρτη.
Ο οποίος, ας μη διαλανθάνει της μνήμης, θα εισέλθει στη δοκιμασία της λαϊκής ψήφου, υπό το κράτος των εξυφαινόμενων αλλαγών της εκλογικής νομοθεσίας και δη της αύξησης του εκλογικού μέτρου, γεγονός που θα επιτείνει έτι περαιτέρω τις υφιστάμενες τάσεις «ρευστότητας», προκαλώντας νέες ανακατατάξεις ή και ενισχύοντας ακόμη περισσότερο τη ροπή προς σύμπηξη συνεργασιών.
Τούτες οι τελευταίες θα είναι το «διεκδικούμενο» ζητούμενο των δημοτικών εκλογών που θα ακολουθήσουν, εάν, βεβαίως, δεν προκριθεί ο προτεινόμενος συγκερασμός των εκλογικών διαδικασιών από τις βουλευτικές του 2016.
Πιθανές κοινές νομοθετικές πρωτοβουλίες
Οπωσδήποτε, είναι αναντίλεκτο πως οι συντελούμενες διεργασίες ενδέχεται να δημιουργήσουν «νέες» συνθήκες παραγωγής πολιτικής, οι οποίες, με τη σειρά τους, να οδηγήσουν στην ανάληψη κοινών νομοθετικών πρωτοβουλιών, με προσφορότερα τα θέματα της οικονομίας - ίδε πρωτοβουλία Δημοκρατικού Κόμματος για το Εθνικό Πλαίσιο Διαπραγμάτευσης του Μνημονίου αλλά και αντίστοιχη «αντιμνημονιακή» πρωτοβουλία του ΑΚΕΛ προς τα κόμματα της αντιπολίτευσης - με στόχο την άσκηση πίεσης, τόσο επί της Κυβέρνησης όσο και επί της Τρόικας, όσον αφορά την αναθεώρηση πτυχών της μνημονιακής προσαρμογής.
Μένει, ωστόσο, να δειχθεί, κατά πόσον τα συγκεκριμένα… «ΜΟΕ χαμηλής πολιτικής» μεταξύ των κομμάτων, όπως εύστοχα χαρακτήρισε την αναληφθείσα πρωτοβουλία του κ. Νικόλα Παπαδόπουλου οξύνους πολιτικός του Κέντρου, θα εξαντλήσουν την προοπτική τους στην επιδιωκόμενη συνέργεια, βοηθώντας, ταυτόχρονα, τα κόμματα να απεμπλακούν από τον δόκανο της μετεκλογικής εσωστρέφειας, ή αν θα εξελιχθούν και πέραν αυτής, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις ευρύτερων συγκλίσεων και συσσωματώσεων.




