Το ιστορικό των ερευνών για ανεύρεση υδρογονανθράκων στο νησί μας

Υπήρξε αρκετά πριν από τη σημερινή φάση των ερευνών σειρά αξιόλογων γεωφυσικών ερευνών, επομένως και τεκμηριωμένη επιστημονική γνώση, για τη δυνατότητα ανεύρεσης Υ/Α

ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΔΟ του χρόνου άρχισαν να προσεγγίζουν με αυξημένο ενδιαφέρον διάφορες εταιρείες την κυπριακή κυβέρνηση


Παρακολουθώντας άρθρα από την καθημερινή δημοσιογραφία, με δηλώσεις διαφόρων εμπλεκομένων στο θέμα των υδρογονανθράκων (Υ/Α) στην κυπριακή Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), δημιουργείται η εντύπωση ότι οι σχετικές έρευνες έχουν ξεκινήσει πρόσφατα, δηλαδή τα τελευταία 10-15 χρόνια.

Τούτο, όμως, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι το ενδιαφέρον για διεξαγωγή γεωφυσικών ερευνών για εντοπισμό κοιτασμάτων Υ/Α (φυσικού αερίου και πετρελαίου) ήταν πάντοτε μεγάλο, απλώς αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου, κυρίως στο διάστημα του 1990 - 2000, λόγω

α) των επιτυχών προσπαθειών, που είχαν σχετικές έρευνες στη θαλάσσια περιοχή της Αιγύπτου, του Ισραήλ και της Παλαιστίνης (Λωρίδα της Γάζας),

και β) του γεγονότος ότι, κατά τα τελευταία 20-25 χρόνια, βελτιώθηκε σημαντικά η τεχνολογία των γεωφυσικών ερευνών, έτσι ώστε να επιτρέπει τη διεξαγωγή τους και σε μεγαλύτερα βάθη, με ικανοποιητικό επίπεδο αξιοπιστίας των αποτελεσμάτων τους.

Γι’ αυτό, με την πάροδο του χρόνου άρχισαν να προσεγγίζουν με αυξημένο ενδιαφέρον διάφορες εταιρείες την κυπριακή κυβέρνηση (το Υπουργείο Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος - ΥΓΦΠΠ, το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού - ΥΕΒΤ και το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης - ΤΓΕ) για να υποβάλουν εισηγήσεις για εκτέλεση γεωφυσικών ερευνών γι’ ανεύρεση Υ/Α. Παρόμοιες εισηγήσεις άρχισαν να καταφθάνουν και από οίκους συμβουλευτικών υπηρεσιών για τον ίδιο σκοπό.

Από το 1938 μέχρι σήμερα

Το ιστορικό του συνόλου των ερευνών για εντοπισμό Υ/Α στην Κύπρο μέχρι το 2001, τόσο στον χερσαίο όσο και στον θαλάσσιο χώρο, έχει συνοπτικά ως εξής:

•1938 - 1948: Διεξήχθησαν γεωλογικές και γεωφυσικές έρευνες σε διάφορες περιοχές της Κύπρου από την εταιρεία Iraq Petroleum Company Ltd.

•1949 - 1956: Ανορύχθηκε (1) γεώτρηση, βάθους 1799 m νότια του χωριού Μονή της Επαρχίας Λεμεσού, από την τοπική εταιρεία Oil Prospectors Ltd (του κ. Πολύβιου Κυριακίδη), χωρίς όμως θετικά αποτελέσματα.

•1957: Ανορύχθηκε μια (1) νέα γεώτρηση, βάθους 1250 m από την πιο πάνω εταιρεία στην περιοχή Τσερίου, χωρίς (και πάλιν) θετικά αποτελέσματα.

•1957 - 1970: Η εταιρεία FOREST Oil Corporation ανόρυξε δύο (2) γεωτρήσεις, χωρίς όμως επιτυχία. Η πρώτη γεώτρηση, βάθους 2586 m, έγινε το 1969 στην περιοχή Αρχάγγελος νότια της Λευκωσίας, ενώ η δεύτερη, βάθους 3295 m, το 1970 στην περιοχή του χωριού Λευκόνοικο.

•1972: Το Ινστιτούτο Πετρελαίου της Γαλλίας διεξήγαγε γεωφυσικές έρευνες στην περιοχή της Κύπρου. Η ακριβής περιοχή των ερευνών και τα αποτελέσματά τους δεν δόθηκαν στις κυπριακές Αρχές.

•1970 - 1974: Η εταιρεία OXOCO (Offshore Exploration Oil Company), αφού έλαβε ερευνητική άδεια, ανέθεσε τη διεξαγωγή γεωφυσικών σεισμικών ερευνών στην εταιρεία Delta Exploration. Οι έρευνες κάλυψαν και τη θαλάσσια περιοχή μέχρι βάθους 200 m, διακόπηκαν όμως λόγω της τουρκικής εισβολής. Τα πλείστα αποτελέσματα δεν δόθηκαν στις κυπριακές Αρχές.

Δυνητικές συνθήκες για ύπαρξη κοιτασμάτων

•1975: Η καναδική εταιρεία γεωφυσικών ερευνών SEFEL Geophysical Ltd διεξήγαγε θαλάσσιες σεισμικές έρευνες συνολικού μήκους 8000 km στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου (Τουρκία, Κύπρος, Συρία, Λίβανος, Ισραήλ και Αίγυπτος). Το 1985 η εταιρεία υπέστη πτώχευση. Το 1989 η εταιρεία SPECTRUM Energy and Information Technology Ltd αγόρασε τα δικαιώματα των ερευνητικών αποτελεσμάτων της SEFEL Geophysical Ltd.

•1985 - 1987: Η Σοβιετική Ακαδημία Επιστημών σε συνεργασία με το Τμήμα Γεωλογικής Επισκόπησης διεξήγαγε μελέτη, η οποία περιελάμβανε ερευνητικές εργασίες στον χερσαίο και θαλάσσιο χώρο της Κύπρου.

•2000: Το 1998, διάφορες εταιρείες έδειξαν σημαντικό ενδιαφέρον για τ’ αποτελέσματα της SEFEL Geophysical Ltd (του 1975). Η SPECTRUM προχώρησε το 2000 σε μελέτη - επεξεργασία των σεισμικών γραμμών, που έγιναν γύρω από την Κύπρο. Τα αποτελέσματα έδειξαν δομές του υπεδάφους με δυνητικές συνθήκες για κοιτάσματα υδρογονανθράκων.

Έρευνες χωρίς άδειες

Εκτός των πιο πάνω ερευνών, που διεξήχθησαν με επίσημες ερευνητικές άδειες, πραγματοποιήθηκαν επίσης γεωφυσικές έρευνες χωρίς άδειες από διάφορες άλλες εταιρείες, με σκοπό την πώληση των αποτελεσμάτων σε εταιρείες εκμετάλλευσης πετρελαίων. Αυτά τα αποτελέσματα δεν είναι σε γνώση των κυπριακών Αρχών.

Στ’ αρχεία του Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης καθώς και άλλων κρατικών υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας υπάρχουν έντεκα (11) τουλάχιστον εκθέσεις, που πραγματεύονται ερευνητικές εργασίες και περιέχουν προσεγγιστικές εκτιμήσεις για το πετρελαϊκό δυναμικό της ευρύτερης περιοχής της Κύπρου. Αυτές είναι της FOREST OIL CORPORATION (1959), της DELTA EXPLORATION (1970), της OXOCO (1971), του UNDP (1981), του UN Centre of Transnational Corporations (1984), του P. Coster (1987), της Σοβιετικής Ακαδημίας Επιστημών (1988), του Α. Παναγιώτου (1990), των Γ. Μακρή και J. Wang (1995), της SPECTRUM (2000) και του R. Cleverly (2001).

Τρεις ζώνες

Από τις εν λόγω εκθέσεις φαίνεται ότι ο κυπριακός χώρος (χερσαίος και θαλάσσιος) μπορούσε να διαχωρισθεί σε τρεις (3) ζώνες με βάση τη δυνητικότητα / πιθανότητα ύπαρξης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων.

(α) Στη «μη ελπιδοφόρο - μη υποσχόμενη ζώνη», που αποτελείται από το Οφιολιθικό Σύμπλεγμα (δηλαδή τα ηφαιστειακά πετρώματα) του Τροόδους, καθώς και την έντονα θρυμματισμένη ζώνη της οροσειράς του Πενταδακτύλου,

(β) Στη «σχετικά ελπιδοφόρο ζώνη», που αποτελείται από τις υπόλοιπες χερσαίες περιοχές, καθώς και τη θαλάσσια περιοχή μέχρι βάθους 200 m, και

(γ) Στην «ελπιδοφόρο - υποσχόμενη ζώνη», που είναι η ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα, η οποία εκτείνεται σε θαλάσσιο βάθος μεγαλύτερο των 200 m.

Κύριο ενδιαφέρον στην «ελπιδοφόρο ζώνη»

Το ενδιαφέρον επικεντρωνόταν κυρίως στη (γ) - «ελπιδοφόρο ζώνη», βάθους › 200 m, αυξήθηκε δε από το 1995 και μετά, όταν εντοπίσθηκαν μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου στη θαλάσσια περιοχή της Αιγύπτου (Δέλτα του Νείλου), με αποτέλεσμα ν’ αναβαθμισθεί το ενδιαφέρον του Ισραήλ, αλλά και άλλων χωρών της περιοχής. Με βάση τα αποτελέσματα των ερευνών φαινόταν ότι στην «ελπιδοφόρο ζώνη» υπάρχουν τρεις (3) επιμέρους γεωλογικές «λεκάνες» (basins) και συγκεκριμένα, (α) η λεκάνη της Λεβαντίνης, ανατολικά (μεταξύ Κύπρου - Λιβάνου), (β) η λεκάνη της Λατάκιας, βορειοανατολικά (μεταξύ Κύπρου - Συρίας), και (γ) η λεκάνη της Αττάλειας, βορειοδυτικά (μεταξύ Κύπρου - Κόλπου Αττάλειας της Τουρκίας), που αποτελούνται από αυξημένο πάχος ιζημάτων με τεκτονικά υποσχόμενες / ευνοϊκές δομές. Επίσης, δεν αποκλείονταν και άλλες, μικρότερες λεκάνες με δυνητική πετρελαιοφορία.

Έλλειψη πολιτικής βούλησης

Καταλήγοντας, είναι προφανές από τα πιο πάνω, ότι υπήρξε αρκετά πριν από τη σημερινή φάση των ερευνών σειρά αξιόλογων γεωφυσικών ερευνών, επομένως και τεκμηριωμένη επιστημονική γνώση, για τη δυνατότητα ανεύρεσης Υ/Α στον ευρύτερο (θαλάσσιο και χερσαίο) χώρο της Κύπρου, πάνω στις οποίες βασίστηκαν άλλωστε και οι αρχικές σημερινές έρευνες. Στόχος του άρθρου αυτού είναι ακριβώς ν’ αποκαταστήσει και ν’ αναδείξει χρονογραφικά σωστά την αληθή εικόνα των πραγμάτων και, κατ’ επέκταση, να την απαλλάξει από τα κατά καιρούς περιγραφόμενα «οράματα», «ένστικτα» ή «διαισθήσεις» διαφόρων παραγόντων, που μόνον αχρείαστες εντυπώσεις δημιουργούν.

Γεγονός είναι, πάντως, ότι διάφορες πολιτικές συγκυρίες -κυρίως η έλλειψη αποφασιστικής πολιτικής βούλησης- δεν συνήργησαν πάντοτε ευνοϊκά, ώστε ν’ αναβαθμισθούν και στοχοποιηθούν ενωρίτερα οι σχετικές προσπάθειες, και έτσι ν’ αποδώσουν τα προβλεπόμενα θετικά, πολιτικά και οικονομικά οφέλη. Ας ελπίσουμε, όμως, τώρα-αυτήν τη φορά, απαλλαγμένοι βέβαια από υπερβολές στις εκτιμήσεις μας, συνεργαζόμενοι σοβαρά με όσους έχουν μαζί μας κοινά συμφέροντα, αποφεύγοντας ατομικές ατζέντες-προβολές και, ακόμη, παρακολουθώντας στενά και αξιολογώντας σωστά το τι συμβαίνει διεθνώς στον ενεργειακό χώρο…

ΔΡ. ΠΟΛΥΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
Τέως Διευθυντής Τμήματος Γεωλογικής Επισκόπησης,
ex officio (2005-2009) μέλος της Τεχνικής Επιτροπής
και κατόπιν της Συμβουλευτικής Επιτροπής,
που συστάθηκαν βάσει του Νόμου περί Υδρογονανθράκων