Επαναλαμβανόμενα τα ολισθήματα του Επιτρόπου, καταγγέλλει ο Γ. Ομήρου
Ο Πρόεδρος της Βουλής καλεί την Κυβέρνηση να προβεί σε διαβήματα για τη συμπεριφορά του Επιτρόπου Διεύρυνσης της Ε.Ε.


Ο Πρόεδρος του Κ.Σ. ΕΔΕΚ Γιαννάκης Ομήρου κάλεσε την Κυβέρνηση να προβεί σε διαβήματα για τη στάση του Επιτρόπου για τη Διεύρυνση της Ε.Ε., Στέφαν Φούλε, την οποία χαρακτήρισε ως αντικυπριακή αλλά και ως αντιευρωπαϊκή.

«Οι απαντήσεις του κ. Φούλε σε ερωτήματα που του υποβλήθηκαν από τον ανταποκριτή του "Φ" στις Βρυξέλλες κρίνονται επιεικώς ως απαράδεκτες», τόνισε ο κ. Ομήρου, συμπληρώνοντας ότι «ενώ πολύ καλά γνωρίζει ο κ. Φούλε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, η κυπριακή Κυβέρνηση, η ελληνική κυπριακή πλευρά ζητούν πιο ενεργό εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο μιας επικουρικής συνδρομής για λύση του κυπριακού προβλήματος, με τρόπο που η Ε.Ε. θα εποπτεύει ότι πράγματι οι όποιες πρόνοιες της λύσης συζητούνται είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, ο κ. Φούλε απαντά ότι ήδη η Ε.Ε. επιτελεί αυτήν την αποστολή μέσω του αντιπροσώπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής».

Ο κ. Ομήρου ανέφερε πως στην πραγματικότητα, βέβαια, ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δεν έχει πρόσβαση στις συνομιλίες, συνεπώς -όπως είπε- δεν μπορεί να εποπτεύει, δεν μπορεί να ελέγχει, αν πράγματι οι όποιες πρόνοιες της λύσης συζητούνται στις συνομιλίες είναι ή δεν είναι συμβατές με το ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Αμμόχωστος και απευθείας εμπόριο
Δυστυχώς, επισήμανε ο κ. Ομήρου, «ο κ. Φούλε δεν είναι η πρώτη φορά που υποπίπτει σε ολίσθημα», προσθέτοντας πως είναι πολύ καλά γνωστό ότι ο Επίτροπος Διεύρυνσης της Ε.Ε., παραβιάζοντας ψηφίσματα του Σ.Α. και παραγνωρίζοντας τη συμφωνία υψηλού επιπέδου του 1979 Κυπριανού - Ντενκτάς, δεν θεωρεί «ότι η Αμμόχωστος θα πρέπει να επιστραφεί στους νόμιμους κατοίκους της πριν από τη λύση του Κυπριακού ως ένα βήμα καλής θέλησης, για να δημιουργηθούν ακριβώς οι κατάλληλες προϋποθέσεις που θα οδηγήσουν σε συνολική λύση του κυπριακού προβλήματος».

Το ίδιο ισχύει, είπε, και σε ό,τι αφορά το απευθείας εμπόριο και τις προσπάθειες που καταβάλλονται από γνωστούς κύκλους για να προωθηθεί η ιδέα του απευθείας εμπορίου των κατεχομένων με τις χώρες - μέλη της Ε.Ε.

«Πλασιέ» της Τουρκίας
Ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ χαρακτήρισε, επίσης, προκλητικό το γεγονός ότι επελέγη η Κύπρος ως χώρος πραγματοποίησης συνάντησης για την προώθηση της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας, ενώ πρόσθεσε πως «αποτελεί αναίδεια το γεγονός ότι συνέρχονται εδώ στην Κύπρο για να υποβοηθήσουν ως πλασιέ την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας».

Διερωτήθηκε, μάλιστα, κατά πόσον αυτοί που διοργανώνουν αυτήν τη συνάντηση με καταγωγή ευρωπαϊκή -όπως είπε- δεν γνωρίζουν ότι στην Κύπρο η Τουρκία για 40 τώρα χρόνια παραβιάζει τόσο τους κανόνες τους διεθνούς όσο και τους κανόνες του ευρωπαϊκού δικαίου και δεν γνωρίζουν ότι η Τουρκία κατάφωρα παραβιάζει και αρνείται να εκδώσει τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ήδη από το 2005 για την ενταξιακή της πορεία.

Δεν γνωρίζουν, συνέχισε ο Πρόεδρος της ΕΔΕΚ, «ότι η Τουρκία αρνείται να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, αρνείται να εφαρμόσει το πρωτόκολλο της Άγκυρας, αρνείται να συνεργαστεί για λύση του Κυπριακού στη βάση των ψηφισμάτων του Σ.Α. και των αρχών και των αξιών επί των οποίων εδράζεται η Ε.Ε.;». Αυτές, υπογράμμισε, είναι οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τις οποίες θα πρέπει να τιμήσει η Τουρκία, προκειμένου να έχει ανεμπόδιστο ενταξιακό διάλογο.

Ο κ. Ομήρου ξεκαθάρισε, τέλος, πως δεν υπάρχει «α λα καρτ» ενταξιακή πορεία, προσθέτοντας πως αυτοί που διοργανώνουν τη συγκέντρωση αύριο στη Λευκωσία, θα έπρεπε να γνωρίζουν όλα αυτά.

Επιβάλλεται η πολιτική της αποτροπής
Εξάλλου, σε άλλες δηλώσεις του, ο κ. Ομήρου τόνισε πως επιβάλλεται η χάραξη μιας ολοκληρωμένης εθνικής στρατιωτικής στρατηγικής, που θα στηρίζεται στην «αμυντική επάρκεια», στην «ευέλικτη αντίδραση» και στην ικανότητα κάλυψης του «Ενιαίου Αμυντικού Χώρου Ελλάδας-Κύπρου», σε συνδυασμό με πολυεπίπεδη πολιτική και διπλωματική παρουσία του Ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η οποία θα αποτελούσε απάντηση στην πρόκληση της σημερινής συγκυρίας, ενόψει της συνεχιζόμενης τουρκικής προκλητικότητας.

Στην Κύπρο ο κατοχικός στρατός, ανέφερε ο κ. Ομήρου, εξακολουθεί να παραμένει η μεγάλη απειλή ανακοπής της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού. Από τα πιο πάνω, πρόσθεσε, «είναι ηλίου φαεινότερον ότι συνέχιση από την πλευρά Κύπρου και Ελλάδας μιας πολιτικής μείωσης των δαπανών για την άμυνα και υποβάθμισης γενικότερα της αμυντικής επαγρύπνησης, θα υπονομεύσει τη διαπραγματευτική μας ικανότητα».
Μέσα στις νέες συνθήκες, σημείωσε περαιτέρω, «επιβάλλεται όπως η πολιτική της αποτροπής και της επαρκούς αμυντικής επαγρύπνησης, παραμείνουν κορυφαίες παράμετροι της εθνικής στρατηγικής του Ελληνισμού».

Αξιόπιστη αμυντική ισχύς
Ο κ. Ομήρου ανέφερε, ακόμη, πως η ενίσχυση των αμυντικών δυνατοτήτων Ελλάδας και Κύπρου συνδεδεμένη με μια οικονομική αναπτυξιακή στρατηγική, είναι απολύτως απαραίτητες πολιτικές, για την αποτελεσματική υπεράσπιση των εθνικών δικαίων, προσθέτοντας πως «αν αυτό δεν συμβεί, είναι πολύ πιθανό να βρεθούμε μπροστά από δυσάρεστες εκπλήξεις».

Επεσήμανε, επιπρόσθετα, πως μέχρι την ώρα της διασφάλισης μιας σταθερής ειρήνης με τερματισμό της τουρκικής επιδρομής και με κατοχύρωση των εθνικών δικαιωμάτων και συμφερόντων, η στρατηγική της αποτροπής με αξιόπιστη αμυντική ισχύ, αποτελεί επιταγή. Κάθε άλλη αντίληψη και πρακτική θα αποδειχθεί εθνική απερισκεψία και συνταγή εθνικού αυτοχειριασμού.

Ο κ. Ομήρου τόνισε πως με δεδομένη την ανάγκη διατήρησης μιας Εθνικής Φρουράς υψηλής αποτρεπτικής ισχύος, θα πρέπει να ενισχύονται ολόπλευρα οι αμυντικές μας δυνατότητες.
Επιπρόσθετα, έστειλε το μήνυμα ότι η δεινή οικονομική θέση στην οποία περιήλθε η Κύπρος δεν πρόκειται να μας οδηγήσει στο να αποδεχθούμε ελλειμματική και ετεροβαρή λύση.