Ποιες διεργασίες σηματοδοτεί το άνοιγμα του ΑΚΕΛ προς το Κέντρο
Με κύριο άξονα τη συμμαχία με τους Οικολόγους, η ΕΔΕΚ προσανατολίζεται σε μια μορφή «χιαστί συνεργασίας» με τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, σε Κυπριακό και οικονομία


Διεργασίες στο πολιτικό σκηνικό και ειδικότερα στον πέραν του κυβερνητικού συνασπισμού χώρο σηματοδοτεί η πρόσφατη εξαγγελία πρόσκλησης για διάλογο προς τις δυνάμεις του Κέντρου, που απηύθυνε ο Γ.Γ. του ΑΚΕΛ, Άντρος Κυπριανού.

Αν και η πρόσκληση φαίνεται να έχει, προσώρας, χαρακτήρα βολιδοσκόπησης προθέσεων, εν τούτοις, σύμφωνα με εκτιμήσεις καλά ενημερωμένων πηγών, έγινε με βάση συγκεκριμένη σκόπευση, που, εντός του προσεχούς διαστήματος, αναμένεται να διαλάβει πιο συγκεκριμένο περιεχόμενο.

Ερωτηθέντες από τη «Σ» κομματικοί παράγοντες του κεντρώου χώρου ως προς το πώς εκτιμούν την απεύθυνση διαλόγου του Γ.Γ. του κόμματος της μείζονος αντιπολίτευσης, εξέφρασαν την άποψη πως, «προφανώς, εκφράζει τη βούληση της ηγεσίας του ΑΚΕΛ να εγείρει γέφυρες επικοινωνίας με τα κόμματα του κέντρου, σε μια προσπάθεια εξόδου του κόμματος από την πολιτική απομόνωση στην οποία ευρέθη, λόγω, κυρίως, των καταστροφικών συνεπειών της διακυβέρνησης Χριστόφια», επισημαίνοντας, ταυτόχρονα, ότι ενδεχομένως να συνδέεται με τη γενικότερη στρατηγική ανάκαμψης του τέως κυβερνώντος κόμματος, το «οποίο φαίνεται να παρουσιάζει μια εξαιρετικά δύσκολα υπερβάσιμη δυσχέρεια διεύρυνσης του πολιτικού του ακροατηρίου αλλά και εξεύρεσης σταθερών συμμαχιών -τόσο σε πολιτικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο-, όπως κατέδειξαν και οι πρόσφατες ευρωεκλογές».

Στο βάθος… Προεδρικές;
Χαρακτήρισαν, μάλιστα, ως «καθόλου τυχαία» την εξαγγελθείσα «πρωτοβουλία» του κ. Κυπριανού, καθώς «ο κίνδυνος εδραίωσης της ιδεολογικοπολιτικής ηγεμονίας του κυβερνώντος ΔΗΣΥ δεν αποτελεί απλώς σχήμα λόγου ή πεποίθησης, αλλά μια καθ’ όλα βάσιμη προοπτική», όπως, επίσης, κατέδειξε το αποτέλεσμα των εκλογών της 25ης Μαΐου, ενώ σημείωσαν πως μένει να διαφανεί στην πράξη ο χρονικός ορίζοντας της συγκεκριμένης απεύθυνσης, «που δεν πρέπει να αποκλείεται να έχει ως σημείο κατάληξης τις επόμενες προεδρικές εκλογές».

Με αυτά τα δεδομένα, επί της αρχής, ΕΔΕΚ (η οποία φαίνεται να είναι ο κύριος αποδέκτης της πρότασης) και ΔΗΚΟ δεν απορρίπτουν την έναρξη ενός «γόνιμου διαλόγου» των κομμάτων της αντιπολίτευσης, στα θέματα εκείνα όπου μπορεί να υπάρξουν συγκλίσεις και προοπτικές συνεργασίας, τονίζοντας πως «είμαστε, κατ’ αρχήν, ανοικτοί σε διάλογο με όσες πολιτικές δυνάμεις έχουν τη βούληση να υπάρξουν διεργασίες γόνιμων συνθέσεων στα κρίσιμα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο τόπος, προς όφελος, ασφαλώς, του λαού και των συμφερόντων του».

Επισήμαναν, ωστόσο, πως δεν πρόκειται, σε καμία περίπτωση, να εκχωρήσουν θέσεις αρχών είτε στο Κυπριακό είτε στην οικονομία, να επιτρέψουν, η βούλησή τους για συνεργασία, να «εργαλειοποιηθεί» από «αλλότριες σκοπιμότητες άλλων», που επιχειρούν, ενδεχομένως, να καρπωθούν μικροπολιτικά και μικροκομματικά οφέλη, είτε, ακόμα, να απεμπολήσουν επιβεβαιωμένες από τα γεγονότα προσεγγίσεις και αναλύσεις τους όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους επήλθε η κατάρρευση της κυπριακής οικονομίας.

Πεδίο άσκησης προθέσεων η Βουλή
Για μας, όπως επισήμανε χαρακτηριστικά σημαίνον στέλεχος των Σοσιαλδημοκρατών, «ισχύει η αρχή, ότι μπορεί να υπάρξουν συνεργασίες εκεί όπου υπάρχουν ή είναι δυνατόν να υπάρξουν συγκλίσεις», διευκρινίζοντας ότι «νομοσχέδια ή προτάσεις νόμου που αφορούν την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής, μπορούν να αποτελέσουν αφορμή για την ανάπτυξη ενός ουσιαστικού διαλόγου με το ΑΚΕΛ». Ως εκ τούτου, υπέδειξε, «καθαρό πεδίο άσκησης προθέσεων είναι, ασφαλώς, η Βουλή και το κοινοβουλευτικό έργο. Βούληση (για συνεργασίες) εκ μέρους μας υπάρχει», σημείωσε περαιτέρω, «αρκεί να εξυπηρετούνται τα συμφέροντα του λαού, όπως τα αντιλαμβανόμαστε εμείς».

Την ίδια ώρα, ωστόσο, χαρακτήρισε δυσυπέρβλητο «σκόπελο», για ενδεχόμενη διεύρυνση της «υπό συζήτησιν» συνεργασίας με το ΑΚΕΛ, το Κυπριακό, όπου «παραμένουν απαραμείωτες οι τεράστιες διαφορές των δύο κομμάτων», ενώ, το κόμμα της αριστεράς, «παρά τις προσχηματικές διαφοροποιήσεις του, συνεχίζει να προσφέρει στήριξη στους χειρισμούς του Προέδρου της Δημοκρατίας».

Συντονισμός στο Κυπριακό
Στο πλαίσιο αυτό, επισήμανε ότι, από πλευράς Κινήματος, θα επιδιωχθεί άμεσα να υπάρξει ένας καλύτερος συντονισμός ανάμεσα στις όμορες δυνάμεις του κέντρου όσον αφορά τη διαχείριση του εθνικού προβλήματος (ΔΗΚΟ, Συμμαχία Πολιτών, Οικολόγοι), «ενόψει των κινδύνων που ελλοχεύει η εξέλιξη της διαπραγμάτευσης, πάνω στο λανθασμένο υπόβαθρο της Κοινής Δήλωσης της 11ης Φεβρουαρίου, στο οποίο διεξάγεται», αλλά και ενόψει του γεγονότος ότι η Κυβέρνηση και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας φαίνεται να επιλέγουν, «όπως και στα θέματα της οικονομίας», μια μονοκομματική προσέγγιση στη διαχείριση του Κυπριακού, αγνοώντας τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις.

Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι αμετάθετη στρατηγική επιλογή της ΕΔΕΚ είναι η επέκταση και εμβάθυνση της συνεργασίας με το Κίνημα Οικολόγων, η οποία, όπως διεφάνη και στις πρόσφατες ευρωεκλογές, πέρα από αποδοτική, έχει πλούσιες προοπτικές τελεσφορίας, σε όλα τα επίπεδα. Στο σημείο αυτό, δεν πρέπει να παραθεωρούνται οι επιφυλάξεις που ήδη εξέφρασαν οι Οικολόγοι για επέκταση της συνεργασίας των δύο κινημάτων, υπό την υφιστάμενη μορφή, και με άλλα κόμματα.

Εξέφρασε, παράλληλα, προβληματισμό, όσον αφορά τις προοπτικές συνεργασίας με το Δημοκρατικό Κόμμα, δεδομένης της μνημονιακής του πόρευσης, δεν απέκλεισε, παρ’ όλα αυτά, τη δυνατότητα συγκλίσεων επί διαφόρων θεμάτων. Υπό αυτά τα δεδομένα, και με κύριο άξονα τη συμμαχία με τους Οικολόγους, η ΕΔΕΚ προσανατολίζεται σε μια μορφή «χιαστί συνεργασίας» με τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης, με το Δημοκρατικό Κόμμα στο Κυπριακό και το ΑΚΕΛ στην οικονομία.

Μετά τις 18 συναντήσεις
Το ίδιο στέλεχος επισήμανε, επίσης, στην εφημερίδα μας, ότι, δοθείσης της διεξαγωγής του εσωκομματικού διαλόγου για την αποτίμηση του αποτελέσματος των ευρωεκλογών, οι επαφές και οι συναντήσεις με τα υπόλοιπα κόμματα (με ΑΚΕΛ στο πλαίσιο της εξαγγελθείσας πρωτοβουλίας Ά. Κυπριανού και με ΔΗΣΥ στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Αβ. Νεοφύτου για συζήτηση μεταξύ όλων των πολιτικών δυνάμεων του φαινομένου της αποχής κ.λπ.), θα λάβουν χώραν μετά τη σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής, στις 18 Ιουνίου, όπου αναμένεται να ληφθούν ριζικές αποφάσεις για το μέλλον του Κινήματος.