Δεν αρέσει στην τουρκική πλευρά η αλλαγή των προτάσεων της ελληνικής
Την έντονη δυσφορία τους εξέφρασαν και χθες οι Τ/κ εμπλεκόμενοι στις συνομιλίες, κυρίως επειδή η ελληνική πλευρά πλέον προτείνει Πρόεδρο Ε/κ και Αντιπρόεδρο Τ/κ από κοινό εκλογικό κατάλογο
«Η ε/κ πλευρά δεν σέβεται τα έγγραφα συγκλίσεων», δήλωσε χθες ο λεγόμενος υπουργός εξωτερικών Οζντίλ Ναμί, καλώντας τον Ντερβίς Έρογλου να προσεγγίσει τον Μπαν Κι Μουν και να του μεταφέρει τα προβλήματα που διαπιστώνονται και να απαιτήσει απ’ αυτόν έναν πιο ενεργό ρόλο στις συνομιλίες. Όπως είπε ο Ναμί, ο Έρογλου τον ενημέρωσε πως υπάρχουν «σοβαρές αποκλίσεις» στη διακυβέρνηση και τον διαμοιρασμό εξουσιών, τα θέματα της ΕΕ και την οικονομία, κεφάλαια στα οποία υπήρξαν προηγουμένως σημαντικές συγκλίσεις. Αυτό, πρόσθεσε, αποτελεί ένδειξη ότι οι δύο πλευρές δεν χρησιμοποιούν τα προηγούμενα έγγραφα συγκλίσεων.
Η νέα πρόταση
Ο Οζντίλ Ναμί φαίνεται να αναφερόταν κυρίως στο ζήτημα της εκλογής της εκτελεστικής εξουσίας, μια… πονεμένη ιστορία, για την οποία η ελληνική πλευρά προχώρησε σε κατάθεση νέας πρότασης κατά την τρέχουσα φάση των συνομιλιών. Στη νέα πρόταση της ελληνικής πλευράς απαλείφεται, σύμφωνα με πληροφορίες, οποιαδήποτε αναφορά σε εκ περιτροπής προεδρία και αναφέρεται σε Ε/κ Πρόεδρο και Τ/κ αντιπρόεδρο, οι οποίοι θα εκλέγονται μέσα από έναν ενιαίο εκλογικό κατάλογο. Θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτή η πρόταση ενέχει στοιχεία όλων των προηγούμενων προτάσεων που κατετίθεντο από την πλευρά μας από το 2008, αλλά δεν είναι ίδια με καμιάν από αυτές. Η αλλαγή αυτή ήταν αναμενόμενο ότι θα ενοχλούσε την τουρκική πλευρά, επειδή ερμηνεύει τη διζωνικότητα με τέτοιον τρόπο, που θεωρεί αναγκαίο τόσο τον πληθυσμιακό διαχωρισμό όσο και την ανάληψη εξουσίας με εθνικά κριτήρια.
Η αποδοχή Ταλάτ
Υπενθυμίζεται ότι στο πρόσφατο παρελθόν υπήρξαν αρκετές άκαρπες προσπάθειες στο θέμα της εκλογής της εκτελεστικής εξουσίας. Όταν συνεζητείτο η διακυβέρνηση μεταξύ του Δημήτρη Χριστόφια και του Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, στην αρχή των διαπραγματεύσεων, το 2008, η πρόταση της ελληνικής πλευράς ήταν η εκ περιτροπής προεδρία, η οποία θα προέκυπτε από μεικτό ψηφοδέλτιο με διασταυρούμενη σταθμισμένη ψήφο. Τότε προβαλλόταν ο ισχυρισμός πως μια τέτοια πρόταση συνιστούσε βελτίωση σε σχέση με τις πρόνοιες του σχεδίου Ανάν.
Η θέση αυτή απορρίφθηκε από την τουρκική πλευρά, ενώ δεν άφηνε ικανοποιημένα ούτε και τα κόμματα στο εσωτερικό μέτωπο, που σχεδόν στο σύνολό τους θεωρούν στρέβλωση την εκ περιτροπής προεδρία. Στην πορεία, η ελληνική πλευρά διαφοροποίησε την πρότασή της αυτή, αφαιρώντας από την εξίσωση το μεικτό ψηφοδέλτιο. Τη θέση αυτή αποδέχτηκε με βαριά καρδιά ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, στο πλαίσιο των εντατικών διαπραγματεύσεων, και είχε, για κάποιο χρονικό διάστημα, θεωρηθεί σύγκλιση, παρά τις έντονες αντιδράσεις των πολιτικών δυνάμεων.
Η απόρριψη Έρογλου
Η όποια σύγκλιση υπήρξε στο θέμα αυτό ανατράπηκε, όταν διαπραγματευτής της τουρκικής πλευράς ανέλαβε ο Ντερβίς Έρογλου. Ο ίδιος δεν αποδέχθηκε ποτέ τη διασταυρούμενη ψήφο, θεωρώντας πως η ψήφος των Τ/κ πρέπει να είναι αμιγώς τουρκική. Επειδή η ελληνική πλευρά υπέβαλε την πρόταση ως πακέτο αλληλοσυνδεόμενων στοιχείων και όχι αποσπασματικά, η μη αποδοχή του ενός της σκέλους από τον Έρογλου εκλήφθηκε ως πλήρης κατάρρευση της προσπάθειας. Ως εκ τούτου επανήλθε με νέα πρόταση σε κατοπινό στάδιο των συνομιλιών, στην οποία εισηγείτο μόνιμο Ε/κ Πρόεδρο και μόνιμο Τ/κ αντιπρόεδρο, στη βάση της λογικής πως δεν θα μπορούσε το 10% του πληθυσμού να εκλέγει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
Ο Έρογλου δεν αποδέχθηκε ούτε τη νέα πρόταση. Επί της ουσίας ανέκαθεν ήθελε να υπάρχουν δύο πρόεδροι εκ περιτροπής, οι οποίοι θα εκλέγονται από χωριστούς «λαούς», μια θέση που συνάδει με τη γενικότερη φιλοσοφία του στο Κυπριακό. Μάλιστα, σε μιαν από τις συναντήσεις τού Greentree, ανέφερε πως η διασταυρούμενη ψήφος θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή είτε από χωριστά δημοψηφίσματα, είτε από χωριστές πλειοψηφίες δύο τρίτων από τη γερουσία και να ετίθετο σε εφαρμογή μετά την τρίτη προεδρική θητεία. Η αντίδραση της ελληνικής πλευράς ήταν ότι αν είναι αυτοί οι όροι που τίθενται, τότε ίσως θα έπρεπε με αυτόν τον τρόπο να δοκιμάσουν να κάνουν αποδεκτή και την εκ περιτροπής προεδρία… Κάπου εκεί ξεκαθάρισε, τουλάχιστον για την ελληνική πλευρά, ότι στο θέμα αυτό υπάρχει σοβαρή απόκλιση.
«Τελευταία ευκαιρία»
Ο ίδιος ο Έρογλου δήλωσε, πάντως, χθες πως η τουρκική πλευρά θα συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις με καλή θέληση, καθώς πρέπει να υπάρξει κατάληξη, αφού δεν μπορούν να συνεχιστούν για άλλα 40 χρόνια. Χαρακτήρισε, παράλληλα, τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις «τελευταία ευκαιρία», η οποία πρέπει να αξιοποιηθεί με σωστό τρόπο από τις δύο πλευρές. Οι δύο πλευρές κρατούν το κλειδί της λύσης, είπε, εκφράζοντας την πεποίθησή του πως θα μπορούν να ζήσουν «η μια δίπλα στην άλλη» και αυτό που υπολείπεται είναι μια συμφωνία.
Κάλεσε, μάλιστα, την ελληνική πλευρά να αρχίσει να προετοιμάζει τους Ε/κ για λύση.
Κατά τα άλλα, ο Έρογλου υποστήριξε πως θα πρέπει στη διευθέτηση του Κυπριακού να ληφθούν υπόψη οι εξελίξεις τα τελευταία 40 χρόνια. Ως μια τέτοια παρουσίασε την πεποίθησή του πως είναι αδύνατη η επιστροφή όλων των Ε/κ στα σπίτια τους. Ανέφερε ότι για το περιουσιακό υπήρξαν διαπραγματεύσεις με τον Δημήτρη Χριστόφια για έξι μήνες και υπήρξαν συγκλίσεις, αλλά ο Νίκος Αναστασιάδης θέτει σήμερα προϋποθέσεις.
Ξανά περιουσιακό
Το περιουσιακό βρέθηκε επί τάπητος και κατά τη χθεσινή συνάντηση του Ανδρέα Μαυρογιάννη με τον Κουντρέτ Οζερσάι. Όπως δήλωσε ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος Νίκος Χριστοδουλίδης, η συζήτηση κύλησε γύρω από το περιουσιακό, καθώς και τη νομοθετική και εκτελεστική εξουσία. Οι εμπειρογνώμονες των δύο πλευρών για το περιουσιακό θα πραγματοποιήσουν συνάντηση για συζήτηση λεπτομερειών την ερχόμενη εβδομάδα, σημείωσε. Υπήρξε, επίσης, ανταλλαγή απόψεων για τα επόμενα βήματα, σε συνέχεια της συνάντησης Αναστασιάδη-Έρογλου της Δευτέρας. Οι δυο διαπραγματευτές θα ξανασυναντηθούν στις 14 Ιουνίου και θα συζητήσουν θέματα ΕΕ, ιθαγένεια και τις εξουσίες της κεντρικής κυβέρνησης, ενώ θα προετοιμάσουν και την επόμενη συνάντηση Αναστασιάδη-Έρογλου, που έχει προγραμματιστεί για τις 23 Ιουνίου. Επί της ουσίας, όπως ανέφεραν στην εφημερίδα μας πηγές κοντά στη διαπραγμάτευση, η χθεσινή ήταν μια συνάντηση ρουτίνας, με τη διαφορά πως οι δυο διαπραγματευτές έφαγαν μαζί.
Το έδαφος και ο χρόνος
Ο διαπραγματευτής της τουρκικής πλευράς Κουντρέτ Οζερσάι δήλωσε, μετά τη χθεσινή συνάντηση, ότι η τουρκική πλευρά είναι έτοιμη να διαπραγματευτεί τον γεωγραφικό χάρτη, μόλις οι δύο πλευρές συμφωνήσουν σε οδικό χάρτη που θα τους οδηγήσει σε δημοψήφισμα για τη λύση του Κυπριακού. Έκανε, δηλαδή, διασύνδεση της συζήτησης του εδαφικού με κάποιου είδους άτυπου χρονοδιαγράμματος για τη λύση. Είναι, άλλωστε, γνωστό, πως η τουρκική πλευρά επιμένει πως το εδαφικό θα πρέπει να συζητηθεί τελευταίο, καθώς θεωρεί τις πιθανές εδαφικές αναπροσαρμογές ως το μεγαλύτερο πρόβλημα που θα έχουν να αντιμετωπίσουν οι Τ/κ μετά τη λύση.
Αρχικά η τουρκική πλευρά έλεγε πως θα πρέπει το θέμα να συζητηθεί στην τρίτη φάση, αυτήν του πάρε-δώσε, αλλά υποτίθεται ότι τη Δευτέρα αποδέχθηκε να καταθέσει τις θέσεις της, στο πλαίσιο των ουσιαστικών διαπραγματεύσεων που διανύουμε σήμερα. Τώρα φαίνεται να μετακινεί εκ νέου τον ορίζοντα της συζήτησης σε ακόμα πιο μακρινό σημείο. Σημειώνεται ότι στο θέμα χρόνου, η ελληνική πλευρά είχε δηλώσει πως είναι έτοιμη να καταθέσει προτάσεις εφ' όλων των ζητημάτων μέχρι και το τέλος Αυγούστου.
Δεν τις αναγνωρίζουν
Ο Οζερσάι ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η ελληνική πλευρά θα προσπαθήσει να παρεκκλίνει από τις συγκλίσεις και τα συμφωνηθέντα, προσθέτοντας ότι εάν η ελληνική πλευρά καταθέσει πρόταση που να παρεκκλίνει από τα συμφωνηθέντα στο παρελθόν, ή εάν μια πρόταση περιέχει τέτοια στοιχεία, τότε η πρόταση ή το συγκεκριμένο μέρος της πρότασης δεν θα υπάρχει όσον αφορά την τουρκική πλευρά. Ανέφερε ότι δεν θα ληφθούν υπόψη τέτοιες προτάσεις και πρόσθεσε ότι το κατέστησε αυτό ξεκάθαρο χθες στον Ε/κ διαπραγματευτή. Διευκρίνισε, μάλιστα, ότι δεν το εννοεί με αρνητικό τρόπο, προσθέτοντας ότι θα πρέπει να επιδειχθεί πολιτική βούληση ώστε να επιτευχθεί πρόοδος.
Επί της ουσίας, όμως, οι συνομιλίες πραγματοποιούνται κάτω από την αρχή πως τίποτα δεν έχει συμφωνηθεί, εάν δεν συμφωνηθούν όλα. Το παράδειγμα της εκλογής της εκτελεστικής εξουσίας, που αναφέρεται πιο πάνω, είναι χαρακτηριστικό του γεγονότος πως και οι δύο πλευρές τροποποιούν, αποσύρουν και υποβάλλουν εκ νέου προτάσεις και αυτή είναι απόλυτα αποδεκτή πρακτική στο πλαίσιο της τρέχουσας διαπραγματευτικής διαδικασίας.




