Η υπόθεση με τις λίστες εκροών φαίνεται να εξελίχθηκε σε ένα φιάσκο
Η δημοσιοποίηση του καταλόγου όσων έκαναν συναλλαγές εξωτερικού τις μέρες που ήταν κλειστές οι τράπεζες γύρισε «μπούμερανγκ» κατά της Βουλής
Η ΕΚΘΕΣΗ της Επιτροπής Θεσμών μάλλον λειτούργησε μεταξύ άλλων και ως… «πολλαπλασιαστής ερωτημάτων»
Και ξαφνικά η λιστολογία μάς έκανε να ξεχάσουμε τη… ληστολογία. Η υπόθεση με τις «λίστες εκροών» φαίνεται να εξελίχτηκε σε ένα φιάσκο.
Σε όλα τα επίπεδα. Η δημοσιοποίηση του καταλόγου όσων έκαναν συναλλαγές εξωτερικού τις μέρες που ήταν κλειστές οι τράπεζες γύρισε «μπούμερανγκ» κατά της Βουλής. Στον κατάλογο εκείνο που έστειλε η Κεντρική Τράπεζα υπήρχαν όχι μόνο εκροές από την Κύπρο, αλλά και εισροές. Σίγουρα ήταν εντελώς παράλογο να δημοσιοποιηθούν οι εισροές. Επιπρόσθετα, όμως, και οι εκροές που δημοσιοποιήθηκαν φαίνεται ότι έγιναν με έγκριση.
Την ίδια στιγμή, ουδείς ή ελάχιστοι γνωρίζουν ποιοι αποτελούν την Επιτροπή της Κεντρικής Τράπεζας που έδωσε την άδεια για εκροές, αλλά, το κυριότερο, ουδείς γνωρίζει τους όρους και τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν από αυτήν τη «μιας χρήσης Επιτροπή». Το κερασάκι στην τούρτα; Ουδείς αναζήτησε αυτούς τους ανθρώπους μέχρι σήμερα, για να λάβει έστω μια κατάθεση.
Σύγχυση και θολούρα
Το περιστατικό αυτό απέδειξε την τεράστια σύγχυση που έχει προκύψει. Για αρκετό καιρό συζητούσαμε εντελώς μάταια το ζήτημα εκείνων των μερικών χιλιάδων συναλλαγών που έγιναν πριν από την «κλειστή περίοδο». Όλη η προσοχή της κοινής γνώμης στράφηκε εδώ και κάποιο χρονικό διάστημα στο «ποιοι έβγαλαν λεφτά». Να δημοσιευτούν ή να μη δημοσιευτούν;
Ξεχνώντας ότι ήδη πέρυσι ατάκτως είχαν δημοσιευτεί και σε ελλαδικά έντυπα. Ξεχνώντας ακόμα ότι οι «κατηγορούμενοι» στην ουσία απέσυραν τα δικά τους χρήματα, τις δικές τους καταθέσεις, ίσως γιατί διάβαζαν πολύ πιο συχνά διεθνή οικονομικό Τύπο. Σοβαροί παρατηρητές σημειώνουν αυτές τις μέρες ότι η Επιτροπή Θεσμών και Αξιών της Βουλής αδίκησε τελικά τον εαυτό της.
Από τη μεγάλη κοινοβουλευτική έρευνα που έγινε εδώ και μήνες προέκυψαν σημαντικά ζητήματα, τα οποία περίπου έμειναν στη σκιά. Κάτω από τις κραυγές της «κερκίδας» για τις λίστες, πέρασαν σε δεύτερη μοίρα οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί άλωσης του τραπεζικού συστήματος. Έτσι, η «μανία με τις λίστες», εξέθεσε τελικά ανεπανόρθωτα όλους εκείνους που δεν παύουν να ορθώνουν ρομφαία και να γίνονται αυτοσχέδιοι τιμωροί. Και όμως, η Έκθεση καταγράφει λεπτομερώς τις καταθέσεις που δόθηκαν και τις πληροφορίες που συγκεντρώθηκαν.
Η ταμπακέρα
Το πρώτο και βασικότερο ζήτημα είναι πώς η Λαϊκή Τράπεζα, από μια κανονική τράπεζα που ήταν για δεκαετίες, μετατράπηκε μέσα σε λίγα χρόνια σε καρκινωματική οντότητα. Ένα δεύτερο ερώτημα ξεκινά και πάλιν από αυτήν την τράπεζα και τους χειρισμούς που έκαναν στην πορεία της πτώσης της, τόσο η Κυβέρνηση όσο και οι ειδικά αρμόδιες Αρχές, δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Τελικά, η πτωτική πορεία της Λαϊκής Τράπεζας είναι ίσως και το κλειδί για πολλές εξελίξεις.
Το ερώτημα που πλανάται είναι πότε η τράπεζα εκείνη έγινε αφερέγγυα; Για παράδειγμα, σε ποιαν ακριβώς στιγμή είχε ξεπεράσει το «σημείο χωρίς επιστροφή»; Τον Μάϊο του 2012 η Κυβέρνηση πήγε στη Βουλή και ζήτησε να εγκριθεί ποσό 1,8 δις για την τράπεζα. Εκ των υστέρων φάνηκε ότι ένα τέτοιο ποσό δεν έφτανε. Εδώ σίγουρα υπήρχε μια μεγάλη ευθύνη. Και δεν είναι πρώτα της Βουλής αυτή η ευθύνη. Αλλά είναι της Κεντρικής Τράπεζας και της Κυβέρνησης.
Πώς άραγε θα αποδοθεί αυτή η ευθύνη; Δεν έφτανε όμως εκείνο το τεράστιο ποσό που πήγε «του βρόντου», αλλά η Κεντρική Τράπεζα συνέχισε να δίνει ρευστότητα στην τράπεζα. Είναι ο περίφημος ELA. Γιατί το έκανε αυτό; Ήταν η τράπεζα φερέγγυα; Υπήρχε πιθανότητα με αυτές τις ενέργειες να σωθεί; Ο προηγούμενος Διοικητής είπε σε κάποια στιγμή, με δηλώσεις του, ότι «η τράπεζα ήταν φερέγγυα διότι λάβαμε υπόψη ότι θα έμπαινε σε πρόγραμμα». Από την πλευρά του ΔΗΣΥ ακούστηκε πολλές φορές το ερώτημα, αλλά έμεινε αναπάντητο:
Αν είναι έτσι, τότε γιατί μόλις μπήκε σε πρόγραμμα, η τράπεζα διαλύθηκε; Προστίθεται έτσι μια πελώρια ευθύνη, εκείνη για τα δισεκατομμύρια ρευστότητας-ELA, για την οποία και πάλιν κανείς δεν δείχνει πώς θα απονεμηθεί. Ο Πανίκος Δημητριάδης πάντως έφυγε... κύριος και με μια κατάθεση σε αγγλική τράπεζα. Όμως ευθύνη για την παρατεταμένη ρευστότητα που δόθηκε σε μια τράπεζα που ήδη ήταν «χωρίς θεραπεία» έχει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Κάποτε, θυμάμαι, ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ είχε πει στη Βουλή ότι γι’ αυτόν τον λόγο θα έπρεπε να οδηγηθεί ο Μάριο Ντράγκι στο δικαστήριο. Έκτοτε, όμως, δεν ακούσαμε νεότερα...
Ο Γενικός Εισαγγελέας
Τον τελευταίο καιρό πολλοί πολιτικοί ανεβαίνουν τον λόφο και κτυπούν την πόρτα του Γενικού Εισαγγελέα. Το έκανε άλλοτε ο Πρόεδρος του ΔΗΚΟ, τον μιμήθηκε ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ και τώρα το ίδιο έκανε και ο Πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών. Έχει άραγε αντιληφθεί ο Κώστας Κληρίδης ποιες και πόσο μεγάλες προσδοκίες έχουν αναπτυχθεί μέσα στην κοινωνία; Αρκετοί και αρκετά έγκριτοι νομικοί σημειώνουν, πάντως, ότι με τον τρόπο και τις μεθόδους που είμαστε συνηθισμένοι να δουλεύουμε στην Κύπρο, πολύ δύσκολα θα στοιχειοθετηθούν και θα καταχωρισθούν σε δικαστήρια υποθέσεις. Θα τους διαψεύσει άραγε ο Γενικός Εισαγγελέας;
Κυριαρχεί, ίσως και δικαίως, ότι πρέπει να κριθούν «οι τότε χρυσοπληρωμένες διοικήσεις των τραπεζών». Αλλά αυτό δεν θα έπρεπε να είχε γίνει ήδη από καιρό; Από τη μεριά του ΔΗΣΥ, ακούγοντας τις καθημερινές καταγγελίες του ΑΚΕΛ «εναντίον τραπεζιτών», διερωτώνται «γιατί την επαύριον της ψήφισης του 1,8 δις από τη Βουλή δεν φρόντισε η τότε κυβέρνηση να στήσει ένα ειδικό δικαστήριο ή μιαν ανακριτική διαδικασία, για να καθαρίσει η ατμόσφαιρα από την μπόχα και τη δυσωδία».
Εύλογο ερώτημα, που θα μείνει αναπάντητο. Διότι μπορεί η κοινή γνώμη να έχει εξοργιστεί ξανά με την είδηση για τα τεράστια μπόνους των «γκόλντεν μπόις», αλλά αρκετά απ’ αυτά τα «μπόις» παραμένουν στη θέση τους. Γνώστες των τραπεζικών πραγμάτων παρατηρούσαν αυτές τις μέρες ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τα μπόνους και άλλες χαριστικές αμοιβές (εξάλλου σημειώνουν αυτά δίνονταν στο φως της μέρας και δημοσιεύονταν και στις ετήσιες εκθέσεις των τραπεζών).
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, λένε, είναι ότι αρκετά υπεύθυνα στελέχη, άνθρωποι που είχαν ευθύνες για διάφορες αποφάσεις και πρακτικές, βρίσκονται ακόμα σήμερα στη θέση τους. Κάποιοι από τους «χρυσωμένους με μπόνους», μιας τράπεζας που κατέρρευσε, συνεχίζουν μέσα στην άλλη τράπεζα που προσπαθεί να ορθοποδήσει.
Η «πατέντα» μιας τράπεζας που έκλεισε, αλλά το προσωπικό της πέρασε αυτόματα σε μιαν άλλη τράπεζα, ανήκει και αυτή στον Πανίκο Δημητριάδη, που τώρα… κουνάει μαντίλι από τη Βρετανία. Την ίδια στιγμή, όλοι γνωρίζουν ότι και τα μέλη των τότε Δ.Σ. των Τραπεζών ζουν και βασιλεύουν, χωρίς στην ουσία να έχει ανοίξει ούτε και μία δική τους μύτη.
Απορίες και διλήμματα
ΤΗΛΕΘΕΑΤΗΣ με προσήγγισε τις προάλλες και μου έκανε παράπονο, διότι άνθρωπος που γνώριζε προσωπικά και έπαιζε σημαντικό ρόλο στην τράπεζα που διαλύθηκε, σήμερα συνεχίζει στην Τράπεζα Κύπρου. «Και περιμένουμε να τη σώσει;» με ρωτούσε με οργισμένο ύφος. Ο ίδιος μου ζήτησε να τον διαφωτίσω και για κάτι για το οποίο δηλώνω αδυναμία. Γιατί, έλεγε, η Επιτροπή της Βουλής δεν ασχολήθηκε καθόλου με τον Συνεργατισμό; Είναι λίγο το ενάμιση δισεκατομμύριο που φόρτωσε απευθείας στους ώμους όλων των φορολογουμένων;
Είναι άραγε άσχετο το ότι ο Συνεργατισμός έχει ακόμα περισσότερα μη εξυπηρετούμενα δάνεια; Μου θύμισε το ερώτημα που έθετε με πικρία πρώην ανώτερο τραπεζικό στέλεχος: «Καλά, όπως λένε είναι οι τραπεζίτες όλο το κακό, εντάξει. Αλλά ποιοι τραπεζίτες είναι άραγε εκείνοι που τα έφαγαν στον Συνεργατισμό;». Τα ερωτήματα αυξάνονται και επιμένουν. Η έκθεση της Επιτροπής Θεσμών μάλλον λειτούργησε μεταξύ άλλων και ως… «πολλαπλασιαστής ερωτημάτων». Συνεπώς, το θέμα είναι ποιος και πότε θα δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις, ονόματα και διευθύνσεις;




