Δύο επιτροπές ερεύνησαν μέχρι τώρα τα αίτια της οικονομικής καταστροφής

Λειτουργός της Νομικής Υπηρεσίας αποκάλυψε στη «Σημερινή» ότι δεν άρχισε ακόμα η μελέτη του πορίσματος, το οποίο παραδόθηκε στην Εισαγγελία από τον περασμένο Οκτώβριο

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΤΡΟΠΗ Πική στο πόρισμα της Επιτροπής Θεσμών της Βουλής και τη δημοσιοποίηση ονομάτων πολιτικών…


Δυο επιτροπές μέχρι σήμερα ερεύνησαν τα αίτια που οδήγησαν την Κύπρο στην οικονομική καταστροφή. Η πρώτη είχε συσταθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο κι άρχισε το έργο της τον Απρίλιο του 2013 και η δεύτερη ήταν η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, η οποία άρχισε τη συζήτηση του θέματος «Η λειτουργία των θεσμών του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος» τον Ιούλιο του 2012.

Το θέμα ενεγράφη για αυτεπάγγελτη εξέταση από όλα τα μέλη της Επιτροπής και η συζήτηση γινόταν παράλληλα με την διενέργεια της έρευνας για την οικονομία, η οποία ανετέθη στην Επιτροπή για την Οικονομία. Η πρώτη επιτροπή, υπό τον πρώην Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γεώργιο Πική, ολοκλήρωσε την έρευνά της σε μερικούς μήνες μετά από εντατική εργασία και εξέδωσε και δημοσιοποίησε το πόρισμά της τον περασμένο Οκτώβριο. Το πόρισμα δόθηκε στο Υπουργικό, το οποίο με τη σειρά του το παρέδωσε στη Νομική Υπηρεσία. Όπως, όμως, μας ελέχθη από λειτουργό της Υπηρεσίας αυτής, «βρίσκεται μέσα σε κασόνια», αφού δεν άρχισε ακόμα η επεξεργασία των στοιχείων που προέκυψαν από την έρευνα. Το πόρισμα κατατέθηκε επίσης και στην Επιτροπή Αρχείου της Δημοκρατίας, όπου φυλάσσονται όλα τα επίσημα έγγραφα.

Η Επιτροπή Θεσμών ολοκλήρωσε κι αυτή την έρευνά της μέσα σε εννέα μήνες και παρέδωσε στα μέλη της, πριν από μια περίπου εβδομάδα, προκαταρκτικό ακόμα πόρισμα για μελέτη, ώστε να είναι έτοιμα για την τελική διαμόρφωσή του, μεθαύριο Τρίτη, 8 Απριλίου.

Η έρευνα της Επιτροπής Θεσμών

Όπως αναφέρεται στο πόρισμα, «η ανάγκη για εγγραφή και συζήτηση τού υπό αναφορά θέματος, με τέτοια ευρεία έννοια, κρίθηκε επιβεβλημένη από την Επιτροπή, δεδομένων των γεγονότων που διαδραματίζονταν στην κυπριακή επικαιρότητα το διάστημα εκείνο (σ.σ. της οικονομικής κρίσης) αλλά και της ανησυχητικής κατάστασης στην οποία είχε περιέλθει η κυπριακή οικονομία».

Ως σημαντικά γεγονότα, κατά την άποψη της Επιτροπής, ήταν, μεταξύ άλλων, η γενικότερη οικονομική ύφεση που ταλάνιζε τη χώρα μας, της οποίας χρονικό ορόσημο υπήρξε η κατάθεση, στις 25 Ιουνίου 2012, του επίσημου αιτήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας στους διεθνείς εταίρους της για χρηματοοικονομική στήριξη, μετά από ένα μακρόχρονο πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό, κατά πόσο η Κύπρος ήταν σε θέση να αντεπεξέλθει στην κρίση που ταλάνιζε την οικονομία της, καθώς και η νομοθεσία που αιφνιδιαστικά κλήθηκε να ψηφίσει η Βουλή για την ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας, ύψους 1,8 δις ευρώ τον Ιούνιο του 2012.

Επιπρόσθετα, αφορμή για την εγγραφή του θέματος από την Επιτροπή Θεσμών ήταν και οι καταγγελίες/παράπονα πολιτών για τη διαχείριση των τοπικών φορέων του χρηματοπιστωτικού συστήματος σε σχέση με τα αξιόγραφα, τα τραπεζικά επιτόκια και άλλα χρηματοπιστωτικού περιεχομένου ζητήματα.

Πέραν των πιο πάνω, η Επιτροπή ένιωσε την ανάγκη να ασχοληθεί και με όσα προέκυψαν μετά την απόφαση για το κούρεμα των καταθέσεων. Κυριότερη παράμετρος της έρευνας αυτής ήταν η κατάθεση ενώπιόν της καταλόγων με τα ονόματα όσων σήκωσαν κεφάλαια από την Κύπρο πριν από την απόφαση, γεγονός που εγείρει υποψίες για εσωτερική ενημέρωση, αν δεν υπήρχε ανάγκη για τη μεταφορά, όπως για παράδειγμα πληρωμές κλπ.

Πέραν των εννέα μηνών

Η ΠΟΡΕΙΑ της έρευνας της Επιτροπής Θεσμών κράτησε πέραν των εννέα μηνών. Ενώπιόν της κλήθηκαν και κατέθεσαν γεγονότα, πληροφορίες και στοιχεία 134 συνολικά άτομα. Μεταξύ άλλων στην Επιτροπή εμφανίσθηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, ο τέως Υπουργός Οικονομικών, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών, ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ο Γενικός Διευθυντής του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου, πρόεδροι και μέλη εν ενεργεία και απελθόντων διοικητικών συμβουλίων εμπορικών τραπεζών και συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου, ο Πρόεδρος του Συνδέσμου Επιστημόνων Εκτιμητών και Συμβούλων Ακινήτων Κύπρου, και άλλοι εκπρόσωποι αρμόδιων φορέων και ιδιωτικών οργανισμών.

Δεν εμφανίσθηκαν, παρά το γεγονός ότι προσκλήθηκαν, οι Ανδρέας Βγενόπουλος, Αθανάσιος Ορφανίδης και Ευθύμιος Μπουλούτας. Ο πρώτος απάντησε στην πρόσκληση ότι θα ερχόνταν υπό την προϋπόθεση ότι θα του δινόταν ικανοποιητικός χρόνος να μιλήσει, πέραν των τριών ωρών και ότι η συνεδρία θα ήταν ανοικτή στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.

Η Επιτροπή δεν απάντησε στην επιστολή Βγενόπουλου. Πάντως, στο προκαταρκτικό πόρισμά της η Επιτροπή αναφέρει ότι μεταξύ των προβλημάτων που είχε να αντιμετωπίσει ήταν και «οι πρακτικές ή άλλες δυσκολίες να υποχρεώσει πολίτες της Δημοκρατίας που ζουν στο εξωτερικό, ή πολίτες ξένων χωρών, να προσέλθουν και να καταθέσουν ενώπιόν της αναφορικά με τα υπό εξέταση θέματα. Η Επιτροπή εκτιμά ότι στην περίπτωση αυτή υπάρχουν τέτοια πρόσωπα που θα μπορούσαν να ρίξουν φως στα διαδραματισθέντα και στα αίτιά τους, αλλά είναι δύσκολο να κληθούν για να παρευρεθούν ενώπιόν της ώστε να καταθέσουν τις απόψεις τους, ζήτημα το οποίο θα την απασχολήσει εκ νέου».

ELA, δάνεια, εκροές, επεκτάσεις, ομόλογα τα κυριότερα θέματα

Ο ΕΚ των μελών της Επιτροπής βουλευτής του ΔΗΣΥ Ανδρέας Κυπριανού, κληθείς από την εφημερίδα μας να αναφερθεί στα σημαντικότερα, κατά την άποψή του, θέματα τα οποία συζητήθηκαν στην Επιτροπή ή προέκυψαν ως αποτέλεσμα των συζητήσεων, είπε ότι θεωρεί ότι τα κυριότερα είναι μεταξύ άλλων τα εξής:

-Η παραχώρηση έκτακτης ρευστότητας στη Λαϊκή Τράπεζα, ενώ αυτή ήταν χρεοκοπημένη. Γνώριζαν ή όχι οι κεντρικοί τραπεζίτες τους κινδύνους από τη συνεχή ενίσχυσή της με ELA.

-Η αγορά ελληνικών ομολόγων από τις κυπριακές τράπεζες σε περίοδο κατά την οποία αυτά είχαν καταστεί επικίνδυνα.

-Η παραχώρηση δανείων από πλευράς Λαϊκής για αγορά μετοχών σε εταιρείες στην Ελλάδα.

-Ο τρόπος λειτουργίας των Επιτροπών Διαχείρισης Κινδύνου στις τράπεζες.

-Οι επεκτάσεις των τραπεζών στο εξωτερικό.

-Η παραχώρηση εκατομμυρίων ευρώ ως φιλοδωρήματα σε στελέχη των τραπεζών.

-Η εξαγορά της Λαϊκής το 2006.

-Η παραχώρηση δανείων χωρίς επαρκείς εγγυήσεις, χαμηλά επιτόκια, η διαγραφή δανείων κλπ.

-Η έκδοση και διάθεση αξιογράφων από τις τράπεζες Κύπρου και Λαϊκή, από άτομα τα οποία δεν ήταν επενδυτικοί σύμβουλοι.

-Οι ευθύνες των διοικητικών συμβούλων σε σχέση με τη λειτουργία των τραπεζών.

-Η πώληση των κυπριακών τραπεζών στην Ελλάδα.

«Θα έπρεπε ήδη να είχαν εκδοθεί εντάλματα»

Σε ερώτησή μας, αν θεωρεί πως το έργο της Επιτροπής θα έχει αποτέλεσμα, ο κ. Κυπριανού είπε ότι κατά την άποψή του θα έπρεπε ήδη να είχαν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης και να ανακρίνονται ήδη άτομα, τα οποία φαίνεται ότι φέρουν τεράστιες ευθύνες για όσα έγιναν στην Κύπρο και την οδήγησαν στην οικονομική καταστροφή.

«Γνωρίζω», μας είπε, «ότι μέλη της Επιτροπής Θεσμών θεωρούν ότι υπάρχουν επαρκή στοιχεία ήδη, τα οποία δικαιολογούν την προσαγωγή κάποιων ενώπιον της δικαιοσύνης».

Κληθείς να απαντήσει γιατί δεν γίνεται αυτό και αν θα κατονομασθούν τα άτομα εκείνα τα οποία μέχρι στιγμής είναι σημειωμένα με ΧΧΧ στο προκαταρκτικό πόρισμα της Επιτροπής, ο κ. Κυπριανού ανέφερε:

«Αναμένω από τη Νομική Υπηρεσία να αναλάβει τις ευθύνες της σε ιστορικές στιγμές όπως αυτές τις οποίες διερχόμαστε σήμερα. Σε σχέση με την αποκάλυψη ονομάτων, γνωρίζω πως από το βήμα της ολομέλειας της Βουλής όταν θα συζητηθεί τον ερχόμενο μήνα το θέμα, ο κάθε βουλευτής θα πράξει κατά συνείδηση, αν στο μεταξύ δεν κινηθεί η Νομική Υπηρεσία».

Δεν εξαντλείται η έρευνα

Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι η Επιτροπή «διευκρίνισε εξ αρχής ότι δεν στόχευε ούτε και ήταν σε θέση να εξαντλήσει με την έρευνά της τις συνθήκες, τα αίτια και τις ευθύνες που οδήγησαν την Κύπρο στη σημερινή οικονομική κατάσταση».

Συγκεκριμένα, στον πρόλογο του πορίσματος η Επιτροπή Θεσμών τονίζει ότι «ασχολήθηκε με το υπό αναφορά θέμα ενεργώντας μέσα στο πλαίσιο άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου, ο οποίος αποτελεί αρμοδιότητα και υποχρέωση της Βουλής των Αντιπροσώπων και ασκείται εντός των ορίων που καθορίζει το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής, και δεν υποκαθιστά, αλλά ούτε και υποκαθίσταται από οποιαδήποτε άλλη διαδικασία ή έρευνα που διεξάγεται σε σχέση με ένα θέμα. Με βάση τις πρόνοιες των πιο πάνω, είναι σαφές ότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος οδηγεί μόνο σε πολιτικές απόψεις και κριτική των πράξεων ή των παραλείψεων της εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς να υποκαθιστά τις αρμοδιότητες ή τον ρόλο οποιουδήποτε άλλου κρατικού οργάνου.

Περαιτέρω, η Επιτροπή καθιστά σαφές ότι δεν επιθυμεί σε καμιά περίπτωση να επηρεάσει δυσμενώς την εξέλιξη της πορείας οποιασδήποτε άλλης ανακριτικής/ποινικής, δικαστικής ή οιωνεί δικαστικής διαδικασίας γύρω από τα ζητήματα που εμπίπτουν στο υπό εξέταση θέμα. Είναι όμως αρμόδια να διαπιστώσει και να καταγράψει γενικές συμπεριφορές, νοοτροπίες, αδυναμίες του συστήματος, αλλά και πολιτικές ευθύνες, και να σχολιάσει και να κρίνει την ικανότητα, την ετοιμότητα και τις δυνατότητες της κυβερνητικής μηχανής και όσων προΐστανται αυτής».

Εκείνο που τώρα αναμένεται είναι το τελικό πόρισμα της Επιτροπής, το οποίο, όπως προαναφέραμε, θα ετοιμαστεί την ερχόμενη Τρίτη και θα δοθεί και στη Νομική Υπηρεσία, για να τη βοηθήσει στο έργο της για διαλεύκανση των αιτίων που οδήγησαν τη χώρα μας στην οικονομική καταστροφή.

Το έργο της Ερευνητικής Επιτροπής

Η Ερευνητική Επιτροπή για την Οικονομία άρχισε τη δική της έρευνα τον Απρίλιο του 2012, με δημόσιες ακροάσεις. Η Επιτροπή είχε συσταθεί με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο είχε θέσει και τους όρους εντολής της. Αρχικά απαρτιζόταν από τρία πρώην μέλη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τους κ. Γιώργο Πική, Κωνσταντινίδη και Ανδρέα Κραμβή. Λίγο μετά την έναρξη των εργασιών της Επιτροπής, παραιτήθηκε για λόγους υγείας ο Α. Κραμβής και στη θέση του διορίσθηκε ο επίσης πρώην δικαστής του Ανωτάτου Παναγιώτης Καλλής. Και ο τελευταίος όμως παραιτήθηκε στη συνέχεια και στη θέση του διορίσθηκε η νομικός Ηλιάνα Νικολάου.

Η άρνηση του Δ. Χριστόφια να καταθέσει προφορικά

Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ εξέδωσε το πόρισμά της τον περασμένο Οκτώβριο, μετά που άκουσε μαρτυρίες εκατοντάδων ατόμων, εκτός αυτήν του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας Δημήτρη Χριστόφια, ο οποίος δεν θέλησε να καταθέσει προφορικά. Είχε ζητήσει να παραδώσει στην Επιτροπή γραπτώς τη μαρτυρία του, αίτημα το οποίο όμως απερρίφθη. Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Χριστόφιας είχε συγκαλέσει αμέσως μετά την εμφάνισή του στην Επιτροπή συνέντευξη Τύπου, κατά τη διάρκεια της οποίας ανέγνωσε την 25σελίδη γραπτή κατάθεση την οποία επρόκειτο να παραδώσει στην Επιτροπή για την Οικονομία.

Η Ερευνητική Επιτροπή παρέπεμψε το θέμα της άρνησης του κ. Χριστόφια, να καταθέσει προφορικά ενώπιόν της, στον Γενικό Εισαγγελέα που τότε ήταν ο κ. Πέτρος Κληρίδης. Ειδικότερα, σε ενδιάμεση απόφασή της η Επιτροπή ανέφερε ότι: «Εγείρεται θέμα ανυπακοής σε νόμιμη διαταγή, βάσει των προνοιών του άρθρου 137 του Ποινικού Κώδικα, και άλλων συναφών διατάξεων. Δεν προβαίνουμε σε καμιά διαπίστωση επί του θέματος. Το θέμα θα παραπεμφθεί στον Γενικό Εισαγγελέα προς εξέταση».

Από την πλευρά του, ο Δ. Χριστόφιας δήλωσε ότι «η κοινωνία θα οδηγηθεί στο βάραθρο και θα είναι ταφόπετρα για τη δημοκρατία, εάν περιπέσουμε στο φοβερό λάθος να δικάζουμε πολιτικούς». Απόφαση για την άρνηση του τέως Προέδρου να καταθέσει εξέδωσε ο νυν Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης, ο οποίος απεφάνθη ότι:

«Το θέμα της άρνησης συμμόρφωσης του τέως Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια στις οδηγίες της Ερευνητικής Επιτροπής να καταθέσει προφορικά ενώπιόν της θα μπορούσε και θα έπρεπε να τύχει χειρισμού από την ίδια την Επιτροπή». Ο Γενικός Εισαγγελέας αναφέρθηκε και «στην αναγκαιότητα όπως μάρτυρες, οι οποίοι καλούνται για να καταθέσουν ενώπιον Ερευνητικών Επιτροπών, επιδεικνύουν τον πρέποντα σεβασμό» προς τον θεσμό και τα πρόσωπα που συγκροτούν τις Ερευνητικές Επιτροπές, καθώς και όπως «μη επιζητούν την επίδειξη προς αυτούς οποιασδήποτε ιδιαίτερης ή διαφορετικής μεταχείρισης, λόγω υφιστάμενου ή πρότερα κατεχόμενου αξιώματος, όσο υψηλό και να είναι τούτο».

«Πρώτος και κύριος υπαίτιος ο Δ. Χριστόφιας»

Η Επιτροπή για την Οικονομία εξέδωσε το πόρισμά της στις 7 Οκτωβρίου 2013. Σύμφωνα με το πόρισμα, «πρώτος και κύριος υπαίτιος για την κατάσταση στην οποία περιήλθε η οικονομία της χώρας στα πρόθυρα χρεοκοπίας» ήταν ο τέως Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας, ενώ ευθύνες επιρρίφθηκαν και στον νυν Πρόεδρο Νίκο Αναστασιάδη και την κυβέρνησή του «για έναν και μόνο λόγο. Η προετοιμασία για τις διαπραγματεύσεις στο Eurogroup υπολειπόταν», ενώ «υποτιμήθηκαν ενδεχόμενα που κατά λογική συνέπεια έπρεπε να προβλεφθούν».

Πολιτική ευθύνη επιρρίπτεται, επίσης, στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου της κυβέρνησης Χριστόφια, «που είχαν την ευχέρεια να απορρίψουν προτάσεις και νομοσχέδια σχετικά με την οικονομία, πράγμα που δεν έπραξαν». Επιπλέον, πολιτική ευθύνη αποδίδεται στο πόρισμα «κατά δεύτερον λόγο στο ΔΗΚΟ, το οποίο μετείχε στην κυβέρνηση για περίπου 3,5 χρόνια, αλλά και στην ΕΔΕΚ, η οποία μετείχε στην κυβέρνηση για περίπου δύο χρόνια».