Επiδίωξε, και πέτυχε, να συντηρήσει την υπόγεια σχέση με «τρίτες δυνάμεις»
Η εικόνα της Κυβέρνησης και τα νέα πρόσωπα του Υπουργικού δεν μπορεί παρά να λειτουργήσουν μέσα σε μιαν αναπόδραστη σύζευξη με την εικόνα του ίδιου του Νίκου Αναστασιάδη
ΤΑ ΠΑΝΤΑ για την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο κρίνονται και θα κριθούν εν τοις πράγμασι
«Δεν θα σας αποκρύψω πως τις τελευταίες μέρες βρέθηκα μπροστά σε βασανιστικά διλήμματα, διλήμματα και επιλογές που έφερναν τις συνταγματικές επιλογές και τη πολιτική δεοντολογία σε σύγκρουση με τα ανθρώπινα συναισθήματα απέναντι σε καταξιωμένους συνεργάτες», ανέφερε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας την Παρασκευή, μετά την τελετή διαβεβαίωσης των νέων υπουργών. Το δίλημμά του, εξήγησε, ήταν αν θα έπρεπε να σεβαστεί μιαν «αβάσιμη και αδικαιολόγητη απόφαση» ή αν θα αποδεχόταν τους κανόνες της πολιτικής ηθικής, όπως διαπλάστηκαν στο πολιτικό μας σύστημα.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, ο Πρόεδρος είχε περισσότερα και ουσιαστικότερα διλήμματα, στην πορεία αυτού του ανασχηματισμού. Είχε να επιλέξει ανάμεσα στις επιθυμίες δύο εκ των υποστηρικτικών του πυλώνων, του Αβέρωφ Νεοφύτου και του Μάριου Καρογιάν. Είχε να επιλέξει ανάμεσα στο χρέος που είχε απέναντι στο πρόσφατο πολιτικό του παρελθόν και στο άμεσο πολιτικό του μέλλον. Και, κυρίως, είχε να αποφασίσει τον βαθμό εμπλοκής του στα εσωκομματικά του ΔΗΚΟ και των επιπλοκών που αναπόφευκτα αυτή θα προκαλούσε.
Παράγων συναίσθημα
Η συνεχής επίκληση του συναισθηματικού παράγοντα τις τελευταίες ημέρες αποδίδεται σε μια προσπάθεια δραματοποίησης διλημμάτων εξόχως πολιτικού χαρακτήρα, τα πλείστα εκ των οποίων απαντώνται ιδιαίτερα εύκολα με ψυχρή, πολιτική λογική. Δραματοποίηση που έγινε τόσο από τον ίδιο τον Νίκο Αναστασιάδη όσο και από τον ΔΗΣΥ. Ουδείς αναμένει από έναν Πρόεδρο να διορίζει σε σημαντικές θέσεις τους φίλους του. Στην πράξη, μάλιστα, οι πολίτες αναμένουν και απαιτούν ακριβώς το αντίθετο. Να εξετάζονται οι πολιτικές συνθήκες, να ζυγίζονται οι ικανότητες και να γίνονται οι καλύτερες δυνατές επιλογές, στη βάση μιας προσεκτικής αξιολόγησης.
Η προσπάθεια δημιουργίας ενός ανύπαρκτου, σε πολιτικό επίπεδο, ηθικού διλήμματος, στην πραγματικότητα είχε ως στόχο να συγκαλύψει κάτω από ένα παχύ στρώμα επίπλαστης, πλην εύγευστης, ηθικής πάστας τη λογικοφανή παραδοξότητα της επιλογής της ενίσχυσης του ανεπίσημου ΔΗΚΟ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Μιας επιλογής που προσέκρουε όχι μόνο στην οργίλη -και σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβολική- αντίδραση του Δημοκρατικού Κόμματος αλλά ενέσπειρε ανησυχία σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα. Γι’ αυτό και ντύθηκε «ανθρώπινη», στοχεύοντας στην αποφόρτισή της από αρνητικούς συσχετισμούς.
Το ημίχρονο και το τρίποντο
Ένα γενικό συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από το ρεπορτάζ των τελευταίων ημερών είναι πως ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ Αβέρωφ Νεοφύτου ασκεί αυτήν τη στιγμή περισσότερη επιρροή στον Νίκο Αναστασιάδη, από όσην ο τέως Πρόεδρος του ΔΗΚΟ Μάριος Καρογιάν. Στο ντέρμπι Νεοφύτου - Καρογιάν, ο αρχηγός της εσωκομματικής αντιπολίτευσης στο ΔΗΚΟ κέρδισε το πρώτο ημίχρονο, όμως ήταν ο αρχηγός του κυβερνώντος κόμματος που πήρε, τελικά, το… αφαιρετικό τρίποντο, που έστειλε στον πάγκο τούς Φώτη Φωτίου, Πέτρο Πετρίδη και Κυριάκο Κενεβέζο. Το αποτέλεσμα αυτό, βεβαίως, δεν κατατάσσει τον Μάριο Καρογιάν στους χαμένους, αφού και η δεύτερη θέση είναι εξίσου βολική για τους δικούς του σχεδιασμούς.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με τη συμπερίληψη προσώπων προερχομένων από το ΔΗΚΟ στο νέο κυβερνητικό σχήμα, προφανώς επιδίωξε, και πέτυχε, να συντηρήσει την υπόγεια σχέση με «τρίτες δυνάμεις», δηλαδή τους σθεναρά επιμένοντες συμμάχους του, εντός του Δημοκρατικού Κόμματος, παρακάμπτοντας τον απευθείας διάλογο με την ηγεσία, και ειδικότερα τον Πρόεδρό του. Εδραίωσε, με αυτόν τον τρόπο, τη σχέση ειδικής «πολιτικής προνομίας» με την προηγούμενη ηγεσία του ΔΗΚΟ, η οποία και τον ανέδειξε στο προεδρικό αξίωμα, ενώ, ταυτόχρονα, παρά τον «εξαναγκασμό» του να μην προχωρήσει στον επαναδιορισμό των τριών υπουργών του ΔΗΚΟ, που αποτελούσαν, διακηρυγμένα, casus belli για την ηγεσία του, επαναβεβαίωσε τη στρατηγική της επικοινωνίας «με περισσότερους συνομιλητές εντός του ΔΗΚΟ», η οποία αποτελεί ακρογωνιαίο διαρθρωτικό στοιχείο της περίπλοκης, πλέον, σχέσης του Προεδρικού και του ΔΗΣΥ, με το Δημοκρατικό Κόμμα.
Ιδιαίτερα, ο επαναδιορισμός του Γιώργου Λακκοτρύπη αλλά και, περισσότερο, ο διορισμός του κ. Μάριου Δημητριάδη στο Υπουργείο Συγκοινωνιών, δηλοί απροσχημάτιστα την προσπάθεια «να διατηρηθεί η υπόγεια επικοινωνία με τους διαφωνούντες του ΔΗΚΟ». Υπό αυτό το πρίσμα, σε ουδεμία περίπτωση μπορεί ο Μάριος Καρογιάν να θεωρηθεί ο χαμένος του εξουθενωτικού πόκερ που παίχθηκε στο παρασκήνιο του ανασχηματισμού, δεδομένου, επιπρόσθετα, πως, παρά τη μη επανυπουργοποίησή τους, οι κ. Φωτίου και Κενεβέζος φαίνεται πως, σύντομα, θα αποτελέσουν οργανικά στελέχη της ευρύτερης κυβερνητικής πυραμίδας.
Δέσμευση ουσίας
Την ίδια στιγμή, ο Αβέρωφ Νεοφύτου (με τη βοήθεια των συνεργατών του Νίκου Αναστασιάδη στο Προεδρικό) φρόντισε να επιτύχει και τους δύο στόχους του? να κερδίσει τόσο την ουσία όσο και τις εντυπώσεις, στοιχεία εξίσου σημαντικά γι’ αυτόν. Σε ό,τι αφορά την ουσία, ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ είχε κατά νουν μια συγκεκριμένη μορφολογία για το νέο Υπουργικό Συμβούλιο. Ήθελε να υπάρχει μια ισορροπία μεταξύ πολιτικών και τεχνοκρατών, η οποία θα βελτίωνε τόσο την εικόνα όσο και τη λειτουργία της Κυβέρνησης. Γι’ αυτό και ο Γιώργος Λακκοτρύπης δεν ήταν εξίσου μεγάλο πρόβλημα γι’ αυτόν, όσο ήταν οι πολιτικές προσωπικότητες που προέρχονταν από τις τάξεις του ΔΗΚΟ.
Με την προσθήκη των τριών νέων υπουργών στο δίδυμο Λακκοτρύπη - Αιμιλιανίδου, η ισορροπία αυτή επιτεύχθηκε πλήρως, αφού οι όποιοι πολιτικοί συσχετισμοί των νέων προσώπων επισκιάζονται από το επαγγελματικό τους προφίλ. Ο κ. Νεοφύτου διέβλεπε μια σπάνια ευκαιρία ο Νίκος Αναστασιάδης να εκπληρώσει μια προεκλογική διακήρυξη, μέσα από αυτόν τον ανασχηματισμό και ενεργά προσπάθησε να τον οδηγήσει προς την κατεύθυνση της «Κυβέρνησης προσωπικοτήτων», προς υλοποίησή της.
Οι σχέσεις με το επίσημο ΔΗΚΟ
Το δεύτερο σημείο ουσίας που επιδίωκε ο Πρόεδρος του ΔΗΣΥ ήταν να περιοριστεί η διατάραξη των σχέσεων με το επίσημο ΔΗΚΟ, σε ένα υποφερτό επίπεδο, κάτι που σε μεγάλο βαθμό έχει πετύχει. Η πολιτική του σχέση με τον Νικόλα Παπαδόπουλο είναι, άλλωστε, πολυετής και αποτελεί για τον ίδιο μια γερή βάση μελλοντικής συνεργασίας. Δεν θα ήθελε, συνεπώς, για χάρη τριών προσώπων-κόκκινων πανιών για τον Πρόεδρο του ΔΗΚΟ, να πιάσουν τον ΔΗΣΥ και τον ίδιο τα σκάγια.
Από τη στιγμή που η συνεργασία του Προέδρου Αναστασιάδη με τον Μάριο Καρογιάν δημιουργούσε την εικόνα παρεμβάσεων που άγγιζαν ακόμη και τη διάσπαση του ΔΗΚΟ, ο κ. Νεοφύτου όφειλε να επέμβει πυροσβεστικά, αναλογιζόμενος και τις πρακτικές δυσκολίες που θα προκαλούσε στη Βουλή των Αντιπροσώπων μια ολική ρήξη. Συνεπώς, η δράση του Προέδρου του ΔΗΣΥ εκινείτο υπέρ της ουδετεροποίησης του «συναισθηματικού παράγοντα» και στη βάση των ψυχρών υπολογισμών.
Για τον Αβέρωφ Νεοφύτου, όμως, υπήρχε άλλο ένα στοίχημα. Στην προσπάθειά του να εμπεδώσει το ηγετικό προφίλ που επιθυμεί να αποκτήσει ως ο νέος Πρόεδρος του ΔΗΣΥ, μετά την πολύχρονη θητεία του Νίκου Αναστασιάδη, θα έπρεπε να αποδείξει ότι διαθέτει κάποια επιρροή στον προκάτοχό του. Κι αυτή ήταν μια ευκαιρία να δηλώσει «παρών» στο δικό του παιγνίδι ισχύος, κερδίζοντας τις εντυπώσεις.
Διπλό κάτοπτρο
Ο ανασχηματισμός της Κυβέρνησης επήλθε ως αποτέλεσμα μιας μείζονος πολιτικής κρίσης στο επίπεδο της κυβερνητικής συνεργασίας. Δεν έχει, με άλλα λόγια, ως υπόβαθρο, έναν γνώμονα «πολιτικής ατελεσφορίας», όσον αφορά την επιτέλεση της κυβερνητικής πολιτικής, ούτε εμψυχώνεται από την επιδίωξη να ικανοποιηθούν σχεδιασμοί για μια ευρύτερη πολιτική συναίνεση όσον αφορά τη διαχείριση των κρίσιμων εθνικών θεμάτων.
Οι αλλαγές προσώπων, ωστόσο, δεν μπορεί παρά να ιδωθούν μέσα σ’ ένα διπλό κάτοπτρο. Που αφενός μεν ανακλά τις τεταμένες σχέσεις με το ΔΗΚΟ, και αφετέρου τη γενικότερη απεύθυνση της Κυβέρνησης και του Προέδρου προς την ευρύτερη κοινωνία, υπό το φως της διάλυσης του κυβερνητικού συνασπισμού. Ως προς το πρώτο, είναι προφανές πως, όπως τεκμαίρεται και από την ήδη εκδηλωθείσα έντονη αντίδραση της ηγεσίας του ΔΗΚΟ, δεν καταφέρνει να επουλώσει τον τραυματικό χαρακτήρα των σχέσεων με τον πάλαι ποτέ κυβερνητικό εταίρο του.
Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, οι αλλαγές προσώπων, όπως συμβαίνει σε κάθε κυβερνητικό ανασχηματισμό, μπορούν να προσφέρουν την ευχέρεια μιας μικρής μόνον παράτασης, όσον αφορά την κοινωνική αποδεκτικότητα της Κυβέρνησης και του έργου της. Ένα ανασχηματικό λίφτινγκ, όσο ευρύ ή ρηξικέλευθο και αν είναι -κάτι που άλλωστε δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση-, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αμείλικτη λογική του ασκούμενων πολιτικών, ούτε να ανασχέσει την πλημμυρίδα των επιπτώσεών της στο κοινωνικό σώμα. Τα πάντα, για την Κυβέρνηση και τον Πρόεδρο, κρίνονται και θα κριθούν εν τοις πράγμασι, στο πεδίο, δηλαδή, της εφαρμοσμένης πολιτικής και των συνεπαγωγών της.
Ευμετάβολη πολιτική μεταβλητή
Εκ των πραγμάτων, και υπό το κράτος οδυνηρών επιλογών τις οποίες εξακολουθητικά είναι υποχρεωμένος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας να κάνει, η εικόνα της νέας Κυβέρνησης μπορεί να αποτελέσει μία περιστασιακή, μόνον, και ευμετάβολη πολιτική μεταβλητή. Καθώς, τα πολύμορφα και επιτακτικά διακυβεύματα της κυβερνητικής πολιτικής θα κριθούν όχι στο πεδίο της επικοινωνίας, αλλά στο πεδίο των μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών που πρέπει να αναληφθούν, στη σφαίρα της σκοπούμενης ανάκαμψης της οικονομίας, στον τομέα της διαμόρφωσης ενός νέου ύφους εξουσίας, όπου και εδώ, παρά τις διαπρύσιες προεδρικές διακηρύξεις, οι κυβερνητικές επιδόσεις δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα υψηλές, στο πεδίο διαχείρισης των κρίσιμων εξελίξεων στο εθνικό πρόβλημα κ.τ.λ.
Όπως χαρακτηριστικά επισήμανε στη «Σ» έγκυρος πολιτικός αναλυτής, η εικόνα της νέας Κυβέρνησης «μόνον πρόσκαιρα μπορεί να πουλήσει», αφού, μέσα στο αδυσώπητο περιβάλλον της δυσκατάσχετης πολύμορφης κρίσης, όποιος επιχειρήσει να επενδύσει μόνον ή κυρίως στις εικόνες, είναι καταδικασμένος να εξαφανιστεί μέσα στην αναπόδραστη εξουθένωσή τους.
Η εικόνα του Προέδρου
Σε ένα άλλο επίπεδο, η εικόνα της Κυβέρνησης και τα νέα πρόσωπα του Υπουργικού Συμβουλίου δεν μπορεί παρά να λειτουργήσουν μέσα σε μιαν αναπόδραστη σύζευξη με την εικόνα του ίδιου του Προέδρου της Δημοκρατίας. Η ηγετική φυσιογνωμία του οποίου είναι εκείνη που διαμορφώνει, με την πολυσχιδία και τις φορτίσεις της, το συναισθηματικό και ψυχοδιανοητικό προσδοκώμενο πρόσληψης των όποιων κυβερνητικών ενεργειών.
Η νέα Κυβέρνηση, όπως και η προηγούμενη, παραμένει Κυβέρνηση του Νίκου Αναστασιάδη, η προσωπικότητα του οποίου διαστίζει πλήρως τόσο τη «δημόσια εικόνα» της όσο και το πεδίο εγγραφής της κυβερνητικής πολιτικής. Είναι, ταυτόχρονα, αδιαμφισβήτητη παραδοχή ότι το μέτρο κρίσης, εφεξής, του κυβερνητικού έργου δεν βρίσκεται ούτε στο στοιχείο της συμπάθειας ούτε των προς εξαργύρωσιν προσδοκιών. Βρίσκεται, αντίθετα, εκεί όπου η συνέπεια των πολιτικών συστοιχείται προς τη σχέση έργων και λόγων και όπου οι εξαγγελίες δεν μένουν κενό γράμμα.




