ΤΟ ΘΕΜΑ των πιστοποιητικών θανάτου των αγνοουμένων, των οποίων τα οστά έχουν ταυτοποιηθεί με τη μέθοδο DNA, έχει δρομολογηθεί, αφού πλέον τα συγκεκριμένα πιστοποιητικά θα φέρουν την αιτία θανάτου και θα συνοδεύονται από μια έκθεση, η οποία θα περιγράφει με λεπτομέρεια -εάν αυτό είναι εφικτό- τα γεγονότα και τις αιτίες, που έχουν οδηγήσει στον θάνατο τον κάθε αγνοούμενο χωριστά. Μέχρι σήμερα στα πιστοποιητικά θανάτου, που παραλαμβάνονταν από τους συγγενείς των αγνοουμένων, αναγραφόταν ότι η αιτία θανάτου ήταν άγνωστη. Με τα νέα δεδομένα ενδεχομένως να ανοίξει και η δικαστική οδός, για διεκδίκηση αποζημιώσεων από τους συγγενείς αγνοουμένων.
Σε δηλώσεις της μετά το πέρας της συνεδρίας της Επιτροπής Προσφύγων της Βουλής, η οποία εξέτασε το θέμα, η πρόεδρος της Επιτροπής Σκεύη Κουκουμά είπε ότι για το θέμα των πιστοποιητικών θανάτου έχουν ληφθεί κάποια μέτρα από μέρους της Κυβέρνησης και του Προέδρου της Δημοκρατίας και πλέον σε αυτά θα περιγράφεται η αιτία θανάτου, αντί αυτό που παρουσιαζόταν μέχρι σήμερα και που αναγραφόταν άγνωστη αιτία θανάτου. Όπως είπε η κ. Κουκουμά, στα πιστοποιητικά θα αναφέρεται ως ημερομηνία θανάτου η περίοδο της τουρκικής εισβολής, ενώ ταυτόχρονα, πρόσθεσε, θα γίνεται μια έκθεση γεγονότων, στην οποία θα δίδεται περισσότερη αναφορά στα γεγονότα, που έχουν οδηγήσει στον θάνατο του κάθε αγνοουμένου.
Κατά τη συζήτηση του θέματος στην Επιτροπή Προσφύγων, έγινε αναφορά όπως πιστοποιητικά θανάτου με αυτές τις προδιαγραφές δοθούν για όλους τους συγγενείς αγνοουμένων, ακόμα και γι’ αυτούς που έχουν ήδη ταυτοποιηθεί. Σύμφωνα με την Πρόεδρο της Επιτροπής Προσφύγων, «μέχρι σήμερα έχουν ταυτοποιηθεί τα οστά 358 Ελληνοκυπρίων αγνοουμένων και 123 Τουρκοκυπρίων, ενώ σημείωσε ότι σήμερα στα κατεχόμενα δραστηριοποιούνται εφτά συνεργεία σε διάφορες περιοχές, για εντοπισμό οστών και παράλληλα ένα συνεργείο εργάζεται στις ελεύθερες περιοχές και συγκεκριμένα στα λατομεία της Παρεκκλησιάς, όπου έχουν εντοπιστεί οστά Τουρκοκυπρίων αγνοουμένων.
Ταυτόχρονα, αναφέρθηκε στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα συνεργεία, κυρίως, όπως είπε, από την υποστελέχωση σε ανθρωπολόγους, λέγοντας ότι υπάρχουν εφτά Τουρκοκύπριοι ανθρωπολόγοι, ενώ οι Ελληνοκύπριοι είναι μόνο τρεις. Εξέφρασε την ανησυχία της, γιατί, όπως είπε, «η συλλογή των πληροφοριών δεν αποδίδει καρπούς και μάλιστα παρουσιάζονται προβλήματα λόγω της υποστελέχωσης, στην αξιολόγηση των πληροφοριών αυτών. Οι πληροφορίες αυτές δυστυχώς οδηγούν σε λανθασμένες αποφάσεις, όπου γίνονται προσπάθειες για εκσκαφές και άλλες διαδικασίες που δυστυχώς δεν είναι αποτελεσματικές. Δυστυχώς, μόνο στο 1/3 κατά τις εκσκαφές ανευρίσκονται οστά και αυτό είναι ένα μεγάλο πρόβλημα, γιατί οι πληροφορίες δεν είναι ακριβείς, λόγω και του χρόνου που έχει περάσει.
Οι μάρτυρες είναι πλέον ηλικιωμένοι και μπορεί να μη δίδουν τις σωστές πληροφορίες», ανέφερε. Είπε ακόμη πως θεωρεί ότι επιβάλλεται να βρεθούν τρόποι απ' όλες τις κατευθύνσεις, για να εντατικοποιηθεί το πρόγραμμα και να είναι αποτελεσματικότερι, αφού διαπιστώνεται ότι με αυτούς τους ρυθμούς θα χρειαστούν ακόμα δέκα χρόνια για να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα.
Σε ό,τι αφορά τα οικονομικά της Διερευνητικής Επιτροπής για τους Αγνοουμένους, η κ. Κουκουμά σημείωσε πως αντιμετωπίζονται προβλήματα και υπάρχει ανάγκη η Κυβέρνηση, αλλά και όλοι να προσπαθήσουν να εντοπίσουν και άλλους δωρητές.




