Απομακρύνεται το ενδεχόμενο συλλήψεων
Προβληματισμός για το πώς οι ηχογραφημένες συνομιλίες του μάρτυρα κατηγορίας κατέληξαν σε δικηγόρο που, αργότερα, ανέλαβε την υπεράσπιση άλλου κατηγορουμένου


Προβληματισμό και αναπάντητα ερωτήματα στους ανακριτές, που διερευνούν το θέμα υποκλοπής και διαρροής στον Τύπο ηχογραφημένων συνομιλιών μεταξύ του κατηγορουμένου και μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση «Δρομολαξιά» Νίκου Λίλλη και των δικηγόρων του, δημιουργούν τα νέα ευρήματα και στοιχεία που συγκεντρώθηκαν κατά τις εξετάσεις και ανακρίσεις των τελευταίων 24ώρων.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με έγκυρες πηγές της «Σημερινής», ενδεχομένως να μη γίνουν τελικά συλλήψεις, όπως υποδείκνυαν οι πρώτες πληροφορίες. Τα νέα ευρήματα έχουν περιπλέξει αντί να διευκολύνουν το έργο τους, δημιουργώντας νέα ερωτήματα και διλήμματα.

Τι προκαλεί σύγχυση
Όπως έγινε γνωστό, η δικηγόρος και σύζυγος του Νίκου Λίλλη, Κατερίνα, κατέθεσε στους ανακριτές ότι η ίδια προέβη στην ηχογράφηση των συνομιλιών για προστασία του συζύγου της και διατήρηση πρακτικών. Στη συνέχεια, κατονόμασε συγκεκριμένο δικηγόρο ως το πρόσωπο που του έδωσε τις μαγνητοταινίες, από τις συναντήσεις στις 5, 22 και 23 Σεπτεμβρίου 2013 -κατά τη φάση αξιολόγησης του μαρτυρικού υλικού από τις ανακριτικές Αρχές και μετατροπής του Νίκου Λίλλη σε μάρτυρα κατηγορίας- προκειμένου να τις φυλάξει.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ο συγκεκριμένος δικηγόρος ανέλαβε αργότερα την υπεράσπιση άλλου κατηγορουμένου, τον οποίο ενέπλεξε στην υπόθεση ο Νίκος Λίλλης ως μάρτυρα κατηγορίας.
Σημειώνεται ότι το περιεχόμενο των συνομιλιών, μετά τη διαρροή και δημοσίευσή του στον Τύπο, είχε ερμηνευτεί από πολιτικούς παράγοντες ως απόδειξη της παρασκηνιακής συμφωνίας και «σκευωρίας» που στήθηκε μεταξύ του Νίκου Λίλλη και των ανακριτικών Αρχών εναντίον στελεχών του. Την ερμηνεία αυτή διέψευσε κατηγορηματικώς και ομόφωνα η Γενική Εισαγγελία, η οποία τόνισε ότι οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ήταν καθ’ όλα νόμιμες και ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και διαδικασιών που ακολουθήθηκαν θα κριθούν στο δικαστήριο.

Βρέθηκαν στον υπολογιστή του
Σε ο,τι αφορά τον δικηγόρο που κατονόμασε η σύζυγος του Νίκου Λίλλη, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, φέρεται να παραδέχθηκε κατά την ανάκρισή του, προχθές, ότι είχε στην κατοχή του τις ηχογραφημένες συνομιλίες για δυο με τρεις μέρες. Οι ανακριτές κατέσχαν τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του, στον οποίον εντοπίστηκαν οι επίμαχες συνομιλίες, με την ημερομηνία αποθήκευσής τους να είναι προγενέστερη της δημοσίευσης των συνομιλιών στον Τύπο. Ο δικηγόρος πάντως ισχυρίστηκε ότι επέστρεψε το υλικό στη σύζυγο του Λίλλη και ότι δεν το έδωσε σε άλλο πρόσωπο.

Το δίλημμα με τις συλλήψεις
Η Αστυνομία καλείται εντός των επόμενων ημερών να αποφασίσει κατά πόσο δικαιολογείται η σύλληψη όχι μόνο του δικηγόρου, αλλά και της συζύγου του μάρτυρα κατηγορίας Νίκου Λίλλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η πορεία της έρευνας για την υποκλοπή και διαρροή των συνομιλιών συζητήθηκε χθες σε σύσκεψη στο Αρχηγείο. Δόθηκαν οδηγίες όπως ολοκληρωθεί ο φάκελος το συντομότερο δυνατό και δοθεί στη Γενική Εισαγγελία, για αξιολόγηση και περαιτέρω οδηγίες.

Δεν θα γίνει άλλη έρευνα
Στο μεταξύ, χθες ο Γενικός Εισαγγελέας Κώστας Κληρίδης έδωσε στη δημοσιότητα τις απαντήσεις του προς τα ερωτήματα που του έθεσε ο Γενικός Γραμματέας του ΑΚΕΛ Άντρος Κυπριανού, για το περιεχόμενο των ηχογραφημένων συνομιλιών. Ο Κώστας Κληρίδης ανέφερε ότι το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου βρίσκεται η υπόθεση «Δρομολαξιά», θα κρίνει την αξιοπιστία του οποιουδήποτε μάρτυρα ή τη νομιμότητα της ανακριτικής διαδικασίας. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν προτίθεται να διατάξει οποιαδήποτε άλλη έρευνα, η οποία από μόνη της μπορεί να επηρεάσει την απερίσπαστη πορεία της ποινικής διαδικασίας που έχει αρχίσει.

«Κατ΄ αρχάς, όπως επανειλημμένα έχω δηλώσει, σε καμιά περίπτωση η Νομική Υπηρεσία και εγώ προσωπικά λαμβάνουμε υπόψη τον πολιτικό ή κομματικό χρωματισμό οποιουδήποτε υπόπτου ή κατηγορουμένου σε ποινική υπόθεση, περιοριζόμενοι στη διακρίβωση τού κατά πόσο υπάρχει ή όχι επαρκής μαρτυρία εναντίον του έτσι ώστε να διωχθεί», αναφέρει ο κ. Κληρίδης.

Το ίδιο ισχύει, σύμφωνα με τον Γενικό Εισαγγελέα, «και για οποιονδήποτε ισχυρισμό ή θέμα το οποίο άπτεται της ορθότητας ή νομιμότητας της ανακριτικής διαδικασίας και ένα τέτοιο θέμα μπορεί να εγερθεί από κατηγορούμενο στη δίκη, έτσι ώστε να αποφασισθεί από το μόνο αρμόδιο προς τούτο όργανο, που είναι το εκδικάζον Δικαστήριο, το οποίο και θα έχει το όφελος να ακούσει όλη τη σχετική και περιβάλλουσα μαρτυρία.

»Κατανοώ την έγνοια σας όπως διασφαλιστεί η ορθή και δίκαιη απονομή δικαιοσύνης, πλην όμως ισχύουν στην περίπτωση οι πιο πάνω παρατηρήσεις μου και δεν προτίθεμαι να διατάξω οποιαδήποτε άλλη έρευνα, η οποία από μόνη της δυνατό να επηρεάσει την απερίσπαστη πορεία της αρξάμενης ποινικής διαδικασίας», ξεκαθαρίζει. Με δεδομένο, αναφέρει τέλος, «ότι προχωρήσατε στη δημοσιοποίηση τής προς εμέ επιστολής σας, είμαι υποχρεωμένος να πράξω το ίδιο και για τη δική μου απάντηση».

Ανταπάντηση Άντρου Κυπριανού
Σε ανταπάντησή του ο Άντρος Κυπριανού, που είχε ζητήσει τη διεξαγωγή έρευνας για το περιεχόμενο των συνομιλιών, δήλωσε στη «Σ» ότι η απάντηση του Γενικού Εισαγγελέα τον λυπεί. «Λυπούμαστε, επειδή φαίνεται πως δεν τον ενδιαφέρει η ουσία της υπόθεσης. Αναμέναμε ότι τα όσα είδαν το φως της δημοσιότητας θα τον ενοχλούσαν, ότι, δηλαδή, έγινε μια συναλλαγή μεταξύ του Νίκου Λίλλη και του Βοηθού Εισαγγελέα», είπε ο κ. Κυπριανού, για να καταλήξει: «Όλα πλέον θα ξεκαθαρίσουν στο δικαστήριο».