Στη φυλακή κατέληξε ιερέας κοινότητας της επαρχίας Λευκωσίας

Η 26χρονη τον έσπρωχνε και του φώναζε να φύγει από πάνω της, αλλά ο ιερέας θείος της εξακολουθούσε να τη φιλά και να τη χαϊδεύει, προτού έρθει σε συνουσία μαζί της

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ έκρινε τον κατηγορούμενο ως ένοχο «πέρα από κάθε λογική αμφιβολία»


Ένοχο -«πέρα από κάθε λογική αμφιβολία»- έκρινε με χθεσινή απόφασή του το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας ιερέα χωριού της επαρχίας Λευκωσίας για τον βιασμό της 26χρονης ανεψιάς του. Το δικαστήριο έκρινε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία της παραπονούμενης, ενώ το γενετικό υλικό του κατηγορουμένου ταυτίστηκε με αίμα που εντοπίστηκε στο σεντόνι που παρέλαβε η Αστυνομία από το κρεβάτι του βιασμού. Στις 14 Φεβρουαρίου η υπεράσπιση του ιερέα θα αγορεύσει για μετριασμό της ποινής, η οποία θα ανακοινωθείεί σε άλλη συνεδρία. Το έγκλημα διαπράχθηκε σε άγνωστη ημερομηνία περί τα τέλη Μαΐου μέχρι αρχές Ιουνίου 2013 σε χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, με την 26χρονη να προβαίνει σε καταγγελία στην Αστυνομία στις 11.6.2013.

Η απόφαση

Στην απόφαση του δικαστηρίου αναφέρεται: «Προέκυψε ότι η εν λόγω σεξουαλική πράξη έγινε χωρίς τη συγκατάθεση της παραπονούμενης. Από την αρχή η παραπονούμενη αντέδρασε σπρώχνοντας τον κατηγορούμενο και φωνάζοντάς του να φύγει από πάνω της και, παρά τις αντιδράσεις της, αυτός συνέχισε μέχρι που κατάφερε να εισέλθει στον κόλπο της και ενώ αυτή συνέχισε να αντιδρά μέχρις ότου κατάφερε να τον ρίξει στην αριστερή πλευρά του κρεβατιού και εν συνεχεία να τρέξει και να βγει από το καραβάνι.

Οι ενέργειες αυτές του κατηγορουμένου περιέχουν όλα τα στοιχεία του βιασμού, σύμφωνα με το Νόμο».

Αποδεκτή η μαρτυρία

Η παραπονούμενη έδωσε στην Αστυνομία δύο καταθέσεις, τις οποίες υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κύριας εξέτασής της.

Η 26χρονη, από το 2005, πήγε στη Λευκωσία όπου σπούδασε και στη συνέχεια παρέμεινε για εργασία, μέχρι τα μέσα Μαΐου 2013. Τότε έλαβε τηλεφώνημα από τον αδελφό του πατέρα της, τον ιερέα της κοινότητας και κατηγορούμενο στην υπόθεση, ο οποίος της ζήτησε αν μπορούσε να βοηθήσει τον πατέρα της που ήταν άρρωστος. Η παραπονούμενη, αφού πήγε την επόμενη μέρα στο χωριό και διαπίστωσε την κατάσταση του πατέρα της, αποφάσισε να μείνει για να μπορεί να τον βοηθά.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία, αποδέχθηκε την πρόταση του κατηγορουμένου να της παραχωρήσει προσωρινά διαμονή στο υποστατικό που είχε στο χωριό, χωρίς οποιαδήποτε επιβάρυνση. Η παραπονούμενη εγκαταστάθηκε λοιπόν στο υποστατικό, στο οποίο πήγαινε το βράδυ για ύπνο και το μεσημέρι για ντους, ενώ τις υπόλοιπες ώρες βρισκόταν στο καφενείο του πατέρα της και τον φρόντιζε.

Μετά από δύο βδομάδες διαμονής της στο υποστατικό και παρόλο που είχε συμφωνηθεί να μένει μόνη σ’ αυτό η παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος πήγαινε και κοιμόταν και αυτός τα βράδια εκεί σε άλλο δωμάτιο με τη δικαιολογία ότι θα ξυπνούσε πρωί να πάει στο κοπάδι του. Όταν ξυπνούσε το πρωί, η ώρα 05:00, πήγαινε στο δωμάτιο της παραπονούμενης και τη σκουντούσε να ξυπνήσει, ενώ άλλες φορές της χάιδευε το κεφάλι και της φώναζε να ξυπνήσει για να πάει στο καφενείο. Τότε η παραπονούμενη πίστευε ότι ο κατηγορούμενος την αγαπούσε σαν κόρη του, όπως εξάλλου της έλεγε και ο ίδιος, χωρίς το μυαλό της να πηγαίνει στο πονηρό.

Ο βιασμός

Περί τα τέλη Μαΐου 2013, μεσημέρι, η παραπονούμενη πήγε στο υποστατικό για να κάνει ντους, σκοπεύοντας στη συνέχεια να επιστρέψει στο καφενείο. Βγαίνοντας από το ντους, με το μπουρνούζι της, είδε τον κατηγορούμενο μπροστά της, στο σαλόνι. Αμέσως αυτή πήγε στο δωμάτιό της και, αφού πρόλαβε και φόρεσε το νυχτικό της, ο κατηγορούμενος πήγε στο δωμάτιό της φορώντας το μποξεράκι του και από πάνω ένα πουκάμισο μισάνοιχτο. Κάθισε δε δίπλα της στο κρεβάτι και άρχισε να της μιλά για γυναίκες και για φιλενάδες που είχε, και γενικώς της έλεγε κουβέντες σεξουαλικού περιεχομένου. Τότε, όπως αναφέρεται στην απόφαση, «η παραπονούμενη αντιλήφθηκε ότι ο κατηγορούμενος κάτι άλλο ήθελε και, χωρίς η ίδια να το καταλάβει, αυτός την έπιασε από τα χέρια, την έριξε στο κρεβάτι ανάσκελα πέφτοντας ολόκληρος πάνω της και άρχισε να τη φιλά στα χείλη και να την αγγίζει με τα χέρια του στο στήθος, στα οπίσθια και σ’ ολόκληρο το σώμα της.

Η παραπονούμενη τον έσπρωχνε για να φύγει από πάνω της λέγοντάς του να φύγει, ενώ αυτός εξακολουθούσε να είναι από πάνω της, να τη χαϊδεύει και να τη φιλά στο πρόσωπο και στον λαιμό με λυσσαλέο τρόπο. Παρά το γεγονός ότι η παραπονούμενη τον έσπρωχνε και του φώναζε να φύγει από πάνω της, αυτός εξακολουθούσε να τη φιλά και σε κάποια στιγμή που τη χάιδευε με τα χέρια του, ένιωσε το χέρι του να το βάζει μέσα στο εσώρουχό της», προτού έρθει σε συνουσία μαζί της. Μετά τον βιασμό της, σύμφωνα με τη μαρτυρία, η παραπονούμενη με όλη της τη δύναμη κατάφερε και τον έριξε προς την αριστερή πλευρά του κρεβατιού και έτρεξε και βγήκε από το υποστατικό, αφού προηγουμένως έπιασε από το σαλόνι μια τσάντα που είχε πάντοτε μέσα κάποια ρούχα της.

Την απειλούσε για να μη μιλήσει

Από την ημέρα που συνέβη το πιο πάνω περιστατικό, ο κατηγορούμενος πήγαινε καθημερινά στο καφενείο και συμπεριφερόταν ωσάν να μην είχε συμβεί οτιδήποτε και ζητούσε από την παραπονούμενη να πάνε να μιλήσουν, ενώ της έλεγε ότι, αν δεν τον άκουγε, θα της δημιουργούσε προβλήματα. Από το επόμενο πρωινό του βιασμού ο κατηγορούμενος άρχισε συνεχώς να την απειλεί μέσω γραπτών μηνυμάτων από το κινητό του ότι, αν η παραπονούμενη έφευγε από το χωριό, θα τη σκότωνε, ότι και να θέλει να φύγει δεν θα τα κατάφερνε, ενώ ό,τι έκανε θα τον έβρισκε εμπόδιο μπροστά της. «H 26χρονη αποφάσισε να κάνει την καταγγελία στην Αστυνομία γιατί φοβήθηκε μήπως ο κατηγορούμενος πράξει το ίδιο και σε άλλα άτομα και επειδή αυτό που έκανε δεν αρμόζει σε πρόσωπο που υπηρετεί τον Θεό», σύμφωνα με τη μαρτυρία.

Ένιωθε αηδία…

ΦΕΥΓΟΝΤΑΣ από το υποστατικό, η παραπονούμενη φορούσε το νυχτικό της, γι’ αυτό πήγε πίσω από την εκκλησία που βρίσκεται δίπλα από το υποστατικό και φόρεσε τα ρούχα της και στη συνέχεια πήγε στο καφενείο. Εκείνο το βράδυ δεν επέστρεψε στο υποστατικό, επειδή φοβόταν να μη συμβεί το ίδιο που της συνέβη και επειδή ένιωθε αηδία. Κοιμήθηκε στο καφενείο του πατέρα της και δεν επέστρεψε στο υποστατικό για σκοπούς διαμονής της σε αυτό, παρά μόνο μετά από δύο μέρες για να πάρει τα προσωπικά της αντικείμενα, τα οποία και μετέφερε στο καφενείο.