Το μήνυμα που στέλνει η νεολαία για την επανένωση της Κύπρου

Διακοινοτική συζήτηση για το πώς η παιδεία μπορεί να συμβάλει στη λύση του Κυπριακού, μεταξύ εκπροσώπων νεολαίας ελληνοκυπριακών και τουρκοκυπριακών κομμάτων

Ο ΛΟΓΟΣ που οι ξένες παρεμβάσεις και τα ακραία στοιχεία βρήκαν εύφορο έδαφος, έχει να κάνει με το ότι είχε ήδη επικρατήσει μια ακραία πολιτική ατζέντα και ακραίες αντιλήψεις


«Δύο πρέπει να είναι τα βασικά μηνύματα του κυπριακού εκπαιδευτικού συστήματος αν θέλουμε πραγματικά τη λύση του Κυπριακού και την επανένωση της Κύπρου: Ποτέ ξανά εξτρεμισμός, ποτέ ξανά πολιτική βία». Η τοποθέτηση αυτή του Προέδρου της Νεολαίας του ΔΗΚΟ Γιάννη Παναγιώτου σφράγισε την αποκαλυπτική, θα λέγαμε, διακοινοτική συζήτηση με τίτλο «Πώς η παιδεία μπορεί να συμβάλει στη λύση του Κυπριακού», που αναπτύχθηκε την περασμένη Τετάρτη (29.1.2014) στο Σπίτι της Συνεργασίας, στη νεκρή ζώνη στη Λευκωσία, μεταξύ εκπροσώπων της νεολαίας κυπριακών πολιτικών κομμάτων.

Συμμετείχαν εκτός από τη ΝΕΔΗΚ, η ΝΕΔΗΣΥ με τον Πρόεδρό της Σωκράτη Φράγκου, η ΕΔΟΝ με τον Γενικό της Γραμματέα Χάρη Καράμανο, η Νεολαία του Ρεπουμπλικανικού Τουρκικού Κόμματος (CTP) με τον εκπρόσωπό της Ουρούν Σολγιαλί και η Νεολαία του Κόμματος Κοινοτικής Δημοκρατίας (TDP) με τον Γενικό Γραμματέα της Χαλίλ Σαμαντσίογλου. Τον συντονισμό ανέλαβε η Εμινέ Τσολάκ. Τη συζήτηση, στη διάρκεια της οποίας υπήρχε ταυτόχρονη διερμηνεία ελληνικής, τουρκικής και αγγλικής γλώσσας, οργάνωσε το «The Meeting Point», μια πρωτοβουλία που στηρίζει η Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στην Κύπρο και διαχειρίζεται ο Όμιλος Ιστορικού Διαλόγου και Έρευνας.

Παρευρέθησαν νέοι, αλλά και μεγαλύτεροι, ιδιαίτερα εκπαιδευτικοί, τόσο από τα κατεχόμενα, όσο και από τις ελεύθερες περιοχές, που συμμετείχαν με πολύ ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις, στην ανοιχτή συζήτηση που ακολούθησε τις βασικές τοποθετήσεις των εκπροσώπων των νεολαιΐστικων οργανώσεων.

Με αποκλειστική βάση την αλήθεια

«Συμφωνώ με τον Χαλίλ Σαμαντσίογλου και θεωρώ ότι πράγματι η πρώτη προτεραιότητα της εκπαίδευσης στην Κύπρο σε σχέση με τη λύση του Κυπριακού, πρέπει να είναι η διευκόλυνση της επικοινωνίας, ώστε τουλάχιστον οι Ελληνοκύπριοι να μπορούν να καταλαβαίνουν την τουρκική γλώσσα και οι Τουρκοκύπριοι να μπορούν να καταλαβαίνουν την ελληνική», είπε στην παρέμβασή του ο Πρόεδρος της ΝΕΔΗΚ Γιάννης Παναγιώτου και συνέχισε: «Στη χώρα μας, δυστυχώς, έχουν συμβεί κατά τις προηγούμενες δεκαετίες πολύ άσχημα, σκληρά και φοβερά πράγματα. Έχουν χυθεί αίμα και δάκρυα και υπήρξαν θάνατοι και πόνος. Δυστυχώς, ακόμα και σήμερα στα πηγάδια στη νότια Κύπρο βρίσκουμε Τουρκοκύπριους, ενώ στον Πενταδάκτυλο υπάρχουν ακόμα κόκκαλα Ελληνοκυπρίων.

Όλα αυτά συνέβησαν λόγω των εξωτερικών παρεμβάσεων από τις μητέρες πατρίδες και από τις μεγάλες δυνάμεις, κάτι που σήμερα θέλουμε να σταματήσει. Όλα αυτά συνέβησαν επίσης λόγω της δράσης ακραίων στοιχείων και στις δύο κοινότητες. Όμως ο λόγος για τον οποίο οι ξένες παρεμβάσεις και τα ακραία στοιχεία βρήκαν εύφορο έδαφος, έχει να κάνει με το ότι είχε ήδη επικρατήσει μια ακραία πολιτική ατζέντα και ακραίες αντιλήψεις.

Για να μη βρίσκουν εύφορο έδαφος αυτές οι παρεμβάσεις, χρειάζεται το εκπαιδευτικό σύστημα να προετοιμάζει τους ανθρώπους, ιδιαίτερα τους νέους, για να μπορούν να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα και όχι σύμφωνα με τον μύθο που εκάστοτε πολιτικές ή παραπολιτικές ηγεσίες θέλουν να καλλιεργούν για τα δικά τους συμφέροντα. Στο εκπαιδευτικό μας σύστημα πολλή σημασία πρέπει να δοθεί στην αλήθεια, όσο σκληρή κι αν είναι αυτή. Ίσως κάποιοι να θεωρούν ότι είναι καλύτερα να παρουσιάζεται στους νέους μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα μια ωραιοποιημένη πραγματικότητα, όπου να φαίνεται ότι κατά τη δεκαετία 1960 και 1970 στην Κύπρο, ήταν όλα ρόδινα.

Δεν ήταν όλα ρόδινα, γιατί αν ήταν όλα ρόδινα στην Κύπρο δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ και δεν θα ήταν η χώρα μας μοιρασμένη. Χρειάζεται τα λάθη που έγιναν να τα προσεγγίζουμε στις πραγματικές τους διαστάσεις, να τολμήσουμε να παραδεχτούμε και οι δύο κοινότητες τα λάθη που διαπράξαμε, ώστε να μην τα επαναλάβουμε στο μέλλον. Αν επιδιώξουμε να αντικαταστήσουμε τον υφιστάμενο μύθο με έναν άλλο μύθο, είμαι βέβαιος ότι και αυτός σύντομα θα καταρρεύσει. Γι’ αυτό πρέπει να βασίσουμε αυτήν την προσπάθεια αποκλειστικά στην αλήθεια».

Πυξίδα για ταυτότητα της λύσης

«Αν καταφέρουμε ως πολίτες αυτού του κράτους να αναδείξουμε από τη μια τα κοινά μας στοιχεία και από την άλλη να σεβαστούμε τη διαφορετικότητά μας, τότε θα πετύχουμε την ειρηνική συμβίωση ως τον ακρογωνιαίο λίθο της κοινωνικής, πολιτιστικής, οικονομικής και πολιτικής συνοχής της πατρίδας μας», είπε μεταξύ άλλων ο Πρόεδρος της ΝΕΔΗΣΥ Σωκράτης Φράγκου και συνέχισε: «Αδιαμφισβήτητα η παιδεία επιβάλλεται να αποτελέσει την πυξίδα ως προς την ταυτότητα της ενδεχόμενης λύσης του Κυπριακού.

Αποτελεί αδήριτη ανάγκη και πρώτιστο στόχο της σημερινής παιδείας του τόπου να αφορά την καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης αμοιβαίου σεβασμού και συνεργασίας Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, ώστε να επιτύχουμε την επανένωση του τόπου.

»Η διατήρηση της ιστορικής μνήμης αποτελεί ιδιαίτερο καθήκον όλων εμάς. Γεγονότα τα οποία έχουν στείλει κατά το παρελθόν το μήνυμα ότι οι δύο κοινότητες δεν μπορούν να συνυπάρξουν, σαφώς και πρέπει να μας απασχολούν, όχι φυσικά ως προς την επανάληψή τους, αλλά ως προς την ανάληψη εκείνων των δράσεων που θα μας εφοδιάσουν με όλα τα εχέγγυα για την αποφυγή τους. Ενδεικτικά να αναφέρω ένθεν και ένθεν τα γεγονότα στο Κιόνελι και στην Κοφίνου».

Το ζητούμενο να γυρίσουμε σελίδα

«Χύθηκε πολύ αίμα, πολύ μελάνι και πολύ χρήμα στον τόπο μας για να δημιουργηθεί και να διαιωνιστεί το σοβινιστικό μίσος μεταξύ Ε/κ και Τ/κ, αφού τούτος ήταν ο δοκιμασμένος τρόπος για να ανοίγουν οι κερκόπορτες στους εχθρούς του λαού μας. Όμως το ζητούμενο είναι να γυρίσουμε σελίδα», είπε μεταξύ άλλων ο Γενικός Γραμματέας της ΕΔΟΝ Χάρης Καράμανος και συνέχισε:

«Η σημερινή μας συζήτηση διαλύει ακόμη μια φορά τον μύθο ότι οι δύο κοινότητες, η νεολαία αυτού του τόπου, δεν μπορούν να ζήσουν μαζί, που είναι το κυριότερο επιχείρημα των εθνικιστικών - σοβινιστικών κύκλων των δυο κοινοτήτων, για να προωθεί τη διχοτόμηση. Για την ΕΔΟΝ ο ρόλος της εκπαίδευσης, αλλά και γενικότερα η παιδεία, είναι κρίσιμος και καθοριστικός και εκτιμούμε ότι μπορεί να διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο, συμβάλλοντας για απελευθέρωση και επανένωση του τόπου και του λαού μας.

»Στη δική μας αντίληψη η παιδεία οφείλει να καλλιεργεί τον αμοιβαίο σεβασμό στη γλώσσα, τη θρησκεία, την ιστορία και τον πολιτισμό τής κάθε κοινότητας. Την ίδια ώρα, όμως, κτίζει σχέσεις συνεργασίας πάνω στην κοινή κυπριακή κουλτούρα, την κοινή πολιτιστική παράδοση και την αγάπη για την κοινή πατρίδα».

«Τι να μη ξεχνούμε;»

ΧΑΡΗΣ Καράμανος, Γενικός Γραμματέας ΕΔΟΝ:
«Σχετικά με το σύνθημα “δεν ξεχνώ”… αφού οι περισσότεροι δεν ζήσαμε πραξικόπημα και εισβολή… τι να μην ξεχνούμε; Αυτήν τη στιγμή πρέπει να μάθουμε… όχι εμείς μόνο, αλλά και τα παιδιά μας. Γιατί το να λέμε ότι “δεν ξεχνούμε” από τη στιγμή που δεν γνωρίζουμε, αντιλαμβάνεστε ότι είναι ένα κούφιο σύνθημα, κενό περιεχομένου... Πρέπει, λοιπόν, να μάθουμε, για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε μπροστά για τη λύση και την επανένωση του τόπου και του λαού μας».

Ο ρόλος της Εκκλησίας στο εκπαιδευτικό σύστημα

Απαντώντας σε ερώτηση για τον ρόλο της Εκκλησίας στο εκπαιδευτικό σύστημα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα σε σχέση με τη λύση του Κυπριακού, είπαν οι εκπρόσωποι της νεολαίας των ελληνοκυπριακών κομμάτων:

Σωκράτης Φράγκου, NΕΔΗΣΥ: «Σίγουρα από την ύπαρξη του Ελληνισμού στον τόπο αυτό, η Εκκλησία διαδραματίζει ρόλο στο εκπαιδευτικό σύστημα με τις απόψεις που εκφέρει κατά καιρούς. Αντιλαμβάνεστε ότι ως Ορθόδοξοι Έλληνες της Κύπρου αντλούμε τη διαφορετικότητά μας από τους Τουρκοκυπρίους, μέσα από την Εκκλησία. Κατά καιρούς η Εκκλησία με τη μεγάλη της επεμβατικότητα, είτε στην πολιτική γραμμή είτε σε αυτά που θέλει να περάσει μέσα από το εκπαιδευτικό σύστημα, ενδεχομένως να έχει προκαλέσει και ζημιά. Χρειάζεται πολιτική βούληση, ώστε να γίνουν διακριτοί οι ρόλοι κράτους και Εκκλησίας και να μη ξεπερνά ούτε η μια πλευρά ούτε η άλλη, τη νοητή γραμμή ανάμεσά τους. Αλλά να μη ξεχνάμε τη δική μας ταυτότητα και το κομμάτι που αφορά τη δική μας ιστορία».

Γιάννης Παναγιώτου, ΝΕΔΗΚ: «Ανεξαρτήτως της προσωπικής σχέσης που μπορεί να έχει κάποιος με την Εκκλησία ή τη θρησκεία, η Εκκλησία ως θεσμός και οργανισμός υπάρχει ούτως ή άλλως και έχει μια σημαντική επιρροή στην ελληνοκυπριακή κοινότητα. Κι αυτό δεν πρόκειται ν’ αλλάξει στο προσεχές διάστημα. Το ευχάριστο της υπόθεσης είναι σε σχέση με τον ρόλο της Εκκλησίας, π. χ. στην Ελλάδα, στην Κύπρο, διαπιστώνουμε ότι η Εκκλησία είναι πολύ πιο κοσμική, δηλαδή έχει πιο στενή σχέση με την πολιτική ζωή και με τις λειτουργίες της κοινωνικής ζωής, κάτι που έχει τα θετικά και τα αρνητικά του. Το θετικό είναι ότι δεν έχει μυστικιστικά ή μεσαιωνικά χαρακτηριστικά και δεν επεμβαίνει στην προσωπική ζωή των ανθρώπων και το αρνητικό είναι ότι επεμβαίνει στη λειτουργία του κράτους και της πολιτικής ζωής.

Πάντως, στον σύγχρονο κόσμο, η Εκκλησία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένας ισότιμος κοινωνικός εταίρος, όπως πολλοί άλλοι. Ο λόγος της Εκκλησίας και η βαρύτητα αυτού δεν πρέπει να διαφέρει από τη βαρύτητα όλων των άλλων εταίρων στο σύστημα της παιδείας, είτε αυτοί είναι οι μαθητές είτε οι γονείς. Αν η κυπριακή κοινωνία αποφασίσει να αποβάλει την Εκκλησία από αυτό το σύστημα, τότε προφανώς δεν θα έχει τέτοιο ρόλο. Όμως αν θέλουμε να έχουμε μια συμμετοχική διαδικασία διαμόρφωσης πολιτικών, κανονικά δεν πρέπει να αποκλείουμε κανένα, χωρίς όμως η γνώμη κανενός να έχει περισσότερη βαρύτητα από αυτήν των άλλων».

Χάρης Καράμανος, ΕΔΟΝ: «Η μορφή λύσης του Κυπριακού δεν είναι ζήτημα της Εκκλησίας. Θα το προσωποποιήσω και μιλώ για τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο. Δεν μπορεί να παρεμβαίνει στα πολιτικά δρώμενα του τόπου και αυτό είναι απαράδεκτο και προκλητικό για ένα κράτος δικαίου με δύο κοινότητες που παλεύουν για λύση του Κυπριακού. Είναι πραγματικά λυπηρό να βλέπουμε τον Αρχιεπίσκοπο να στηρίζει ακραίες φασιστικές οργανώσεις σκορπώντας μισαλλόδοξες και πολιτικές διχοτομικές. Είναι χρέος ολωνών μας να αντισταθούμε σε αυτές τις πολιτικές που, δυστυχώς, σπέρνουν μίσος και διχόνοια και καλλιεργούν ρατσιστικές συμπεριφορές. Έχουμε μορφωμένους εκπαιδευτικούς, ανθρώπους που καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα για τα ζητήματα της εκπαίδευσης και ας αφήσουμε τους εκπαιδευτικούς μας και το Υπουργείο Παιδείας να κάνουν αυτά που πολύ καλά γνωρίζουν».