Η τελευταία προσπάθεια προέρχεται από τη Γαλλία
Γιατροί εμφύτευσαν σε ασθενή τεχνητή καρδιά εμπλουτισμένη με βιολογικά στοιχεία, ώστε να ελαττώσουν τη συχνότητα δημιουργίας θρόμβων. Δηλαδή, μια τεχνητή καρδιά υβριδική


Η τελευταία προσπάθεια που έχει σχέση με την τεχνητή καρδιά έρχεται από τη Γαλλία. Πρόσφατα, Γάλλοι ιατροί εμφύτευσαν σε ασθενή μια τεχνητή καρδιά εμπλουτισμένη με βιολογικά στοιχεία, με στόχο να ελαττώσουν τη συχνότητα της δημιουργίας θρόμβων και την εκδήλωση εμβολών που πολλές φορές απειλούν την ίδια τη ζωή του αρρώστου. Μια τεχνητή καρδιά υβριδική. Άραγε αυτή η προσπάθεια θα έχει καλύτερα αποτελέσματα, συγκριτικά με την αμιγή τεχνητή καρδιά, αφού βασικό της μειονέκτημα είναι η δημιουργία θρόμβων στο εσωτερικό της; Άραγε πλησιάζει η μέρα που με ασφάλεια θα μπορεί να αλλάξει ένας ασθενής εξ ολοκλήρου την καρδιά του με μια τεχνητή καρδιά και έτσι θα προσβλέπει σε μακρόχρονη επιβίωση; Οι εξελίξεις δείχνουν ότι κινούμαστε στον σωστό δρόμο προς το όνειρο.

Οι πρώτες προσπάθειες
Η πρώτη προσπάθεια εμφύτευσης τεχνητής καρδιάς έγινε από τον Denton Cooley στο Χιούστον το 1969, αλλά ο άρρωστος έζησε μόλις τρεις ημέρες. Το 1982 έγινε η δεύτερη σοβαρή προσπάθεια εμφύτευσης και πάλι τεχνητής καρδιάς από τον Kolff και ο άρρωστος έζησε 112 μέρες. Ακολούθησαν πολλές άλλες προσπάθειες, με καλύτερη εκείνη του ασθενούς Schroeder, που έζησε κοντά στα δύο χρόνια. Όμως, οι άνθρωποι αυτοί ήταν άρρωστοι που αναγκάζονταν να ζουν μέσα στο νοσοκομείο γιατί παρουσίαζαν σειρά επιπλοκών. Ο πρώτος άρρωστος, με τεχνητή καρδιά τύπου Syncardia, που πήρε εξιτήριο από το νοσοκομείο για να κάνει μια φυσιολογική ζωή, ήταν ο Κάρολος Οκέκε το 2008 στην Αμερική. Έκτοτε έγιναν περίπου 900 ανάλογες προσπάθειες σε όλον τον κόσμο. Η πρώτη μεταμόσχευση τεχνητής καρδιάς με τον άρρωστο να ζει στο σπίτι του έγινε προ 3ετίας στην Αγγλία. Ο ασθενής βγήκε από το νοσοκομείο με έναν σάκο στην πλάτη του, που περιέχει σύστημα μπαταριών που τροφοδοτεί την τεχνητή του καρδιά.

Αντλίες υποστήριξης
Γενικά η εμφύτευση της τεχνητής καρδιάς αφορά εκείνους τους αρρώστους των οποίων η φυσική καρδιά αδυνατεί τελείως να λειτουργήσει. Αυτό που μέχρι τώρα ο πολύς κόσμος ονομάζει τεχνητή καρδιά είναι οι λεγόμενες αντλίες υποστήριξης. Έχουν ένδειξη για τους αρρώστους εκείνους των οποίων η καρδιά υπολειτουργεί. Στην πραγματικότητα πρόκειται για συσκευή που βοηθά την ανήμπορη φυσική καρδιά, είτε να συνέλθει είτε να κερδηθεί χρόνος μέχρις ότου βρεθεί δότης για μεταμόσχευση. Οι αντλίες λειτουργούν ταυτόχρονα με τη φυσική καρδιά. Εάν η φυσική καρδιά πάψει να λειτουργεί, ο άρρωστος αυτός χάνεται. Αυτό δεν συμβαίνει με την πραγματική τεχνητή καρδιά, που είναι τελείως ανεξάρτητη από τη φυσική.

«Ξαναγεννήθηκα…»
Η τεράστια προσφορά της ολικής τεχνητής καρδιάς για τον άρρωστο του τελικού σταδίου καρδιακής ανεπάρκειας είναι εύκολα αντιληπτή αν διαβάσει κάποιος τις δηλώσεις που έκανε ο Άγγλος άρρωστος Green, μόλις βγήκε από το νοσοκομείο, προς τους δημοσιογράφους. «Πριν από δυο χρόνια πήγαινα με το ποδήλατό μου κάθε μέρα στη δουλειά μου, μια απόσταση 9 χιλιομέτρων. Τελευταία δεν μπορούσα να κάνω ούτε λίγα βήματα την ημέρα. Δεν μπορούσα να ανέβω ούτε λίγα σκαλιά. Τώρα αισθάνομαι ότι ξαναγεννήθηκα. Γυρίζω κοντά στην οικογένειά μου, στους φίλους μου. Μπορώ να πάω σε ένα εστιατόριο και σύντομα ελπίζω να γυρίσω στη δουλειά μου».

Το επιστημονικό αυτό επίτευγμα πρέπει να θεωρείται όχι απλώς ένα βήμα αλλά ένα άλμα για την ανθρωπότητα, γιατί όταν το όνειρο ολοκληρωθεί, τότε η τεχνητή καρδιά θα εξασφαλίσει τη μακροζωία. Όμως μέχρις ότου το όνειρο αυτό λάβει σάρκα και οστά, θα πρέπει τα πάντα να γίνονται στην ώρα τους. Μέχρι τότε, πρέπει πρώτα να εξαντλούνται πλήρως οι κλασικές θεραπείες, ακόμα και η εμφύτευση τεχνητής υποστηρικτικής αντλίας, προτού κάποιος αποφασίσει να καταλήξει στην τεχνητή καρδιά, γιατί απλούστατα γενικά οι επεμβάσεις αυτές δεν στερούνται σοβαρών παρενεργειών, εξαιτίας των οποίων πολλές φορές ο άρρωστος πληρώνει με την ίδια του τη ζωή.

Κληρονομιά απ' τους Νεάντερταλ
ΠΟΛΛΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ

Η γενετική κληρονομιά του ανθρώπου του Νεάντερταλ τελικά αποδεικνύεται μεγαλύτερη για τον σύγχρονο άνθρωπο, απ' ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες, αφού σύμφωνα με δύο νέες έρευνες ένα γονίδιο που «εμποδίζει» τους καπνιστές να κόψουν το τσιγάρο, φαίνεται να έχει την καταγωγή του στους μακρινούς μας προγόνους. Σύμφωνα με πληροφορίες που δημοσιεύονται στα περιοδικά Science και Nature, επιστημονική ομάδα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, με επικεφαλής τον Δρα Ντέιβιντ Ράιχ, εντόπισαν απομεινάρια του DNA των Νεάντερταλ στο γονιδίωμα των σημερινών ανθρώπων (Homo sapiens). Πρόκειται για γενετικό υλικό που σχετίζεται με γονίδια που προκαλούν διαβήτη τύπου ΙΙ, τη νόσο του Crohn, τον ερυθηματώδη λύκο, την κίρρωση χολής, την κατάθλιψη, καθώς και τον εθισμό στο κάπνισμα.

Οι σύγχρονοι άνθρωποι μη αφρικανικής καταγωγής έχουν κληρονομήσει περίπου το 2% των γονιδίων τους από τους Νεάντερταλ, μετά από επιμιξίες που συνέβησαν πριν από 40.000 έως 80.000 χρόνια στην Ευρώπη και την Ασία. Οι νέες έρευνες δείχνουν ότι, στην πορεία της εξέλιξης, άλλα από τα γονίδια των Νεάντερταλ προσαρμόστηκαν καλά στον ανθρώπινο οργανισμό βοηθώντας στην επιβίωση του Homo sapiens όλα αυτά τα χρόνια, άλλα όμως όχι, δημιουργώντας αντίθετα την τάση για διάφορες παθήσεις.

Οι ερευνητές -μεταξύ των οποίων ο κορυφαίος Γερμανός παλαιογενετιστής Σβάντε Πάαμπο του Ινστιτούτου Εξελικτικής Ανθρωπολογίας Μαξ Πλανκ της Λειψίας- ανέλυσαν και συνέκριναν τα γονιδίωματα 846 ανθρώπων μη αφρικανικής καταγωγής, 176 από την υποσαχάρια Αφρική (όπου στο παρελθόν οι πρόγονοί τους δεν είχαν έλθει σε επαφή με Νεάντερταλ), καθώς και ενός Νεάντερταλ που ζούσε πριν από 50.000 χρόνια. Όπως διαπιστώθηκε, οι Ασιάτες έχουν κληρονομήσει περισσότερα γονίδια από τους Νεάντερταλ σε σχέση με τους Ευρωπαίους. Το DNA των Νεάντερταλ είναι άνισα διεσπαρμένο στο γενετικό υλικό των σύγχρονων ανθρώπων, με μερικές περιοχές πολύ «φορτωμένες» με τη γενετική κληρονομιά των πρώτων και άλλες «έρημες» (κυρίως στο χρωμόσωμα Χ και στα γονίδια των ανδρικών γεννητικών οργάνων). Παραμένει άγνωστο, προς το παρόν, κατά πόσον οι ίδιοι οι Νεάντερταλ -που εκτιμάται ότι εξαφανίστηκαν από την Ευρώπη πριν από περίπου 28.000 χρόνια- έπασχαν από παρόμοιες νόσους με τους σύγχρονους ανθρώπους.

Η διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα
Βρετανοί ερευνητές ανακάλυψαν μια περιοχή του εγκεφάλου που, όπως υποστηρίζουν, φαίνεται να είναι μοναδική στους ανθρώπους, διακρίνοντάς τους από τα άλλα ζώα. Η σφαιρική αυτή περιοχή του εγκεφαλικού ιστού, που έχει μέγεθος και σχήμα όπως ένα μικρό λαχανάκι Βρυξελλών, θεωρείται ζωτική για τη λήψη των αποφάσεων και κυρίως για την αναγνώριση των λαθών από τους ανθρώπους, ώστε στη συνέχεια να τα διορθώνουν.

Όπως αναφέρεται σε σχετικό άρθρο του επιστημονικού εντύπου Neuron, ερευνητές του Τμήματος Πειραματικής Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, με επικεφαλής τον καθηγητή Γνωσιακής Νευροεπιστήμης Μάθιου Ράσγουορθ, μελέτησαν με τη βοήθεια λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fMRI) και άλλων τεχνικών απεικόνισης τους εγκεφάλους 25 υγιών εθελοντών.
Οι επιστήμονες μελέτησαν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια από ποτέ τη δομή και τις νευρωνικές συνδέσεις περιοχών του εγκεφάλου που είναι ζωτικές για τη γλώσσα, τον προγραμματισμό της δράσης και τη γνωσιακή ευελιξία.

Συγκρίνοντας αυτές τις περιοχές με τις αντίστοιχες περιοχές του εγκεφάλου 25 μακάκων, εντόπισαν 11 που μοιάζουν πολύ με τις ανθρώπινες, αλλά και μία, στον πλαγιομετωπιαίο πόλο του προμετωπιαίου φλοιού, που είναι μοναδική στους ανθρώπους. Η συγκεκριμένη περιοχή βοηθά τους ανθρώπους να έχουν ευέλικτη νόηση και να καταλαβαίνουν αν έχουν πάρει κάποια λανθασμένη απόφαση και, έτσι, να κάνουν διορθωτικές κινήσεις, κάτι που δεν φαίνεται να μπορούν τα ζώα.

Η εν λόγω εγκεφαλική περιοχή θέτει αδιάκοπα σε αμφισβήτηση την ορθότητα των επιλογών μας και φαίνεται να θέτει συνεχώς το ερώτημα: «τι άλλο, άραγε, θα μπορούσα να είχα κάνει, αντί γι' αυτό που έκανα;»
Μερικοί άνθρωποι, σύμφωνα με τους ερευνητές, τα καταφέρνουν καλύτερα να διορθώνουν τα προηγούμενα λάθη τους σε σχέση με άλλους, ακριβώς επειδή έχουν ισχυρότερο εγκεφαλικό «σήμα» από τη συγκεκριμένη περιοχή. «Είναι εντυπωσιακό πόσες εγκεφαλικές ομοιότητες υπάρχουν μεταξύ ανθρώπων και μαϊμούδων, αλλά και πώς λίγες μόνο διαφορές μπορούν να απομακρύνουν τη συμπεριφορά μας τόσο πολύ από εκείνες», σχολιάζει ο Δρ Ράσγουορθ.