Αυξάνεται ο αριθμός των οικογενειών που σφυροκοπήθηκαν από την κρίση
Οι δανειστές ήλθαν και η Κύπρος περιμένει ένα νέο μπράβο, σε ένα κράτος που οι άνθρωποι πεθαίνουν σε σπίτια σκουπιδότοπους, παιδιά δεν έχουν να φάνε και οικογένειες ζουν με το φαΐ των κοινωνικών παντοπωλείων
ΜΙΑ ΜΗΤΕΡΑ ενός παιδιού πέντε χρονών βρέθηκε νεκρή μέσα σε σπίτι-σκουπιδότοπο και η αλήθεια χάνεται ανάμεσα στη γραφειοκρατία των δημοσίων τμημάτων και στην απάθεια της κοινωνίας
Η γρίπη με καθηλώνει για μέρες στο σπίτι. Οι ψηλοί πυρετοί και ένας άθλιος βήχας, που συνεχίζεται ασταμάτητα, εξαντλούν τον οργανισμό και την υπομονή μου. Ξεφυλλίζω το ημερολόγιο του μήνα και μια σημείωση με κόκκινα μού υπενθυμίζει ότι η Ντέλια και η παρέα της είναι στον δρόμο για την Κύπρο. Και πήγαινα να το ξεχάσω! Για άλλη μια φορά η οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα δίνουν εξετάσεις. Στο Υπουργείο Οικονομικών και στην Κεντρική Τράπεζα έχουν και πάλι μεγάλες προσδοκίες ότι θα περάσουν τις εξετάσεις. Ποιος ξέρει; Αν κάνουν τα στραβά μάτια, μπορεί και να ευοδωθούν οι επιθυμίες τους.
Φωτιές στα δελτία
Τα δελτία ειδήσεων παίρνουν φωτιές. Στις Κεντρικές Φυλακές σφάζονται, στη Cyta προσπαθούν να βάλουν τάξη στο… φαγοπότι, μπαίνουν στην επίθεση και προσπαθούν για την επόμενη μέρα σε έναν αποκρατικοποιημένο οργανισμό. Οι εργαζόμενοι στον Συνεργατισμό φωνάζουν για τα κεκτημένα τους, στην Επιτροπή Οικονομικών αρχίζουν να κάνουν τα στραβά μάτια και… παρεκκλίνουν από την πορεία. Οι πολίτες ακόμη περιμένουν να στοιχειοθετηθούν υποθέσεις για τις έρευνες της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ελέγχου και της Διερευνητικής Επιτροπής για την οικονομία και το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Όσο δεν υπάρχει… καπνός, άλλο τόσο οι πολίτες είναι πεπεισμένοι ότι δεν θα γίνει ούτε και αυτή τη φορά τίποτε.
Μια 40χρονη γυναίκα, μητέρα ενός παιδιού πέντε χρονών, βρέθηκε νεκρή μέσα σε σπίτι-σκουπιδότοπο και η αλήθεια χάνεται ανάμεσα στη γραφειοκρατία των κυβερνητικών τμημάτων και στην απάθεια των γειτόνων, που μύριζαν για μέρες τα σκουπίδια αλλά δεν έπαιρναν χαμπάρι τι γινόταν πίσω από το διαμέρισμα.
Κάθε μέρα αυξάνεται ο αριθμός των οικογενειών που σφυροκοπήθηκαν από την κρίση, τα νοικοκυριά με ανέργους, τα σπίτια χωρίς ρεύμα και οι γονείς που δεν φέρνουν πια έναν μισθό για να καλύψουν στοιχειώδεις ανάγκες της οικογένειας.
Άλλη μια αξιολόγηση
Η Ντέλια ήλθε στην Κύπρο για άλλη μιαν αξιολόγηση της οικονομίας, για να καταγράψει με την ομάδα της τις αθλιότητες του Μνημονίου, που συνεχίζω να πιστεύω ότι ίσως και θα βάλει επιτέλους τάξη στα αυτονόητα που έπρεπε να έχουν γίνει. Άλλη μια φορά, όντας… ρομαντική, πιστεύω ότι μπορεί να αλλάξει το κατεστημένο! Η αντιπροσωπία των δανειστών βρίσκεται στην Κύπρο για να ακούει τους ημικρατικούς, τους δημόσιους και τους υπαλλήλους των χρηματοπιστωτικών οργανισμών να κλαίνε για τις απώλειες των κεκτημένων τους, τους βουλευτές και τους εκπροσώπους των κομμάτων να αγωνίζονται, τάχατες, για τα δίκαια και για τη διασφάλιση των κεκτημένων των εργαζομένων και τα συνδικάτα να καλούν τον λαό τους σε απεργιακούς αγώνες.
Οι υπαίτιοι της νέας τραγωδίας παραμένουν γενικώς στις καρέκλες τους, ανακυκλώνονται ή εξαφανίζονται με ελαφρά πηδηματάκια στο εξωτερικό, η Γενική Εισαγγελία προσπαθεί να στοιχειοθετήσει υποθέσεις, στο σκάνδαλο της Δρομολαξιάς θα προστεθούν και άλλα. Για πολλούς η ζωή συνεχίζεται, με τα πάνω και τα κάτω της, με τις περικοπές και τις… απώλειες των κεκτημένων τους, με το πάγωμα των προαγωγών τους και την καθυστέρηση στην παραχώρηση των αυξήσεών τους. Κάθε πρωί πάνε στα γραφεία τους και αισθάνονται ασφαλείς, ακόμη κι αν τα ευρώ μειώνονται κάθε μήνα, όλο και περισσότερο. Οι άλλοι του ιδιωτικού τομέα, οι μισθωτοί, οι αυτοτελώς εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι σταμάτησαν να ελπίζουν στο περί δικαίου αίσθημα.
Στην Κύπρο, εάν δεν είσαι ημικρατικός ή δημόσιος υπάλληλος, δεν έχεις υπόθεση! Το θερμόμετρο μού βγάζει άλλη μια νύκτα με ψηλούς πυρετούς, τα σιρόπια δεν με πιάνουν με τίποτα και το κεφάλι μου πάει να σπάσει από τον θυμό που εξακολουθεί να μαυρίζει την ψυχή μου.
Ακόμη με ψευδαισθήσεις
Ο θυμός μου δεν είναι ούτε για τους δανειστές, ούτε για το Μνημόνιο, ούτε για όλα όσα επέβαλαν στην Κύπρο. Δυστυχώς, για μένα, συνεχίζω να είμαι από τους λίγους ένθερμους υποστηρικτές του μνημονίου, πιστεύοντας ότι επιτέλους κάτι θα αλλάξει, κάτι θα γίνει, κάτι καλό θα βγει απ' όλον αυτόν τον τυφώνα που προβλέφθηκε αλλά δεν εκτιμήθηκε δεόντως από κανέναν. Μεγάλες προσδοκίες. Δυστυχώς, ζω ακόμη με ψευδαισθήσεις.
Είμαι θυμωμένη για τη συνεχιζόμενη αδιαφορία και την παθητική στάση - όπως μου είπε με κάθε ειλικρίνεια μια φίλη που πήγε για σκι στην Ελβετία «τι θέλεις να κάνουμε, να κάτσουμε να κλαίμε τη μοίρα μας;». Αναγνωρίζω τις μεγάλες προσδοκίες της φίλης μου για το αγαπημένο της σπορ, τα ταξίδια των εχόντων και κατεχόντων, όπως θα έλεγε και ο Αβέρωφ, τα δούναι και λαβείν των επιχειρηματιών για να τους διαγράψουν τα χρέη τους και τον πόνο της μικρομεσαίας τάξης και κάτω για το σπίτι που έχτισε με τόσες θυσίες, και κινδυνεύει να το χάσει για το τίποτε…
Ένας φυλακισμένος…
ΦΥΛΛΟΜΕΤΡΩΝΤΑΣ κάποιες παλιές σημειώσεις, που μου δίνουν το έναυσμα για να γράφω σε αυτές τις δύσκολες εποχές, βρίσκω μια σελίδα που την έφθειρε ο χρόνος. Γράφει ο Κολομβιανός συγγραφέας Nicol?s G?mez D?vila, ένας από τους πιο γνωστούς πολιτικούς στοχαστές του 20ού αιώνα: «Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ένας φυλακισμένος που νομίζει ότι είναι ελεύθερος επειδή αποφεύγει να αγγίξει τους τοίχους του κελιού του». Η φράση από μόνη της ικανοποιεί τη μαυρίλα της ψυχής μου, που δεν λέει να καταλαγιάσει και να αποδεχτεί την κατάσταση, σκεφτόμενη ότι ακόμα και μετά το Eurogroup του περασμένου Μαρτίου και τις σωρηδόν απώλειες και επιπτώσεις, οι περισσότεροι Κύπριοι πολίτες συνεχίζουν να ζουν, να εργάζονται, να κυκλοφορούν ωσάν και να μη συνέβη τίποτε.
Στην πραγματικότητα είναι φυλακισμένοι από τις ίδιες τις προσδοκίες και τον ψηλό πήχη που βάζουν, πιστεύοντας ότι οι απώλειές τους είναι προσωρινές και ότι τα πράγματα θα αλλάξουν προς το καλύτερο. Κρυμμένοι πίσω από τους τοίχους που επέβαλαν οι ίδιοι στον εαυτό τους και στους γύρω τους, βρίσκονται φυλακισμένοι στα χρέη τους, στα πολυτελή σπίτια τους που θα τα πάρει σύντομα η τράπεζα, αλλά να μην το μάθουν οι γείτονες, στις ακριβές λιμουζίνες που δεν εμφανίζονται γιατί ήδη πωλήθηκαν σε τιμές όσα - όσα για να καλυφθούν τα στοιχειώδη.
Χάνουν τη ζωή τους
ΜΙΑ μητέρα με ένα πεντάχρονο αγόρι, που κυκλοφορούσαν ανάμεσα σε αυτούς που θέλουν να λέγονται ακόμη άνθρωποι, χάνει τη ζωή της γιατί η ίδια η κοινωνία τής έκλεισε την πόρτα ορμητικά και της διέγραψε ακόμη και τις μικρές ελπίδες ότι κάπου υπάρχει ανθρώπινη συμπόνια και ενδιαφέρον.
Κάποτε διάβαζα σε εφημερίδες του εξωτερικού για άτομα που άφηναν την τελευταία τους πνοή σε διαμερίσματα τρώγλες ή ακόμη και σε σπίτια πολυτελείας αλλά κανένας από τους γείτονες ή τους γνωστούς τούς αναζήτησε και σκέφτομαι ότι και εμείς πάμε να πάθουμε τα ίδια και χειρότερα. Όπως είπε και ο Μαχάτμα Γκάντι, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του εικοστού αιώνα: «Είναι καλύτερα να στέκεσαι όρθιος με σπασμένο και μπανταρισμένο κεφάλι, από το να σέρνεσαι με την κοιλιά για να γλιτώσεις το κεφάλι σου».




