Μετά και τις νέες υποθέσεις σε Λευκωσία και Λάρνακα
Επείγει η αλλαγή της απαρχαιωμένης νομοθεσίας για αποτελεσματικότερη απόδοση δικαιοσύνης και προστασία των θυμάτων


Την ευαρέσκειά της για τις προσπάθειες της Αστυνομίας για καταπολέμηση της πορνείας και της σωματεμπορίας, με τις δύο νέες υποθέσεις που κατάφερε να φέρει προχθές ενώπιον δικαστηρίων στη Λευκωσία και στη Λάρνακα, εξέφρασε στη «Σ» η Πρόεδρος της μη κυβερνητικής οργάνωσης Cyprus Stop Trafficking, Ανδρούλα Χριστοφίδου Henriques. Ταυτόχρονα, όμως, χαρακτήρισε απαρχαιωμένο τον υφιστάμενο νόμο που, για σκοπούς στοιχειοθέτησης του αδικήματος ενώπιον του δικαστηρίου, απαιτείται η στρατολόγηση συνεργατών της Αστυνομίας και η σεξουαλική επαφή τους με εκδιδόμενες γυναίκες. Ζήτησε την επίσπευση των διαδικασιών για εκσυγχρονισμό του δικαίου της απόδειξης μέσω και της τροποποίησης του Συντάγματος, ώστε να επιτρέπεται η παρακολούθηση τηλεπικοινωνιών υπόπτων, όπως ισχύει σε άλλες χώρες.

Πορνο…περιγραφές στο δικαστήριο…
Όπως είναι γνωστό, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έθεσε προχθές υπό κράτηση τέσσερις ύποπτες γυναίκες από τη Σρι Λάνκα και το Βιετνάμ, εναντίον των οποίων διερευνάται υπόθεση μαστροπείας, αποζήν από κέρδη πορνείας, σεξουαλικής εκμετάλλευσης και διατήρησης οίκου ανοχής, υπόθεση που αποκαλύφθηκε μετά από συντονισμένη επιχείρηση μελών του ΤΑΕ, του ΟΠΕ και του Γραφείου Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας την περασμένη Κυριακή, σε σπίτι στην οδό Αθηνών στη Λευκωσία. Μια πέμπτη γυναίκα αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας. Στην αίτηση της Αστυνομίας για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης των τεσσάρων γυναικών, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:

«Σε συνεργάτη της Αστυνομίας δόθηκε χαρτονόμισμα των 50 ευρώ, το οποίο προηγουμένως φωτοτυπήθηκε και, αφού μετέβη στην εν λόγω κατοικία, συναντήθηκε με την πρώτη ύποπτη. Της ανέφερε ότι επιθυμούσε να έρθει σε σεξουαλική επαφή με δύο κοπέλες και συμφώνησαν όπως αυτός πληρώσει το χρηματικό ποσόν των 30 ευρώ. Μετά από υπόδειξη της ύποπτης, δύο κοπέλες που βρίσκονταν εντός της κατοικίας εισήλθαν σε δωμάτιο. Εκεί, αφού ο πληροφοριοδότης έβγαλε τα ρούχα του, οι δύο κοπέλες διαδοχικά του έκαναν στοματικό έρωτα. Στη συνέχεια η δεύτερη ύποπτη τού τοποθέτησε προφυλακτικό και ήρθε σε συνουσία με ομοεθνή της κοπέλα, ενώ η δεύτερη ύποπτη τον χάιδευε σε όλο του το σώμα. Μετά τη σεξουαλική πράξη η δεύτερη ύποπτη τού αφαίρεσε το προφυλακτικό και το πέταξε στο πάτωμα εντός του δωματίου. Ακολούθησε είσοδος και έρευνα από μέλη της Αστυνομίας δυνάμει δικαστικού εντάλματος…».

«Είμαστε κάθετα εναντίον αυτής της πρακτικής της Αστυνομίας, αλλά προς το παρόν τα χέρια της Αστυνομίας και των δικαστών είναι δεμένα στο ζήτημα αυτό, καθώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος νομικά κατοχυρωμένος, για την απόδειξη σεξουαλικής πράξης έναντι χρηματικής αμοιβής», μας είπε χαρακτηριστικά η Πρόεδρος του Cyprus Stop Trafficking . «Πάντως επείγει η αλλαγή της νομοθεσίας για την εμπορία προσώπων και η οργάνωσή μας έχει αναθέσει σε δικηγόρο να ετοιμάσει μελέτη στο ζήτημα αυτό και να υποβάλει συγκεκριμένες προτάσεις για εκσυγχρονισμό της».

Σχεδόν ανύπαρκτη… προστασία
Η κ. Henriques μάς ανέφερε ότι «η κοπέλα που αναγνωρίστηκε ως θύμα σωματεμπορίας θα φιλοξενηθεί για ένα χρονικό διάστημα στο κρατικό καταφύγιο θυμάτων εμπορίας προσώπων, που λειτουργεί από το 2007 υπό την αρμοδιότητα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Μετά, ανάλογα με την περίπτωση, θα μείνει σε κάποιο δωμάτιο εκτός καταφυγίου, που θα έπρεπε να της το βρουν οι Υπηρεσίες Ευημερίας. Συνήθως όμως σε τέτοιες περιπτώσεις, το δωμάτιο το βρίσκει η οργάνωσή μας. Αν το θύμα δεχτεί να γίνει μάρτυρας Αστυνομίας και βρει δουλειά, έχει το δικαίωμα να δουλέψει. Αν όχι, παίρνει κάποιο χρηματικό βοήθημα από το Γραφείο Ευημερίας. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες, ούτε για τις καθυστερήσεις, ούτε για τις διακοπές του βοηθήματος. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι ένα θύμα εμπορίας βρίσκεται υπό την προστασία των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και για διάφορους λόγους, αυτή η προστασία είναι σχεδόν ανύπαρκτη.

Έτσι τα θύματα στρέφονται στις οργανώσεις Cyprus STOP Trafficking και Caritas, ή ακόμα πιο συχνά στο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας με επικεφαλής την κυρία Σούπερμαν, για να βρουν λύση στα προβλήματά τους. Μπορεί τα προβλήματα των θυμάτων σωματεμπορίας να είναι πολλά και δύσκολα, αλλά η γραφειοκρατία και οι “κανονισμοί” -που ποτέ δεν τους είδαμε- τους οποίους επικαλούνται συχνά οι αρμόδιοι, τα κάνουν ακόμη δυσκολότερα. Ξέρω ότι υπάρχουν κόντρες μεταξύ λειτουργών (μερικοί από τους οποίους θεωρούν το επάγγελμά τους λειτούργημα και πραγματικά κάνουν ό,τι μπορούν) και Διεύθυνσης και μεταξύ αστυνομικών και υπευθύνων του καταφυγίου. Ποιος πληρώνει, όμως, τη σιωπή; Τα θύματα κι εμείς».

Trafficking και «παραδοσιακή» πορνεία
Όπως είναι γνωστό, τον τελευταίο καιρό εντατικοποιήθηκε ο δημόσιος διάλογος γύρω από το θέμα της πορνείας και της εμπορίας προσώπων (human trafficking), αφού περιστράφηκε αρχικά, γύρω από την έκθεση της ομάδας εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης στη δράση κατά της εμπορίας προσώπων (GRETA) για την Κυπριακή Δημοκρατία, που υποβλήθηκε το 2011 και επισημαίνει κενά και παραλείψεις των κρατικών υπηρεσιών στην καταπολέμηση του trafficking. Είναι προφανές ότι ένα από τα κυριότερα ζητούμενα του διαλόγου για το θέμα αυτό, είναι η ανάδειξη της διαφοράς μεταξύ της εμπορίας γυναικών για σεξουαλικούς σκοπούς και της «παραδοσιακής» πορνείας. «Τα όρια μεταξύ των δύο είναι δυσδιάκριτα», όπως επισημαίνει η Επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Ελίζα Σαββίδου σε κείμενο διαβούλευσης με εμπλεκόμενους φορείς για την πορνεία στην Κύπρο.

Καθεστώς βίας και εξαπάτησης
Το κείμενο αυτό του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως για την πορνεία στην Κύπρο, ετοιμάστηκε τον Μάρτιο 2013, με προϊστάμενο τον Άριστο Τσιάρτα και ερευνώντα λειτουργό τη Ζηναΐδα Ονουφρίου και περιλαμβάνει τα εξής: «Η πορνεία είναι ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο κοινωνικό φαινόμενο, το οποίο στη χώρα μας αντιμετωπίζεται με όρους ανοχής, αμηχανίας, ενίοτε και υποκρισίας. Απουσιάζει πλήρως η μορφοποίηση του προβλήματος σε όρους εξαναγκαστικής πορνείας και αγνοείται συστηματικά η έμφυλή του διάσταση. Τα δικαιώματα των γυναικών που ασκούν ή ασκούσαν πορνεία στην υγεία και την κοινωνική ασφάλιση, αγνοούνται παντελώς.

»Η πορνεία των μπαρ και των νυχτερινών κέντρων, των λεγόμενων "καμπαρέ", που αποτελούσε μέχρι πολύ πρόσφατα στην Κύπρο την πλέον εξέχουσα μορφή πορνείας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται και με άλλες μορφές και από γυναίκες υπό διάφορα καθεστώτα παραμονής και εργασίας. Αγγελίες για μασάζ, εκπόρνευση σε ενοικιαζόμενα διαμερίσματα ή κατ’ οίκον, ακόμα και εκπόρνευση σε ινστιτούτα αισθητικής με νόμιμη ενδεχομένως λειτουργία. Συγχρόνως, παρατηρούνται φαινόμενα εκπόρνευσης γυναικών και στον δρόμο, το γνωστό “πεζοδρόμιο”.

»Τα όρια μεταξύ πορνείας και trafficking είναι δυσδιάκριτα. Στη μεγάλη τους πλειονότητα οι αλλοδαπές εκδιδόμενες στην πορνεία στην Κύπρο, βρέθηκαν κάτω από άμεσο ή έμμεσο καθεστώς βίας ή και εξαπάτησης. Είναι πραγματικά δύσκολο να τεκμηριωθεί το κατά πόσον γυναίκα που έχει προωθηθεί στην πορνεία, δεν εμπίπτει στον ορισμό του θύματος της εμπορίας προσώπων».

«Προβληματικό νομοθετικό πλαίσιο»
Η Επίτροπος Διοικήσεως τονίζει ότι «υπάρχει ανάγκη για νέα, πιο αποτελεσματική ρύθμιση του ζητήματος της πορνείας σε συνάρτηση και με το θέμα της εμπορίας προσώπων, με προσανατολισμό την προστασία όλων των γυναικών». Συνοψίζει επισημαίνοντας ότι «το νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την πορνεία είναι ελλιπές και προβληματικό καθώς, πέρα από την απαγόρευση της μαστροπείας, του αποζήν από τα κέρδη πορνείας και της διατήρησης οίκου ανοχής, από αυτό απουσιάζουν εκτενείς ρυθμίσεις για την άσκηση πορνείας. Συγχρόνως, παρατηρείται συνεχής μεταβολή των “παραδοσιακών” τρόπων και χώρων εκπόρνευσης, αφού η εκπόρνευση γυναικών αποτελεί πλέον κρίκο οργανωμένων κυκλωμάτων εκμετάλλευσης γυναικών σε διάφορους, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, χώρους και με διαφορετικούς τρόπους».