Όπως καταγγέλθηκε σε συζήτηση για το οργανωμένο έγκλημα
«Έχουμε αδιαμφισβήτητες υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων κι όμως δεν προχωρούν οι δίκες των εγκληματιών»


Το πρόβλημα της ατιμωρησίας των δραστών της εμπορίας ανθρώπων στην Κύπρο, είτε για σεξουαλική είτε για εργασιακή εκμετάλλευση, σε συνδυασμό με ισχυρισμούς για διαφθορά στην Αστυνομία που επιτρέπει το φαινόμενο αυτό, τέθηκε έντονα στη διάρκεια συζήτησης προχθές Τρίτη, στη Λευκωσία, μετά τη διάλεξη με θέμα «Το οργανωμένο έγκλημα», του Δρος Παναγιώτη Νικολαΐδη, Αστυνόμου Β΄, Υπεύθυνου του Γραφείου Καταπολέμησης του Οργανωμένου Εγκλήματος.

Τη διάλεξη, στην οποία συντονιστής ήταν ο εγκληματολόγος Ανδρέας Καπαρδής, Καθηγητής στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου, οργάνωσαν από κοινού στο Point Centre for Contemporary Art, οι μη κυβερνητικές οργανώσεις «Καθήκοντα και Δικαιώματα» και Cyprus Stop Trafficking.

Aναφέρθηκε από τους διοργανωτές ότι οι δύο οργανώσεις αυτήν τη στιγμή προσφέρουν στέγη και φαγητό σε πέντε αναγνωρισμένους πρόσφυγες, από τους οποίους οι δύο είναι και αναγνωρισμένα θύματα σωματεμπορίας, αλλά δεν λαμβάνουν καμιά βοήθεια από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας.

Η Αστυνομία κάνει πλάτες;
Απαντώντας σε τοποθέτηση του δημοσιογράφου Γιώργου Παυλίδη ότι «πίσω από πολλές υποθέσεις εμπορίας προσώπων
ως μιας μορφής οργανωμένου εγκλήματος βρίσκεται η Αστυνομία, η οποία κάνει πλάτες σε εμπόρους προσώπων», ο Δρ Νικολαΐδης είπε ότι «δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία ή καταγγελίες που να δείχνουν κάτι τέτοιο». Πρόσθεσε ότι «κρούσματα διαφθοράς και απειθαρχίας υπάρχουν στην Αστυνομία, παρά ταύτα λαμβάνονται μέτρα για αντιμετώπισή τους. Προφανώς θα πρέπει να γίνουν ακόμα περισσότερα, τόσον όσον αφορά το νομικό πλαίσιο, όσο και σε άλλους τομείς. Η εκλογικευμένη κριτική είναι καλοδεχούμενη για να βλέπει και η Αστυνομία τα λάθη και παραλείψεις της και να μπορεί να βελτιωθεί».

Σε παρέμβασή της η Ανδρούλα Χριστοφίδου Henriques, Πρόεδρος των δύο οργανώσεων «Καθήκοντα και Δικαιώματα» και Cyprus Stop Trafficking, υποστήριξε ότι θα μπορούσε να κατονομάσει αστυνομικούς που εμπλέκονται στην εμπορία προσώπων. Και συνέχισε: «Το πρόβλημα είναι ότι μπορούμε όλοι να είμαστε σίγουροι ότι συγκεκριμένος αστυνομικός είναι μπλεγμένος σε αυτό το εμπόριο, αλλά αν δεν υπάρχουν αποδείξεις, είναι δύσκολο να κάνουμε κάτι. Σε συγκεκριμένη περίπτωση, διώχτηκε από την Αστυνομία διεφθαρμένος αστυνομικός που είχε να κάνει με trafficking και πορνεία και έφυγε στο εξωτερικό. Τι μπορεί να κάνει η Αστυνομία, όταν θέλει πραγματικά να καθαρίσει τις γραμμές της, χωρίς να υπάρχουν αρκετές αποδείξεις; Τα θύματα φεύγουν, οι δράστες φεύγουν και αφήνουμε μια κατάσταση να βρομά, ενώ θα μπορούσαμε να είχαμε καλύτερα αποτελέσματα, αν δινόταν προτεραιότητα στο ζήτημα αυτό».

Υποθέσεις αποσύρονται πριν ξεκινήσουν
Από την πλευρά του ο Καθηγητής Καπαρδής, απαντώντας σε ερώτηση «γιατί πολλές υποθέσεις εμπορίας προσώπων δεν προχωρούν ποινικά και αποσύρονται πριν καν ξεκινήσουν οι δικαστικές διαδικασίες», είπε ότι «πρώτος λόγος είναι ότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία εναντίον τού κατηγορούμενου για στοιχειοθέτηση υπόθεσης στο δικαστήριο». Πρόσθεσε ότι «δεύτερος λόγος είναι ότι η γυναίκα θύμα που μπορεί να βρίσκεται σε καταφύγιο ή σε πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, πιθανόν να δέχεται απειλές και αποσύρει το παράπονό της. Ένας τρίτος λόγος είναι ότι είναι δύσκολο να προσφέρεις προστασία εκατόν τοις εκατόν. Πάντως είμαι χίλια τοις εκατόν σίγουρος ότι δεν υπάρχει διαφθορά στο δικαστικό σώμα».

Σε παρέμβασή της η Ανθούλα Παπαδοπούλου, Πρόεδρος της Κίνησης για Ισότητα, Στήριξη, Αντιρατσισμό (ΚΙΣΑ), ανέφερε ότι «έχουμε αδιαμφισβήτητες υποθέσεις εμπορίας ανθρώπων κι όμως για κάποιους λόγους που όλοι ξέρουμε, γιατί στην Κύπρο ζούμε, δεν προχωρούν οι δίκες των εγκληματιών. Έχουμε περιπτώσεις μεγαλοεπιχειρηματιών που επανειλημμένα προβαίνουν στην εμπορία ανθρώπων για εργασιακή εκμετάλλευση κι όμως δεν γίνεται τίποτε. Εκκρεμούν υποθέσεις για 4-5 χρόνια και τα θύματα είναι στην Κύπρο και μάλιστα τον τελευταίο καιρό δεν έχουν ούτε εργασία, ούτε επίδομα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας».
Ο Δρ Νικολαΐδης ανέφερε ότι «απαντήσεις μπορεί να δώσει το Γραφείο Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας που χειρίζεται τα θέματα αυτά». Η κ. Παπαδοπούλου υπογράμμισε ότι «το Γραφείο αυτό κάνει εξαιρετική δουλειά και συνεργαζόμαστε πολύ και με την επικεφαλής κυρία Σούπερμαν και με τους λειτουργούς του».

Έτσι συλλαμβάνονται οι διεφθαρμένοι
Καθηγητής Ανδρέας Καπαρδής: «Υπάρχουν οργανωμένες εγκληματικές ομάδες που διαπράττουν οικονομικά εγκλήματα. Είχαμε στον τόπο μας την εμπειρία ατόμων που διέπραξαν μέγιστα οικονομικά εγκλήματα και επιτάχυναν την οικονομική κατάρρευση της κοινωνίας μας. Για να προσαχθούν όμως στη δικαιοσύνη, πρέπει να έχουμε εκσυγχρονισμένο κυπριακό δίκαιο, εκσυγχρονισμένο ποινικό κώδικα και εκσυγχρονισμένο δίκαιο της απόδειξης, που τώρα δεν έχουμε. Τους διεφθαρμένους τους εντοπίζεις και τους συλλαμβάνεις μόνο αν μπορείς να ακούς τις συνομιλίες τους και αν μπορείς να κάνεις άνετα μια οικονομική ανάλυση των εσόδων και εξόδων κάποιου ατόμου. Σε μια χώρα όπου το 90% είμαστε κλασικά παραδείγματα φοροδιαφυγής, οι περισσότεροι δεν θα έβλεπαν θετικά να αποδοθούν περισσότερες εξουσίες στην Αστυνομία κι αυτό φάνηκε και στη Βουλή. Άρα, αν θέλουμε κάτι καλύτερο, πρέπει εμείς ως λαός να υποστηρίξουμε τα μέσα που απαιτούνται για να πετύχουμε τον στόχο μας για μια πιο υγιή κοινωνία.

Ανοικτή στην εκλογικευμένη κριτική
Δρ Παναγιώτης Νικολαΐδης, αστυνόμος: «Η εγκληματικότητα στην Κύπρο είναι από τις χαμηλότερες στον κόσμο. Το 2013 υπήρξε μείωση του σοβαρού εγκλήματος με 7.098 υποθέσεις, σε σύγκριση με το 2008 που είχαμε 7.300 υποθέσεις (μείωση 5%) και η πλειονότητα των αδικημάτων αφορούν κλοπές, διαρρήξεις και άλλα αδικήματα κατά περιουσίας. Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία της Αστυνομίας, κατά τα τελευταία 4 χρόνια τα πιο συχνά σοβαρά αδικήματα που διαπράττονται είναι εγκλήματα κατά περιουσίας, διαρρήξεις και κλοπές, ναρκωτικά και οικονομικό έγκλημα.

»Οι οργανωμένες εγκληματικές ομάδες φαίνεται να είναι ένα περιορισμένο φαινόμενο στις ελεύθερες περιοχές. Παρ’ όλα αυτά και προκειμένου να ευθυγραμμιστεί με τη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία, η κυπριακή Αστυνομία λαμβάνει πολλαπλά προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα. Σημαντικό στοιχείο στην επίτευξη του στόχου της καταπολέμησης του εγκλήματος, είναι η άμεση και ενεργός συμμετοχή του κοινού σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο. Η πρόληψη του εγκλήματος απαιτεί τη συλλογική συμμετοχή των σημαντικότερων κοινωνικών θεσμών όπως η οικογένεια, το σχολείο και ο χώρος εργασίας.

»Όπως γνωρίζετε, η Αστυνομία είναι ένας μεγάλος οργανισμός με περισσότερα από 5 χιλιάδες μέλη και είναι επόμενο να παρατηρούνται κάποια κρούσματα απειθαρχίας. Η ηγεσία της Αστυνομίας είναι πολύ αυστηρή στα θέματα πειθαρχίας και καταβάλλει αρκετές προσπάθειες ώστε να επιλύονται τα προβλήματα. Ταυτόχρονα είναι ανοικτή στην εκλογικευμένη κριτική για να υπάρχει περιθώριο βελτίωσης».