Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού ξεκινά από την οικογένεια
Σύμφωνα με τον Δρα Βασίλη Χριστοδούλου, μόνο με ουσιαστική αγάπη μπορούμε να δώσουμε σωστά εφόδια στα παιδιά μας, για να αποκτήσουν σεβασμό και αυτοπεποίθηση
Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού και γενικότερα του εκφοβισμού λαμβάνει ολοένα και πιο δραματικές διαστάσεις. Το κοινωνικό αυτό φαινόμενο αποτελεί τροφή για κοινωνικό προβληματισμό. Τη Δευτέρα μάλιστα έγινε ένα πολύ σημαντικό βήμα προς τα εμπρός στο θέμα αυτό, αφού η Επίτροπος Προστασίας του Παιδιού Λήδα Κουρσουμπά και ο Υπουργός Παιδείας Κυριάκος Κενεβέζος συναντήθηκαν με αντιπροσωπία μαθητών και συζήτησαν για το θέμα του σχολικού εκφοβισμού, τις ανησυχίες, τους προβληματισμούς τους, αλλά και για το τι θα μπορούσε να γίνει για αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού.
Η «Σ» επικοινώνησε με τον κλινικό ψυχολόγο και σωματικό ψυχοθεραπευτή Δρα Βασίλη Χριστοδούλου, ο οποίος μας μίλησε για τις ρίζες του φαινομένου αυτού και για το ποια στάση πρέπει να έχουν γονείς και εκπαιδευτικοί για σωστή αντιμετώπιση της μάστιγας αυτής.
Ο ρόλος της οικογένειας
«Η οικογένεια έχει να μας δώσει, μέσα από την ανατροφή και την ποιότητα των σχέσεων και μέσα από το βίωμα, τα κατάλληλα εφόδια για να βιώσουμε την πραγματικότητα της ζωής, για να χειριστούμε καλύτερα τις σχέσεις μας, αφού αγαπήσουμε πρώτα τους εαυτούς μας. Το πιο σημαντικό είναι να αποκτήσουμε αυτοπεποίθηση μέσα στην οικογένεια. Αυτό έχει την αρχή του ακόμα στην περίοδο που οι γονείς έχουν την επιθυμία για να αποκτήσουν παιδιά. Από εκεί ξεκινά, περνά απ΄ την καρδιά και καταλήγει στη μήτρα», αναφέρει ο κ. Χριστοδούλου.
Βία είναι να μην καλύπτονται οι ανάγκες του παιδιού
«Ο περισσότερος κόσμος νομίζει ότι βία είναι μόνο το να χτυπάς το παιδί σου ή να το εξευτελίζεις λεκτικά. Βία είναι να μην καλύπτει ο γονιός τις πραγματικές ανάγκες του παιδιού. Η πραγματική αγάπη είναι να καλύπτονται οι ανάγκες του παιδιού, την ώρα που τις έχει ανάγκη και με τον τρόπο που μπορούν να καλυφθούν. Το πρώτο που χρειάζεται ένα παιδί είναι τρυφερότητα και αγκαλιά, χάδι. Το παιδί θέλει να το κοιτάζουν οι γονείς στα μάτια, να νιώσει στο δέρμα του την αγάπη μέσα από τη ζεστασιά του γονιού. Μέσα από το χάδι, το παιδί αισθάνεται την αγάπη.
Την αισθάνεται και μέσα από τη φωνή του του γονιού, αλλά και μέσα από τον τρόπο που μιλά ο γονιός προς το παιδί. Η αγάπη δεν μπορεί να είναι λεκτική. Η μάνα πριν να γεννηθεί το μωρό πρέπει να χαϊδεύει την κοιλιά της, να μιλά στο παιδί. Και ο πατέρας, από την πλευρά του, πρέπει να αγκαλιάζει και να δείχνει τρυφερότητα στην εγκυμονούσα μάνα. Από τότε το παιδί αισθάνεται την αγάπη των γονιών του προς αυτό. Εάν αυτά δεν τα έχει το παιδί, ήδη βιώνει βία. Μπορεί να ακούγεται υπερβολικό αυτό, αλλά, πιστέψτε με, αυτό ισχύει. Η αγάπη δεν εκφράζεται μόνο με λόγια.
Ελλειμματική η κυπριακή κοινωνία
«Δυστυχώς, αυτά που έχω περιγράψει είναι σφόδρα ελλειμματικά στην κυπριακή κοινωνία. Πάρα πολλοί γονείς, νέοι ή πιο μεγάλοι, θεωρούν ότι επειδή τρέφουν το παιδί τους, επειδή το ντύνουν και το στέλνουν σχολείο, το φροντίζουν όσον αφορά στην υλική του υπόσταση, νομίζουν ότι το αγαπούν. Όταν αγνοούν την τρυφερότητα, την αγκαλιά, τότε δεν μπορούν να προσφέρουν αγάπη στο παιδί τους. Οι ενήλικοι που επισκέπτονται το γραφείο μου, όταν ερωτώνται τι τους λείπει περισσότερο, απαντούν η ''αγκαλιά''. Αυτό το έλλειμμα δεν εγγράφεται στο νοητικό κομμάτι, αλλά στο όλο σύστημα του ανθρώπου. Γι' αυτό βλέπουμε τους ανθρώπους που είναι ''κλειστοί'' να έχουν και ''κλειστούς ώμους''. Γιατί οι ώμοι τους κλείνουν την καρδιά για να την προστατέψουν.
Γιατί η καρδιά είναι τρυφερή και θέλουν να την προστατέψουν. Αυτοί οι άνθρωποι αισθάνονται έτσι επειδή δεν έλαβαν αγάπη στα παιδικά τους χρόνια, δεν τους αγκάλιαζαν οι γονείς τους, δεν τους έδειχναν τρυφερότητα, γι' αυτό αισθάνονται ανασφάλεια. Γι' αυτό και οι γονείς θα πρέπει να λένε πολλά και μικρά μπράβο στα παιδιά, όπου είναι απαραίτητα φυσικά. Πρέπει το παιδί να αισθανθεί τη στήριξη από τους γονείς του για όλα μικρά βήματα που κάνει. Δεν πρέπει το παιδί να είναι Αϊνστάιν για να το επιβραβεύσουμε. Το κάθε παιδί έχει τις δικές του δυνατότητες και ικανότητες, και γι' αυτές πρέπει να επικροτείται. Οι γονείς σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να συγκρίνουν το παιδί τους ούτε με τα αδέρφια του, αλλά και ούτε με άλλα παιδιά.
Αυτοπεποίθηση μέσα από την ετεροπεποίθηση
Ο δρ Χριστοδούλου τονίζει ότι «το κάθε παιδί είναι μοναδικό και γι' αυτό πρέπει με τη βοήθεια των γονέων του να αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Οπότε το παιδί για να αποκτήσει αυτοπεποίθηση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ''έτεροπεποίθηση''. Κι όταν λέμε ''ετεροπεποίθηση'', εννοούμε την εμπιστοσύνη του γονιού στις ικανότητες του παιδιού. Όσο περισσότερο ενθαρρύνει το παιδί τόσο περισσότερο ενισχύει την εμπιστοσύνη που έχει το παιδί προς τον ίδιό του τον εαυτό. Κι όταν λέμε ''ενθαρρύνει'' εννοούμε τα μικρά μπράβο για κάτι που έκανε, που έφτιαξε ή που είπε το παιδί. Τα παιδιά δεν χρειάζεται να τα κρίνουμε ούτε να τα επικρίνουμε. Σαφώς και αυτό για να συμβεί, πρέπει πρώτα ο γονιός να έχει ο ίδιος αυτοπεποίθηση, την οποία να του έχουν καλλιεργήσει οι δικοί του γονείς.
Γι' αυτό βλέπουμε αυτήν την ελλειμματική συμπεριφορά στη δική μας γενιά, γιατί την εμφύσησαν οι πρόγονοι. Η σύγχρονη γενετική μάς έχει δείξει ότι το βίωμα των παππούδων μεταφέρεται γονιδιακά στις επόμενες δύο γενιές. Αν για παράδειγμα έχει πάρει χάδι και τρυφερότητα από τους γονείς του, έστω και αν κουβαλά γονίδιο από τους παππούδες του για το αντίθετο, αυτά τα γονίδια δεν θα εκφραστούν, λόγω της αγάπης που έχει πάρει από τους γονείς του. Και αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά η γενετική. Κατά συνέπεια, το χάδι, η αγάπη και η τρυφερότητα περνούν μέσα στο σώμα του παιδιού και του εξασφαλίζουν την υγεία του. Οι γονείς που έχουν κάποια ελλείμματα εσωτερικά και το συνειδητοποιήσουν καλό είναι να απευθυνθούν σε κάποιον ειδικό, για μπορέσουν να το αντιμετωπίσουν με την κατάλληλη καθοδήγηση».
Ο σχολικός εκφοβισμός
«Η έλλειψη, λοιπόν, όλων των πιο πάνω και η βία που βιώνουν μέσα στο σπίτι τους οδηγούν τα παιδιά στο να αναπτύξουν μια συμπεριφορά θύτη ή και θύματος στην κοινωνία του σχολείου. Όποιος και να είναι ο ρόλος αυτός, τα παιδιά είναι και στις δύο περιπτώσεις θύματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις ο ρόλος των εκπαιδευτικών είναι πολύ σημαντικός. Θα πρέπει να αντιμετωπίσουν αυτά τα παιδιά με αγάπη και κατανόηση, και όχι περιθωριοποίηση. Τα παιδιά αυτά, είτε θύτες είτε θύματα, έχουν την ανάγκη να ανήκουν κάπου. Και θέλουν να ανήκουν εκεί που θα αισθανθούν αγάπη. Τα παιδιά αυτά σαφώς και δεν είναι καταδικασμένα, αφού μπορεί να ξεπεράσουν το θέμα αυτό, έχοντας βρει πρότυπα. Πρότυπο γι' αυτά μπορεί να είναι ο εκπαιδευτικός τους, ή ένα συγγενικό πρόσωπο».
Καταλυτικός ο ρόλος εκπαιδευτικού και γονέα
«Οποιοδήποτε βήμα κάνουν οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί, πρέπει να είναι καλά γειωμένοι. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα της κυπριακής κοινωνίας είναι ότι δεν είμαστε προσγειωμένοι. Πρέπει να βλέπουμε τους ανθρώπους στα μάτια. Γι' αυτό παρατηρούμε στην κυπριακή κοινωνία όλην αυτήν τη φθορά. Γιατί δεν υπάρχει σεβασμός πρώτα στους εαυτούς μας και μετά προς τους άλλους. Οπότε οι γονείς πρέπει να βοηθήσουν το παιδί τους να είναι συγκροτημένο, να έχει αυτοπεποίθηση και εσωτερική υπακοή, να μην είναι έρμαιο των παρορμήσεών του. Για να το πετύχει αυτό ένας γονιός, αλλά ταυτόχρονα στην καθημερινή πραγματικότητα της οικογένειας, θα πρέπει να βλέπει όλα τα θετικά του παιδιού και όλα τα αρνητικά. Τα θετικά πρέπει να τα επικροτεί και να τα ενισχύει. Τα αρνητικά την ίδια ώρα θα πρέπει να τα αγνοεί».
Ας γυρίσουμε στα απλά…
«Ο άνθρωπος αυτό που χρειάζεται είναι τα απλά πράγματα, έναν περίπατο στη φύση, στο δάσος, στη θάλασσα. Θέλει αλήθεια και ουσιαστική σημασία. Τα παιδιά δεν θέλουν χρήματα για να είναι ευτυχισμένα. Θέλουν ό,τι και οι ενήλικες. Αγάπη, χάδι, τρυφερότητα, ενθάρρυνση και αγκαλιά».




