Απορρίφθηκε από το δικαστήριο αίτηση για αναστολή των διαταγμάτων
Ο νόμος που διέπει τα διατάγματα απομείωσης καταθέσεων «παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός», αναφέρει σε απόφασή του το δικαστήριο


Αίτηση κυπριακής εταιρείας για αναστολή των διαταγμάτων που απαγορεύουν την απομείωση των καταθέσεών της στην Τράπεζα Κύπρου, μέχρι την εκδίκαση αγωγής στο Ανώτατο Δικαστήριο, απέρριψε χθες το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Περαιτέρω, η εταιρεία ζήτησε διάταγμα επαναφοράς του λογαριασμού της στην προτέρα κατάσταση, κάτι που, επίσης, απορρίφθηκε. Εναγόμενοι, όπως αναφέρεται στην απόφαση, ήταν η Τράπεζα Κύπρου, ο Ντίνος Χριστοφίδης υπό την ιδιότητά του ως Ειδικού Διαχειριστή της Τράπεζας Κύπρου, η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου υπό την ιδιότητά της ως Αρχής Εξυγίανσης, η Κυπριακή Δημοκρατία διά του Γενικού Εισαγγελέα, ο Πανίκος Δημητριάδης υπό την ιδιότητά του ως Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας και ο Υπουργός Οικονομικών διά του Γενικού Εισαγγελέα.

Όπως επεξηγείται στην απόφαση του δικαστηρίου, η Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης, εξέδωσε σειρά διαταγμάτων μεταξύ των οποίων το «Διάταγμα περί Διάσωσης με ίδια Μέσα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ». Το διάταγμα προνοούσε για τη διάσωση της Τράπεζας Κύπρου, μετατροπή ποσοστού 37,5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 σε μετοχές τάξης Α, δέσμευση ποσού 22,5% των καταθέσεων πέραν των €100.000 για σκοπούς ενδεχόμενης μετατροπής τους σε μετοχές τάξης Α, εντός 90 ημερών, και δέσμευση του υπόλοιπου ποσού (40%) με καθορισμένους όρους. Οι ενάγοντες επηρεάζονται από την έκδοση του Διατάγματος ως καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου.

«Να κηρυχθεί αντισυνταγματικός»
Οι ενάγοντες καταχώρισαν αγωγή στο Ανώτατο ζητώντας όπως ο εν λόγω Νόμος κηρυχθεί αντισυνταγματικός, όπως και «αποζημιώσεις για δόλο». Με την αίτηση που εκδικάστηκε χθες στο Επαρχιακό, οι ενάγοντες ζήτησαν, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αναστολή του Διατάγματος απομείωσης και την έκδοση άλλων διαταγμάτων που να απαγορεύουν την απομείωση/μετατροπή των καταθέσεών τους και τη δέσμευση του υπολοίπου. Περαιτέρω, ζήτησαν διάταγμα επαναφοράς του λογαριασμού τους στην προτέρα κατάσταση. Επιπρόσθετα, καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση με την οποία έθεσαν υπόψη του δικαστηρίου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρά το ότι, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου, «οι πράξεις που περιέχονται στα διατάγματα έχουν εκτελεστεί», δεν έχει γίνει απομείωση στους λογαριασμούς της εταιρείας.

Απορρίφθηκαν τα αιτήματα
Αρχίζοντας από το πρώτο ζήτημα, το δικαστήριο έκρινε ότι στο προδικαστικό στάδιο που βρίσκεται η υπόθεση, ο Νόμος και τα συνεπακόλουθά του διατάγματα θωρακίζονται από τεκμήριο συνταγματικότητας. Η απόφαση παραθέτει ως παράδειγμα άλλη υπόθεση, στην οποία είχε λεχθεί ότι η «αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός».

Συνεπώς, τόνισε το δικαστήριο, «είναι άνευ ετέρου που δεν μπορούν να δοθούν τα ζητούμενα διατάγματα. Έκδοσή τους θα προσέβαλλε το τεκμήριο συνταγματικότητας και θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη, σε αυτό το στάδιο, παρέμβαση της δικαστικής στο έργο της νομοθετικής εξουσίας, εφόσον δεν θα ήταν παρά παρεμπόδιση εφαρμογής του Νόμου χωρίς αυτός να έχει κηρυχθεί αντισυνταγματικός, αλλά αντίθετα να τεκμαίρεται συνταγματικός». Σε ό,τι αφορά τη αίτημα για διατήρηση ή επαναφορά συγκεκριμένου χρηματικού ποσού στον λογαριασμό της ενάγουσας, το δικαστήριο κατέληξε ότι «δεν βρίσκει έρεισμα στη σχέση καταθέτη - τράπεζας, όπως αυτή διατυπώθηκε αυθεντικά στην υπόθεση Χριστοδούλου.

Οι αιτητές δεν έχουν δικαίωμα στα συγκεκριμένα χρήματα ούτε τώρα, ούτε ακόμα και στο τέλος της αγωγής. Το status quo δεν έγκειται στην ύπαρξη του ποσού στον λογαριασμό τους. Το δικαίωμά τους θα είναι για αποζημιώσεις με τον τρόπο που εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο και με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας».

Συντελέστηκε η απομείωση
ΩΣ ΠΡΟΣ το τρίτο σημείο, έστω και αν ο συγκεκριμένος λογαριασμός δεν έχει απομειωθεί με συγκεκριμένη λογιστική πράξη, στην πραγματικότητα η απομείωση και μετατροπή των καταθέσεων της ενάγουσας εταιρείας συντελέστηκε στις 29/3/2013 και ώρα 06.00, κατ’ εφαρμογήν του Διατάγματος, σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου. «Η μη μετατροπή της συγκεκριμένης κατάθεσης δεν αποτελούσε εξαίρεση με έρεισμα στον Νόμο, αλλά μια σύμπτωση χωρίς οποιαδήποτε νομικά αποτελέσματα. Η νομική πραγματικότητα είναι ότι το Διάταγμα εφαρμόστηκε και η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου».