Αργά το απόγευμα, την ώρα που οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου κρύβονται στη δύση, η αυλή της εκκλησίας έχει μεγάλη σύναξη. Πολλά παιδιά και έφηβοι, αλλά και μεγαλύτεροι, είναι μαζεμένοι σε κύκλο γύρω από τον κούζαλο, τα ξερά ξύλα της λαμπρατζιάς

Ηλιόλουστη σήμερα η ατμόσφαιρα. Γελάει το καμπαναριό πρωί-πρωί λουσμένο στο φως του ήλιου. Μέρα χαράς, η πρώτη Ανάσταση, θα διπλοκτυπήσουν ξανά οι καμπάνες, που για δυο μέρες τώρα μόνο πένθιμα κτυπούσαν, θα παίξουν τα μάσκουλα, θα κτυπήσουν τους σκάμνους.

Η αυλή της εκκλησίας είναι σήμερα αποκλεισμένη από το πρωί. Οι "ειδικοί πυροτεχνουργοί" έχουν στήσει στη σειρά τα έξι μάσκουλα και τα ετοιμάζουν για την έκρηξη. Πρώτα βγάζουν το χαρτί που κλείει την οριζόντια τρύπα, ανακινούν λίγο το μπαρούτι να κυλήσει προς τα έξω. Τοποθετούν το μάσκουλο στη θέση του και απλώνουν στο έδαφος μια γραμμή μπαρούτι, από τη βάση του μάσκουλου ώς ένα δυο μέτρα μακριά. Σε λίγη ώρα όλα τα μάσκουλα είναι έτοιμα.

Mέσα στην εκκλησία η λειτουργία προχωρεί και πλησιάζει η ώρα του "Ανάστα ο Θεός.......". 'Εξω από την κύρια είσοδο της εκκλησίας στέκονται σε γραμμή τα παιδιά με τις λαμπάδες, τα εξαπτέρυγα, τον Σταυρό. Μπροστά η εικόνα της Ανάστασης στερεωμένη στον ψηλό ειδικό ιστό με το πλαίσιο στην κορφή. Είναι κι αυτή σκεπασμένη με μαύρο ρούχο, για να πέσει την κατάλληλη ώρα. Μέσα στο Ιερό ο Χριστόφορος έχει χαλαρώσει τα σχοινιά που κρατούν τα μαύρα ρούχα, έτοιμα τώρα να πέσουν στην πρώτη κίνηση. Το πανέρι με τα πέταλα των τριανταφύλλων είναι στην Αγία Τράπεζα. 'Εξω στην αυλή της εκκλησίας ο Κόκος του Τσιάρτα έχει ανάψει το τσιγάρο, αναμένοντας και αυτός το σύνθημα, έτοιμος για τις εκρήξεις.

Εκείνη την ώρα ο παπά-Κώστας παίρνει στα χέρια του το πανέρι και το Ευαγγέλιο. Στηρίζει το Ευαγγέλιο στον αριστερό του ώμο και με το χέρι κρατεί το πανέρι. Βγαίνει από την ωραία πύλη, ρίχνει κάτω το μαύρο ράσο που ήταν πάνω από το άσπρο, γεμίζει το δεξί χέρι με πέταλα των τριανταφύλλων, τα σκορπίζει και αρχίζει να ψάλλει θριαμβευτικά: "Ανάστα ο Θεός.......".

Αυτό ήταν. Το σύνθημα ακούστηκε κι όλα τα άλλα έγιναν αυτόματα. Πριν πάει στην τρίτη λέξη ο παπά-Κώστας, τα μαύρα σκεπάσματα από τις εικόνες πέφτουν κατάχαμα, οι άνδρες κτυπούν το ξύλινο κάθισμα του σκάμνου τους, ενώ τα παιδιά μέσα στο Ιερό κάνουν αληθινό σεισμό. Από την είσοδο της εκκλησίας μπαίνει τρεχτή η ομάδα που κρατεί την Ανάσταση, τον Σταυρό και τα εξαπτέρυγα. Δεν περπατούν. Τρέχουν και κτυπούν δυνατά τα πόδια στο πάτωμα, κάνοντας τον γύρω του θριάμβου στο κέντρο της εκκλησίας. Ο Ευστάθιος, με το ξύλο που κρατούσε, κουνά τους τρεις πολυελαίους και τα γιάλινα πρίσματα κτυπούν σε μιαν αναστάσιμη και μοναδική συγχορδία.

'Εξω στην αυλή το πρώτο μάσκουλο έχει ήδη εκραγεί και ο Κόκος ρουφά δυνατά το τσιγάρο για να κοκκινήσει στην άκρη και προχωρεί στο δεύτερο, το μεγαλύτερο. Σκύβει προσεκτικά και πλησιάζει το αναμμένο άκρο του τσιγάρου στη γραμμή του μπαρουτιού, δίπλα στο μεγάλο μάσκουλο. Αγγίζει τη φωτιά στην άκρη της εύφλεκτης γραμμής, το μπαρούτι ανάβει και η φωτιά τρέχει προς το μάσκουλο. Ο Κόκος απομακρύνεται βιαστικά και ασυναίσθητα γυρίζει την πλάτη και σκύβει. Το αναμμένο μπαρούτι με τον υπόκωφο θόρυβο προχωρεί προς την τρύπα του μάσκουλου. Χάνεται εκεί και σε κλάσμα του δευτερολέπτου ακούεται η δυνατή έκρηξη. Το στότσιασμα του μάσκουλου ανεβαίνει βίαια προς τα ύψη, ανεβαίνει καμιά πενηνταριά μέτρα και ξεψυχάει μαζί με τον ήχο, πέφτοντας άτονα προς τη γη. Ο Κόκος ήδη προχωρεί προς το τρίτο μάσκουλο, προς το τέταρτο, το πέμπτο, το έκτο. Ο Θεός αναστήθηκε. Οι εκρήξεις και οι κρότοι σημαδεύουν την πρώτη Ανάσταση.

Αργά το απόγευμα, την ώρα που οι τελευταίες αχτίδες του ήλιου κρύβονται στη δύση, η αυλή της εκκλησίας έχει μεγάλη σύναξη. Πολλά παιδιά και έφηβοι, αλλά και μεγαλύτεροι, είναι μαζεμένοι σε κύκλο γύρω από τον κούζαλο, τα ξερά ξύλα της λαμπρατζιάς. Ο Μηνάς κάνει τις τελευταίες ετοιμασίες. Διώχνει τα παιδιά, τα απωθεί στην περιφέρεια του κύκλου. Κανείς δεν πρέπει να ανακατώνεται στα πόδια του. 'Υστερα παίρνει τα τενεκάκι με το πετρέλαιο και βρέχει τα ξερά κλαδιά σε δυο τρεις τόπους. Ανάβει το σπίρτο και το πλησιάζει.

Η πρώτη φλόγα ανάβει. Και δεύτερη και τρίτη. Σε λίγα λεπτά η φωτιά φουντώνει. Οι γλώσσες της πηδούν ψηλά, τα ξερά ξύλα τρίζουν, η θερμοκρασία ανεβαίνει και ο καπνός βγαίνει ψηλά. Η φωτιά διώχνει τον κόσμο μακρύτερα, ο κύκλος των ανθρώπων μεγαλώνει, καθώς όλοι τραβούν πίσω. Ο Ιούδας πήρε φωτιά, ορθώνει ακόμα το ανάστημά του αυθάδικα. Δεν αντέχει, όμως, καθώς η φωτιά τον κατατρώγει.

Παραδίνεται, τυλίγεται μέσα στις φλόγες, γέρνει και χάνεται μέσα στα ξύλα που καίγονται, ενώ η πτώση του συνοδεύεται από τις φωνές των παιδιών που πανηγυρίζουν για τον θάνατο της προδοσίας. Η νύκτα αρχίζει να πέφτει. Οι φλόγες τρώνε τα ξερά ξύλα, εκείνα τρίζουν, πέφτουν, μετακινούνται, πετούν σπίθες, βγάζουν ψηλές φλόγες, κοκκινίζουν τα πρόσωπα στον κύκλο, βγάζουν καπνό που ανεβαίνει ψηλά.

Η ώρα περνά, οι φλόγες χαμηλώνουν, τα ξύλα τρίζουν λιγότερο, ο σαματάς σταματά, η θερμοκρασία πέφτει, ο κύκλος μικραίνει, οι άνθρωποι πλησιάζουν και ύστερα λιγοστεύουν. Λίγοι λίγοι αφήνουν τα ξερά ξύλα να καίγονται και παίρνουν τον δρόμο για το σπίτι. Τα παιδιά πρέπει να κοιμηθούν νωρίς, για να ξυπνήσουν φρέσκα στις 2.30' το πρωί για την Ανάσταση.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «Έτσι θυμούμαι το χωριό μου, την Αγία Φύλα». Αναμνήσεις από την Αγία Φύλα της δεκαετίας του 1950, Παραλίμνι, 1992)