60 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ: ΟΙ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΖΥΡΙΧΗΣ - ΛΟΝΔΙΝΟΥ

Για ποιους λόγους η ελληνική Κυβέρνηση και ο Μακάριος αποδέχτηκαν την εμπλοκή σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες αφορούσαν στην ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος, με κατηγορηματική την απαγόρευση της Ένωσης στο διηνεκές;


1. Ο πληθυσμός του νησιού δεν συμμετείχε στη διαμόρφωση της διευθέτησης του 1959, ούτε κλήθηκε να την επικυρώσει

· Οι επιχειρήσεις της ΕΟΚΑ υποχρέωσαν το Λονδίνο να μετακινηθεί από την άρνησή του να αποσυρθεί από την Κύπρο.

· Οι δισταγμοί του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου δεν αφορούσαν στην ουσία των Συμφωνιών, αλλά σε μερικές πτυχές τους

· Ο Γρίβας υποχρεώθηκε στην αποδοχή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου για δύο λόγους

· Η Αθήνα θεώρησε ότι, μέσω μίας ελληνο-τουρκικής συνεννόησης, δεν θα βρισκόταν στη δύσκολη θέση να αντιμετωπίζει δύο αντιπάλους ταυτόχρονα

· Η Άγκυρα αναγκάστηκε να επιδιώξει μία ελληνο-τουρκική συνεννόηση για το μέλλον της Κύπρου λόγω των δυσχερειών που αντιμετώπιζε
· Kucuk και Denktas δεν ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την υποστήριξή τους στη Διχοτόμηση


Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ (1955-1959) αποτέλεσε την τελευταία εθνικοαπελευθερωτική προσπάθεια που εκδηλώθηκε από ένα τμήμα του Ελληνισμού. Οι παράτολμες επιχειρήσεις των μαχητών της οργάνωσης, οι μάχες με τα βρετανικά στρατεύματα, όπου οι αγωνιστές έπιπταν μαχόμενοι (γενόμενοι ακόμη και ολοκαυτώματα), η λεβεντιά με την οποία οι αρχάγγελοι της αγχόνης ανέβαιναν στο ικρίωμα, οι συμπλοκές σώμα με σώμα των νεαρών μαθητών με τους Βρετανούς αποικιοκράτες έκαναν την ΕΟΚΑ να περάσει στη σφαίρα του θρύλου, το Κυπριακό να απασχολεί καθημερινά τον διεθνή Τύπο, καθώς και τις κυβερνήσεις της Βρετανίας, της Ελλάδας και τις Τουρκίας να εμπλέκονται σε θυελλώδεις διπλωματικές αντιπαραθέσεις στα διεθνή φόρα.

Εξ αφορμής της συμπλήρωσης εξήντα χρόνων από τον τερματισμό της επανάστασης στην Κύπρο, θα ήταν χρήσιμο να αναλύσουμε (λαμβάνοντας πάντα τους περιορισμούς που υπάρχουν από πλευράς έκτασης) τους λόγους για τους οποίους οι ηγεσίες της Ελλάδας, της Βρετανίας, της Τουρκίας και των δύο μεγαλύτερων εθνοτικών πληθυσμών της νήσου προχώρησαν το 1959 στη διευθέτηση του Κυπριακού Ζητήματος υπό τη μορφή των Συμφωνιών-Ζυρίχης Λονδίνου.

Ο συγκεκριμένος διακανονισμός αποτέλεσε έναν διεθνή συμβιβασμό μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, στη βάση της ανακήρυξης της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος. Ταυτόχρονα, το μακραίωνο αίτημα της ελληνικής πλειοψηφίας για ένωση με την Ελλάδα (Ένωση), για το οποίο είχε παλέψει τα τέσσερα προηγούμενα χρόνια και είχε υποστεί αιματηρές θυσίες, αφηνόταν ανικανοποίητο.

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου

Οι Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου υπήρξαν προϊόν του ελληνο-τουρκικού διαλόγου, που ξεκίνησε παρασκηνιακά στη Νέα Υόρκη στις αρχές Δεκεμβρίου 1958, κατά τη σύνοδο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Οι μυστικές διαβουλεύσεις συνεχίστηκαν, καταλήγοντας σε διάσκεψη μεταξύ των κυβερνήσεων της Ελλάδας και της Τουρκίας στη Ζυρίχη (5-11 Φεβρουαρίου 1959).

Εκεί τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, για την οποία απαγορευόταν στο διηνεκές η επιλογή της Ένωσης ή της Διχοτόμησης (διεκδίκηση της τουρκικής πλευράς). Καθόρισαν, ακόμη, τη «Βασική Διάρθρωση», δηλαδή τις βασικές αρχές του μελλοντικού κυπριακού συντάγματος.

Στο προεδρικό πολίτευμα του νεότευκτου κράτους ο Πρόεδρος θα εκλεγόταν από την ελληνική κυπριακή κοινότητα, ενώ ο Αντιπρόεδρος από τους Τούρκους Κυπρίους. Οι δύο αυτοί αξιωματούχοι θα είχαν δικαίωμα αρνησικυρίας (veto) πάνω σε θέματα εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και εσωτερικής ασφάλειας. Επιπρόσθετα, θα ιδρύονταν δύο κοινοτικές συνελεύσεις, μία ελληνική και μία τουρκική.

Η Συμφωνία προνοούσε και τη δημιουργία ενός ενιαίου Κοινοβουλίου, στο οποίο οι βουλευτές θα προέρχονταν κατά 70% από τις τάξεις των Ελλήνων Κυπρίων και κατά 30% από αυτές των Τούρκων Κυπρίων. Η συγκεκριμένη αναλογία θα εφαρμοζόταν και στο Υπουργικό Συμβούλιο, όπου, επιπλέον, το αξίωμα του Υπουργού Άμυνας, Οικονομικών ή Εξωτερικών θα έπρεπε να αναλαμβάνεται από Τούρκο Κύπριο.

Για τη στελέχωση της δημόσιας υπηρεσίας, πάλι θα ίσχυε η αναλογία 7:3. Εντούτοις, το ποσοστό αυτό διαμορφωνόταν σε 6:4 για τον Κυπριακό Στρατό. Στον τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης, προβλεπόταν η ίδρυση χωριστών δημοτικών Αρχών -ελληνικών και τούρκικων- για τους μεγαλύτερους δήμους. Τέλος, θα ιδρύονταν δύο δικαστήρια, το Ανώτατο και το Συνταγματικό.

Οι πιο πάνω βασικές αρχές για τον καταρτισμό του κυπριακού συντάγματος συνοδεύτηκαν από τη «Συνθήκη Συμμαχίας». Η Συνθήκη αυτή προνοούσε την ίδρυση κοινού στρατηγείου και την άφιξη δύο αγημάτων του ελληνικού και του τουρκικού στρατεύματος, της Ελληνικής Δύναμης Κύπρου (ΕΛΔΥΚ) και της Τουρκικής Δύναμης Κύπρου (ΤΟΥΡΔΥΚ), 950 και 650 ανδρών αντίστοιχα. Επιπρόσθετα, συνομολογήθηκε η «Συνθήκη Εγγυήσεως», σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα, η Τουρκία και η Βρετανία καθίσταντο εγγυήτριες δυνάμεις της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (η οποία επίσης θα ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Συνθήκη).

Μετά την υπογραφή των συμφωνηθέντων στη Ζυρίχη, οι δύο κυβερνήσεις προχώρησαν στην έναρξη διαπραγματεύσεων με τη Βρετανία. Στη διάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Lancaster House του Λονδίνου (17-19 Φεβρουαρίου 1959) συμμετείχαν εκτός από τις αποστολές των τριών κυβερνήσεων και οι Αρχιεπίσκοπος Μακάριος (εκ μέρους των Ελλήνων Κυπρίων) και Δρ Fazil Kucuk και Rauf Denktas (εκπροσωπώντας τους Τούρκους Κυπρίους).

Η βρετανική κυβέρνηση αποδέχτηκε όσα συμφωνήθηκαν στη Ζυρίχη με αντάλλαγμα τη διατήρηση δύο κυρίαρχων στρατιωτικών Βάσεων στην Κύπρο και τη χορήγηση ορισμένων διευκολύνσεων (χρήση οδών, λιμενικών εγκαταστάσεων κ.λπ).

Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης, ο Μακάριος διατύπωσε αντιρρήσεις, δηλώνοντας ότι αποδεχόταν τη συμφωνία ως βάση συζήτησης, αλλά διατηρούσε επιφυλάξεις αναφορικά με συγκεκριμένες διατάξεις της. Το αίτημα του Αρχιεπισκόπου, ωστόσο, δεν έγινε δεκτό από τα υπόλοιπα μέρη. Τελικά, μετά τη συναίνεση και του Μακαρίου, όλα τα συμβαλλόμενα μέρη προέβησαν στην υπογραφή των Συμφωνιών.

Η ελληνική Κυβέρνηση

Για ποιους λόγους, όμως, η ελληνική Κυβέρνηση και ο Μακάριος αποδέχτηκαν την εμπλοκή σε διαπραγματεύσεις, οι οποίες αφορούσαν στην ανακήρυξη της Κύπρου σε ανεξάρτητο κράτος, με κατηγορηματική την απαγόρευση της Ένωσης στο διηνεκές; Η Αθήνα, παρά την επιθυμία της για την επίτευξη της Ένωσης, είχε υποχρεωθεί ήδη από το 1955 να αρχίσει να απομακρύνεται από τη συγκεκριμένη θέση λόγω της τουρκο-βρετανικής σύμπραξης.

Αντίθετα, έδινε προτεραιότητα στην αποτροπή του κομμουνιστικού κινδύνου στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας και τη διατήρηση της χώρας τους κόλπους της δυτικής συμμαχίας (στόχος που είχε επιτευχθεί μόλις το 1952). Στους σχεδιασμούς αυτούς πολύ σημαντικό ρόλο διαδραμάτιζε η αποκατάσταση των ελληνο-βρετανικών σχέσεων.

Μπορεί κατά διαστήματα η Αθήνα να είχε εκφράσει αδιάλλακτη θέση στα διεθνή φόρα, τόσο για να αποφευχθεί η επιβολή αντεθνικών λύσεων στην Κύπρο, όσο και για να μη διακυβευθεί η ανατροπή της κυβέρνησης (λόγω της λαϊκής πίεσης στο εσωτερικό της χώρας για το Κυπριακό), ωστόσο γεγονός παρέμενε η επιλογή της Αθήνας για επιδίωξη λύσης ώστε να «κλείσει» το Κυπριακό. Έτσι, από το 1957 η Ελλάδα άρχισε να προβάλλει στο εξωτερικό την ιδέα της αδέσμευτης ανεξαρτησίας ως εναλλακτική της Διχοτόμησης.

Ειδικότερα το 1958, παράγοντας πίεσης για την κυβέρνηση Καραμανλή υπήρξαν οι ενέργειες της Βρετανίας για εφαρμογή του Σχεδίου Macmillan το φθινόπωρο: επρόκειτο για σχέδιο με διχοτομικά στοιχεία, το οποίο -μεταξύ άλλων- επανέφερε την παρουσία της Τουρκίας στην Κύπρο για πρώτη φορά μετά το 1878, μέσω της άφιξης Τούρκου αντιπροσώπου, ο οποίος θα συνεπικουρούσε τον Βρετανό κυβερνήτη στη διοίκηση του νησιού.

Επιπρόσθετος παράγοντας πίεσης ήταν η αναβάθμιση της διπλωματικής θέσης της Άγκυρας στο ΝΑΤΟ, η οποία ενισχύθηκε μετά την τουρκο-συριακή κρίση του 1957, αλλά και μετά την αμερικανική απόφαση για εγκατάσταση πυραύλων μέσου βεληνεκούς στην Τουρκία (ιδίως η συγκεκριμένη πρωτοβουλία κατέστησε τη χώρα ένα στρατηγικό ανάχωμα εναντίον της σοβιετικής διείσδυσης στην περιοχή).

Παράλληλα, ένα άλλο κίνητρο πίσω από την εμπλοκή της Αθήνας στον ελληνο-τουρκικό διάλογο ήταν η αποδόμηση όσων επιχειρημάτων εκφράστηκαν υπέρ της Διχοτόμησης κατά τη διάρκεια των διακοινοτικών ταραχών που ξέσπασαν το καλοκαίρι του 1958 στη μεγαλόνησο (με θανάσιμες απώλειες εκατέρωθεν): οι Τούρκοι Κύπριοι προσπάθησαν μέσω επιθέσεων εναντίον των Ελλήνων Κυπρίων να δημιουργήσουν τις συνθήκες για μία de facto διχοτόμηση, γεγονός που υποχρέωσε τους τελευταίους να οργανώσουν πιο συστηματικά την άμυνά τους.

Δύο ακόμη λόγοι εξώθησαν την κυβέρνηση Καραμανλή να ανταποκριθεί στην προσέγγιση της Άγκυρας: ο πρώτος σχετιζόταν με την αποτυχία της ελληνικής προσφυγής στον ΟΗΕ για ανεξαρτησία της Κύπρου λόγω της παρέμβασης των ΗΠΑ (που συντάχθηκαν πλήρως με τη Βρετανία εκείνη την περίοδο). Ο δεύτερος λόγος αφορούσε στην επιθυμία της Ελλάδας, ήδη από το 1955, να διασπάσει τη διπλωματική σύμπραξη της Τουρκίας με τη Βρετανία στο Κυπριακό. Έτσι, η Αθήνα θεώρησε ότι, μέσω μίας ελληνο-τουρκικής συνεννόησης δεν θα βρισκόταν στη δύσκολη θέση να αντιμετωπίζει δύο αντιπάλους ταυτόχρονα.

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος

Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε επιμείνει στην επιδίωξη της Ένωσης για αρκετό διάστημα, ωστόσο από τη στάση του δεν απουσίαζαν οι αμφιταλαντεύσεις. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεών του με τον Βρετανό κυβερνήτη Sir John Harding (τέλη 1955-αρχές 1956) είχε φτάσει πολύ κοντά στην αποδοχή μιας λύσης που προνοούσε τη διατήρηση της βρετανικής κυριαρχίας, χωρίς όμως να αποκλείεται η επίτευξη της αυτοδιάθεσης/Ένωσης στο μέλλον. Στο τελευταίο στάδιο του Αγώνα της ΕΟΚΑ συναίνεσε σε λύση ανεξαρτησίας, όταν συνειδητοποίησε τις ζοφερές συνέπειες του Σχεδίου Macmillan.

Τον Σεπτέμβριο του 1958, κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στη Βρετανίδα βουλευτή του Εργατικού Κόμματος Barbara Castle, δήλωσε ότι ήταν διατεθειμένος να αποδεχτεί μια λύση δεσμευμένης ανεξαρτησίας (με εγγυήσεις του ΟΗΕ), και αργότερα, μετά τις συνομιλίες στη Ζυρίχη και το Λονδίνο, υπέγραψε τη συμφωνηθείσα διευθέτηση.

Έχει υποστηριχθεί ότι ο Μακάριος αποδέχτηκε τις Συμφωνίες, επειδή η ελληνική Κυβέρνηση τον «παγίδευσε» αποφεύγοντας να τον πληροφορήσει επαρκώς και φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με ένα τετελεσμένο γεγονός. Απεναντίας, σχετική αρχειακή έρευνα κατέδειξε πως η Αθήνα κρατούσε ενήμερο τον Μακάριο σε τακτά χρονικά διαστήματα για τις παρασκηνιακές συνομιλίες της ελληνικής διπλωματίας με την Τουρκία, από τα τέλη του Δεκεμβρίου (1958) μέχρι τις παραμονές των συνομιλιών στη Ζυρίχη.

Μάλιστα, ζήτησε τη γνώμη του τέσσερεις φορές. Οι δισταγμοί του Αρχιεπισκόπου δεν αφορούσαν στην ουσία των Συμφωνιών, αλλά σε μερικές πτυχές τους. Κατά τη διάρκεια της διάσκεψης στο Λονδίνο, ο Βρετανός Υπουργός Εξωτερικών Selwyn Lloyd ερμήνευσε σε κάποιο σημείο τις ανησυχίες του Μακαρίου ως προσπάθεια υπόσκαψης αυτών που είχαν ήδη συμφωνηθεί από τις τρεις κυβερνήσεις.

Ο Αρχιεπίσκοπος διαμαρτυρήθηκε για την «παρεξήγηση», ξεκαθαρίζοντας ότι δεν απέρριπτε τη Συμφωνία της Ζυρίχης. Αντίθετα, διευκρίνισε ότι οι αντιρρήσεις του σχετίζονταν με συγκεκριμένα σημεία του μελλοντικού συντάγματος, τα οποία θα καθιστούσαν τη λειτουργία του κυβερνητικού μηχανισμού αδύνατη.

Οι αμφιταλαντεύσεις του αυτές, αφενός, και η ερώτηση/παραδοχή του προς τον Καραμανλή («Κύριε πρόεδρε, φανταστήκατε ποτέ ότι δεν θα υπέγραφα;») αφετέρου, έχουν οδηγήσει στη διατύπωση διαφόρων ερμηνειών από τους ερευνητές. Εν πάση περιπτώσει, ο Μακάριος δεν υπέγραψε τη Συμφωνία επειδή «παγιδεύτηκε» από την κυβέρνηση Καραμανλή.

Ο Γεώργιος Γρίβας-Διγενής

Είναι αναγκαίο να διερευνηθεί και η στάση της ηγεσίας της ΕΟΚΑ ως προς τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου. Απώτερος στόχος της επαναστατικής δράσης της οργάνωσης ήταν η Ένωση. Μάλιστα, ο Γεώργιος Γρίβας-Διγενής είχε απορρίψει τις βρετανικές συνταγματικές προτάσεις που είχαν υποβληθεί τα προηγούμενα χρόνια επειδή δεν ικανοποιούσαν το συλλογικό αυτό αίτημα του κυπριακού Ελληνισμού.

Τελικά, όμως, αναγκάστηκε να αποδεχτεί (αν και μετά από μια περίοδο βασανιστικής περισυλλογής) τη -βασισμένη στην ανεξαρτησία- διευθέτηση της Ζυρίχης-Λονδίνου. Ο στρατιωτικός αρχηγός της ΕΟΚΑ υποχρεώθηκε στη λήψη αυτής της απόφασης για δύο βασικούς λόγους: ο πρώτος σχετιζόταν με τον φόβο του ότι αν αποφάσιζε να συνεχίσει τον ένοπλο αγώνα θα πολεμούσε όχι μόνο εναντίον των Βρετανών αλλά και εναντίον της ελληνικής Κυβέρνησης και του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Κάτι τέτοιο, αναπόφευκτα, θα οδηγούσε σε εμφύλιο πόλεμο.

Ο δεύτερος παράγοντας ήταν πιο αποφασιστικής σημασίας. Η στάση του Γ. Γρίβα-Διγενή ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την υλική αρωγή ή τη διεθνή υποστήριξη που παρείχαν στο ένοπλο κίνημα ο Μακάριος και η ελληνική ηγεσία. Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το δεδομένο, η ΕΟΚΑ δε μπορούσε να συνεχίσει να αγωνίζεται χωρίς την συγκεκριμένη, ζωτικής σημασίας, υποστήριξη.

Επομένως, η στρατιωτική ηγεσία της οργάνωσης δεν είχε άλλη επιλογή από το να αποδεχτεί μια συμβιβαστική λύση όπως αυτή της Ζυρίχης-Λονδίνου, στην οικοδόμηση της οποίας (παρά την απροθυμία και τους ενδοιασμούς της ΕΟΚΑ) οι πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης και του Μακαρίου έπαιξαν τον ρόλο τους.

Η Βρετανία

Από πλευράς Βρετανίας, οι επιχειρήσεις της ΕΟΚΑ αδιαμφισβήτητα υποχρέωσαν το Λονδίνο να μετακινηθεί από την άρνησή του να αποσυρθεί από την Κύπρο. Συνεπακόλουθα, κατά τη διάρκεια του 1957, η βρετανική κυβέρνηση είχε αρχίσει να επεξεργάζεται μία νέα πολιτική, που δεν θα απέκλειε τη διατήρηση της βρετανικής κυριαρχίας επί ενός τμήματος (και όχι επί του συνόλου) της Κύπρου.

Ωστόσο, για να γίνει αποδεκτή από το Λονδίνο μία τέτοια ρύθμιση, θα έπρεπε να ικανοποιούνταν τρεις σημαντικότατες προϋποθέσεις: η διασφάλιση των γεωστρατηγικών συμφερόντων του στη Μέση Ανατολή (μέσω της Κύπρου), η ικανοποίηση της τουρκικής κυβέρνησης (σημαντικός εταίρος της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας προς ανάσχεση του σοβιετικού κινδύνου στην περιοχή) και η αποφυγή ενός ελληνο-τουρκικού πολέμου (ενδεχομένου που θα οδηγούσε σε κατάρρευση των περιφερειακών σχεδιασμών ασφαλείας του ΝΑΤΟ). Όταν ξεκίνησε ο ελληνο-τουρκικός διάλογος στα τέλη του 1958, η Βρετανία διατύπωσε -αν και με δισταγμό- τη σύμφωνη γνώμη της. Εν τέλει, εφόσον η ρύθμιση της Ζυρίχης-Λονδίνου ικανοποιούσε τις πιο πάνω προϋποθέσεις, προσυπέγραψε.

Η Τουρκία

Η Άγκυρα είχε υποστηρίξει αρχικά ότι η απόδοση της Κύπρου στην Ελλάδα θα διατάρασσε εις βάρος της την ισορροπία μεταξύ των δύο κρατών που είχε δημιουργηθεί το 1923 με τη συνομολόγηση της Συνθήκης της Λωζάννης. Επομένως, τασσόταν υπέρ της συνέχισης της βρετανικής κυριαρχίας στην Κύπρο. Αργότερα, το 1956, υιοθέτησε τον στόχο της Διχοτόμησης.

Αναγκάστηκε όμως να αναθεωρήσει τη στάση της το 1958 και να επιδιώξει μία ελληνο-τουρκική συνεννόηση για το μέλλον της Κύπρου λόγω των δυσχερειών που αντιμετώπιζε τη δεδομένη χρονική στιγμή: η επανάσταση του καλοκαιριού του 1958 στο Ιράκ και η αλλαγή καθεστώτος την οποία επέφερε, οδήγησε στη διάλυση του Συμφώνου της Βαγδάτης και την απώλεια ενός σημαντικού περιφερειακού εταίρου της Τουρκίας.

Η Άγκυρα αντιλήφθηκε ότι ο κίνδυνος για τη στρατηγική περικύκλωσή της από εχθρικά κράτη (ΕΣΣΔ, Συρία, Βουλγαρία) ήταν υπαρκτός. Επομένως, υποχρεώθηκε να προβεί στην αναζήτηση ενός περιφερειακού συμμάχου εγκαινιάζοντας τον ελληνο-τουρκικό διάλογο στη βάση της κυπριακής ανεξαρτησίας.

Παράλληλα, θεωρούσε ότι η δύσκολη θέση της τουρκικής οικονομίας θα επωφελείτο από την αποκατάσταση των σχέσεων με μία χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία διέθετε μία οικονομία σε ανοδική πορεία, αξιόλογες επαφές με τον Δυτικό κόσμο, ομαλές σχέσεις με τη Γιουγκοσλαβία (επομένως δεν φοβόταν το ενδεχόμενο στρατηγικής αποκοπής σε τοπικό επίπεδο) και φιλικές σχέσεις με τα κράτη της Μέσης Ανατολής.

Επιπρόσθετα, ένας άλλος λόγος που άσκησε επίδραση στη μεταβολή της πολιτικής της Τουρκίας στο Κυπριακό ήταν η συνειδητοποίηση ότι η άμυνα που προέταξαν το καλοκαίρι του 1958 οι Έλληνες Κύπριοι (υπό την καθοδήγηση της ΕΟΚΑ) στις ενορχηστρωμένες επιθέσεις των Τούρκων Κυπρίων απέτρεψε την επιβολή της de facto Διχοτόμησης. 

Οι Fazil Kucuk και Rauf Denktas

Η ηγεσία των Τούρκων Κυπρίων κατά τη διάρκεια του Αγώνα της ΕΟΚΑ είχε μεταβληθεί από την απαίτηση της επιστροφής της Κύπρου στην Τουρκία υπέρ της διεκδίκησης της Διχοτόμησης. Μάλιστα, το φθινόπωρο του 1958, όταν ο ελληνο-τουρκικός διάλογος είχε αρχίσει να κυοφορεί τη λύση της Ανεξαρτησίας, οι Kucuk και Denktas δεν ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν την υποστήριξή τους στη Διχοτόμηση.

Ωστόσο, οι δύο ηγέτες απέφυγαν δημόσια να υποσκάψουν την πολιτική που εφήρμοζε η Άγκυρα εκείνη την περίοδο και επικεντρώθηκαν στην εξασφάλιση της δυνατότητας ανάσχεσης της βούλησης της ελληνικής κυπριακής πλειοψηφίας στο νεοσύστατο κράτος. Επιπλέον, στο να είναι η παρουσία των μελών της κοινότητάς τους στον μελλοντικό διοικητικό μηχανισμό εμφανής, στον βαθμό που να εκλαμβάνεται ως προϊόν ενός «ελληνο-τουρκικού συνεταιρισμού».

Εν τέλει, και η τουρκική κυπριακή ηγεσία συναίνεσε προσυπογράφοντας τη διευθέτηση της Ζυρίχης-Λονδίνου. Στη συνέχεια, ο Kucuk, ο οποίος είχε στενές σχέσεις με την κυβερνώσα παράταξη (Δημοκρατικό Κόμμα) της Τουρκίας, εξέφρασε την πεποίθηση ότι οι δύο κοινότητες είχαν αποκτήσει ίσα δικαιώματα και ότι ουσιαστικά τα πλεονεκτήματα που είχαν κερδηθεί μέσω των Συμφωνιών καθιστούσαν την τουρκική κυπριακή πλευρά «κυρίαρχη» στην Κύπρο.

Αντίθετα, ο Denktas, ο οποίος ως πολιτικός καθοδηγητής της οργάνωσης ΤΜΤ βρισκόταν πιο κοντά στις θέσεις του τουρκικού στρατιωτικού κατεστημένου, ενδόμυχα δεν είχε συμφιλιωθεί με την αποκήρυξη της Διχοτόμησης. Χαρακτήρισε τις Συμφωνίες έντιμο συμβιβασμό υπό τις διεθνείς περιστάσεις: η συμπόρευσή του με τις επιλογές της τουρκικής κυβέρνησης στο Κυπριακό συνιστούσε πιθανώς μία τακτική αναδίπλωση, η οποία θα συντελούσε τουλάχιστον στην πολιτική του επιβίωση.
 

ΔΡ ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΥΟΣ
Δρ Κυπριακής Ιστορίας

Επίλογος

Ο πληθυσμός δεν συμμετείχε στη διαμόρφωση της διευθέτησης, ούτε κλήθηκε να την επικυρώσει 


Όπως γίνεται αντιληπτό, ο διακανονισμός για το Κυπριακό στα τέλη της δεκαετίας του 1950, με τον οποίο τερματίστηκε και ο Αγώνας της ΕΟΚΑ, υπήρξε απότοκος της συμβιβαστικής απομάκρυνσης των ηγεσιών των κύριων πρωταγωνιστών από τις αρχικές τους θέσεις. Στην εν λόγω αναδίπλωση συντέλεσαν συγκεκριμένες εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο, αλλά και στο εσωτερικό της Κύπρου, τη δεδομένη χρονική στιγμή.

Ο πληθυσμός του νησιού δεν συμμετείχε στη διαμόρφωση της διευθέτησης του 1959, ούτε κλήθηκε να την επικυρώσει, υπό την έννοια ότι δεν έλαβεν χώραν η συνέλευση ενός συντακτικού σώματος που θα αποτελείτο από τους αντιπροσώπους του (όπως γίνεται συνήθως κατά την ίδρυση ενός νέου κράτους). Από την άλλη, παρά τη δοτή προέλευση του συντάγματος, απαιτήθηκε η συναίνεση και νομιμοφροσύνη όλων των Κυπρίων για να μη διακυβευθεί η συμφωνηθείσα διευθέτηση.

Εντούτοις, όπως κατέδειξαν οι εξελίξεις που ακολούθησαν, το Κυπριακό δεν ρυθμίστηκε οριστικά με τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου το 1959: οι διαφορετικές επιδιώξεις των Ελλήνων και των Τούρκων της Κύπρου, οι επεκτατικές βλέψεις της Τουρκίας, καθώς και η ακαμψία, η πολυπλοκότητα και οι χωριστικές πρόνοιες του ίδιου του κυπριακού συντάγματος οδήγησαν ξανά σε προστριβές, οξύνοντας έναν φαύλο κύκλο δυσπιστίας. Συνεπακόλουθα, το 1963 η διολίσθηση στη βία ήταν ξανά γεγονός.

Εισηγήσεις προς περαιτέρω μελέτη

· Αβέρωφ-Τοσίτσα, Ε. (1982). Ιστορία Χαμένων Ευκαιριών. Β’ Έκδοση. Αθήνα: Εστία, Τόμος 2.

· Crouzet, F. (2011). Η Κυπριακή Διένεξη 1946-1954. Μτφρ. Αριστοτέλη Φρυδά. Αθήνα: ΜΙΕΤ, Τόμος 2.

· Κτωρής, Σ. (2013). Τουρκοκύπριοι: από το Περιθώριο στον Συνεταιρισμό (1923-1960). Β’ Έκδοση. Αθήνα: Παπαζήση.

· Χατζηβασιλείου, Ε. (1998). Το Κυπριακό Ζήτημα, 1878-1960: η Συνταγματική Πτυχή. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

· “Η Τελευταία Περίοδος της Αγγλοκρατίας στην Κύπρο”. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, Τόμος 16, σσ. 430-463.

· Χόλλαντ, Ρ. (2001). Η Βρετανία και ο Κυπριακός Αγώνας, 1954-1959. Μτφρ. Βίλλυ Φωτοπούλου. Αθήνα: Ποταμός.