ΕΦΕΤΕΣ ΜΕ ΠΡΟΕΔΡΙΚΗ ΒΟΥΛΑ ΘΑ ΠΡΟΚΥΨΟΥΝ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ
ΚΩΔΩΝΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΓΙΑ ΣΤΡΟΦΗ ΣΕ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΑΤΡΑΠΟΥΣ ΚΟΜΜΑΤΙΚΩΝ ΔΙΟΡΙΣΜΩΝ ΚΡΟΥΕΙ Ο ΝΟΜΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
Σε σκληρό μπρα-ντε-φερ οδήγησε Προεδρικό και Δικαστές το ερώτημα «ποια εξουσία θα προβαίνει στους διορισμούς δικαστών;». Τελικά, το δικαίωμα να διορίζει τους δικαστές του δευτεροβάθμιου οργάνου -του υπό διαμόρφωση Εφετείου που θα λειτουργήσει ως ενδιάμεση βαθμίδα στην υφιστάμενη δομή- «κλείδωσε» ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες της «Σημερινής», στο πλαίσιο της συζήτησης για τη δικαστηριακή μεταρρύθμιση, υπερίσχυσε η «κόκκινη γραμμή» του Νίκου Αναστασιάδη, παρά τις έντονες αντιδράσεις των Δικαστών, οι οποίοι διαμήνυαν αρχικά ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αποδεχτούν να διορίζονται από τον Πρόεδρο δικαστές που θα υπόκεινται στο Ανώτατο.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη «προσδίδει έστω τη δυνατότητα, η εκτελεστική εξουσία να ποδηγετήσει την ηγεσία του δικαστικού Σώματος, αν το θελήσει», δηλώνει στη «Σημερινή» ο δικηγόρος δρ Παύλος Κούρτελλος. Κάνοντας λόγο για «κρίση αποδυνάμωσης της δικαστικής εξουσίας», ο κ. Γιώργος Κολοκασίδης προειδοποιεί για το ενδεχόμενο «η Κυβέρνηση να επιχειρήσει να ελέγξει τους διορισμούς δικαστών στη νέα δεύτερη βαθμίδα» και υπομιμνήσκει ότι «αυτό θα είναι ό,τι χειρότερο». Κατευνάζοντας τις εκφρασθείσες ανησυχίες, ο κ. Μιχάλης Παπαπέτρου δηλώνει ότι «η απόφαση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση».
Οδεύουμε προς «τρισχειρότερη κατάσταση»
«Εφόσον θα υπάρχει τρίτη βαθμίδα δικαστηρίου, τότε το λογικό είναι η τρίτη βαθμίδα να επιλέγει τη δεύτερη βαθμίδα δικαστών», σχολιάζει εκ προοιμίου ο Γιώργος Κολοκασίδης. «Είναι γεγονός ότι η Δικαιοσύνη περνά κρίση», σημειώνει και συμπληρώνει ότι «ενδέχεται, μέσα σε αυτή την κρίση αποδυνάμωσης της δικαστικής εξουσίας, η Κυβέρνηση να επιχειρήσει να ελέγξει τους διορισμούς δικαστών στη νέα δεύτερη βαθμίδα».
Ως προς το ορατό πλέον ενδεχόμενο η εν λόγω πρακτική να θεσμοθετηθεί μέσω της προωθούμενης μεταρρύθμισης, ο κ. Κολοκασίδης δηλώνει στη «Σ» ότι «αυτό θα είναι ό,τι χειρότερο, διότι αν η Δικαιοσύνη έχει προβλήματα, η γενικότερη Πολιτεία είναι σε πλήρη παρακμή». Αν, όπως λέει, «καταλήξουμε στη διείσδυση της πλήρους κομματοποιημένης εκτελεστικής εξουσίας μέσα στο δικαστικό σώμα μέσα από τον έλεγχο αυτών των διορισμών, αυτό θα είναι σοβαρό και τρισχειρότερο από τη σημερινή κατάσταση».
Προς τη σωστή κατεύθυνση κινείται η απόφαση, εκτιμά ο Μιχάλης Παπαπέτρου. «Είναι η ίδια λογική που εφαρμόστηκε για το σημερινό Ανώτατο Δικαστήριο και η φιλοσοφία είναι ότι οι δικαστές πρέπει να αποκτούν, έστω και εμμέσως, μέσω ενός εκλελεγμένου Σώματος ή θεσμού, λαΐκή νομιμοποίηση», εξηγεί.
Σε σχέση με τους φόβους που εκφράζονται περί παρέμβασης της πολιτικής ή της εκτελεστικής εξουσίας στα της δικαστικής εξουσίας, ο κ. Παπαπέτρου απαντά ότι «δεν ευσταθεί, υπό την έννοια ότι οι δικαστές αυτοί, από τη στιγμή που θα διοριστούν, θα χαίρουν του ευεργετήματος της ισοβιότητας, δηλαδή θα είναι εκεί μέχρι να αφυπηρετήσουν και δεν μπορούν να τερματιστούν οι υπηρεσίες τους παρά μόνο για λόγους που καθορίζονται στη σχετική νομοθεσία και έχουν σχέση με τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους». Συμπερασματικά, καταλήγει ότι «το θέμα είναι διασφαλισμένο».
Δίκοπο μαχαίρι
Επεξηγώντας την υφιστάμενη διαδικασία, ο δρ Παύλος Κούρτελλος αναφέρει ότι «οι Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος συνήθως επιλέγει μεταξύ των Προέδρων των πρωτόδικων δικαστηρίων, λαμβάνοντας υπόψη τις συστάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου» και προσθέτει ότι το Σύνταγμα του ‘60 προνοεί για διορισμό από κοινού υπό του Προέδρου και του Aντιπροέδρου της Δημοκρατίας «για σκοπούς εξισορρόπησης της εξουσίας διορισμού».
Η επιλογή ανωτάτων δικαστικών από τον εκλελεγμένο από τον λαό ΠτΔ, συνεχίζει, «σημαίνει μια μορφή έμμεσης σύνδεσης της δικαστικής εξουσίας με τους πολίτες» και υπογραμμίζει ότι η επιλογή δικαστών είτε από την Κυβέρνηση είτε από τη Βουλή αποτελεί «διεθνή πρακτική, που μετριάζει μιαν ανέλεγκτη και αυτονομημένη εξουσία - τη δικαστική, ώστε να μη δημιουργείται ένα στεγανό μιας εκ των τριών εξουσιών και η ηγεσία του δικαστικού σώματος να μη λειτουργεί ως στεγανό με βάση εσωτερικές διαδικασίες και μόνο».
Όσον αφορά τον διορισμό των δικαστών και στο υπό σχεδιασμό δευτεροβάθμιο δικαστήριο/εφετείο από τον ΠτΔ, αναφέρει ότι «σημαίνει βεβαίως ένα υπερ-συγκεντρωτισμό της εξουσίας διορισμού». Σύμφωνα με τον δρα Κούρτελλο, «κάθε υπερ-εξουσία είναι δίκοπο μαχαίρι». Και εξηγεί: «Δίχως να σημαίνει αναγκαία την κατάχρηση της εξουσίας, προσδίδει έστω τη δυνατότητα η εκτελεστική εξουσία και μάλιστα ένα αποκλειστικά πρόσωπο, κι ας είναι αυτός ο ΠτΔ, αν το θελήσει, να ποδηγετήσει την ηγεσία του δικαστικού σώματος διαμορφώνοντας προοδευτικά την σύνθεσή της».
Χαρακτηρίζοντας ως κρίσιμο ζήτημα τον μηχανισμό ελέγχου της κάθε εξουσίας, επισημαίνει ότι ο μετριασμός του ανέλεγκτου της δικαστικής εξουσίας «δεν μπορεί να σημαίνει την υπερ-ενίσχυση έτερης των εξουσιών». Το θέμα, καταλήγει, «δεν είναι μονοσήμαντο και θα πρέπει να προσεγγιστεί στην ολότητά του, και ως προς την επιλογή της ηγεσίας του Δικαστικού Σώματος αλλά και ως προς το σημερινό σύστημα επιλογής Δικαστών».
Δεν απαντούν στις προκλήσεις
Αναφερόμενος στην έντονη συζήτηση για τη δημιουργία νέου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και ταυτόχρονα μετατροπής του υφιστάμενου Ανώτατου Δικαστηρίου σε τριτοβάθμιο, ο Γιώργος Κολοκασίδης δεν αφήνει ασχολίαστο το γεγονός ότι η Κυβέρνηση μάλιστα και το Υπουργείο Δικαιοσύνης «ενέταξαν αυτήν τη θεμελιακή αλλαγή στο πλαίσιο των νομοθετικών μέτρων που ετοιμάζει η Κυβέρνηση για να απαντήσει στην αμφισβήτηση που αντιμετωπίζει η Δικαιοσύνη».
Δηλώνει μάλιστα ότι ο ίδιος αδυνατεί να αντιληφθεί «γιατί η δημιουργία νέου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και γενικώς η διαμόρφωση τριών βαθμίδων απονομής δικαιοσύνης να συνιστά απάντηση στις προκλήσεις της δικαιοσύνης». Επί τούτου, προσθέτει ότι «δεν είναι και σαφές πώς θα λειτουργεί η τρίτη βαθμίδα». Εγείρει δε και τα ακόλουθα ερωτήματα: «Ως συνταγματικό δικαστήριο το οποίο θα έχει αποκλειστική αρμοδιότητα λύσης συνταγματικών ζητημάτων;
Δηλαδή θα παύσει να υπάρχει ο σημερινός διάχυτος και παρεμπίπτων έλεγχος που υπάρχει σε όλες τις βαθμίδες απονομής δικαιοσύνης; Θα δέχεται ο τρίτος βαθμός και εφέσεις; Αυτήν τη φορά όμως κατόπιν αδείας και ανάλογα με τους εγειρόμενους λόγους έφεσης; Ορισμένοι λέγουν ότι η διαμόρφωση τριών βαθμίδων θα καταστήσει πιο υπεύθυνη τη δεύτερη βαθμίδα αφού θα υπάρχει η τρίτη βαθμίδα δικαστών. Δεν πρέπει να γίνει τότε και τέταρτη βαθμίδα για να ελέγχει την τρίτη;».
Στη μεγάλη εικόνα, πάντως, παραπέμπουν τόσο ο κ. Κολοκασίδης όσο και ο κ. Παπαπέτρου, εξαίροντας την επιτακτική ανάγκη προώθησης των απαιτούμενων μέτρων προς εξυγίανση και εκσυγχρονισμό του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. «Τα προβλήματα της Δικαιοσύνης δεν είναι κατά την άποψή μου η σύσταση νέου Ανώτερου ή Ανώτατου Δικαστηρίου», λέει ο κ. Κολοκασίδης και υπογραμμίζει ότι «το ζήτημα είναι η προώθηση της κυοφορούμενης μεταρρύθμισης, η οποία θα εξυγιάνει την ‘ψυχή’ της Δικαιοσύνης».
Η πρόσληψη δικαστών, όπως εξηγεί, «έχει έννοια μόνο μετά από βελτιστοποίηση των διαδικασιών, ώστε να έχει διαμορφωθεί η πραγματική εικόνα των δικαστικών αναγκών».
Αξιολογώντας την παρούσα κατάσταση, θεωρεί ως πρώτιστης σημασίας να δοθεί έμφαση στην προώθηση της ψηφιακής δικαιοσύνης και στην αλλαγή των θεσμών πολιτικής δικονομίας, ενώ σημαντική είναι «σε δεύτερο επίπεδο η εξέλιξη σχολής δικαστών -αλλά και αυτή για να προετοιμάσει δικαστές να αναλάβουν τον διαχειριστικό ρόλο που τους επιφυλάσσουν οι νέοι θεσμοί πολιτικής δικονομίας». Ανάλογη είναι και η τοποθέτηση του κ. Παπαπέτρου, που δηλώνει στη «Σ» ότι «εκείνο το οποίο προέχει είναι να προχωρήσουμε αποφασιστικά στις τομές που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό του όλου συστήματος, το οποίο είναι ήδη αρκετά απαρχαιωμένο».




