Η ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΤΟΠΟ, ΤΟΥΣ ΣΥΛΛΟΓΟΥΣ ΚΑΙ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ, ΜΕΓΑΛΗ

ΑΠΟ ΜΙΚΡΗ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΠΕΡΙΤΡΑΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ΠΩΣ ΟΤΑΝ ΗΤΑΝ ΕΦΗΒΗ ΚΟΥΒΑΛΟΥΣΕ ΚΡΥΜΜΕΝΑ ΟΠΛΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ, ΕΝΩ ΟΤΑΝ ΕΙΣΕΒΑΛΕ Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΔΕΝ ΤΗΝ ΕΓΚΑΤΕΛΕΙΨΕ ΚΑΙ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ ΣΚΛΑΒΩΜΕΝΗ ΔΑΣΚΑΛΑ ΣΤΟ «ΝΤΟΟΥΜ»

Μετά την εκδίωξή της από τους Τούρκους και από το Μπέλλα Παΐς εργάστηκε σε Γυμνάσια, στο Όμοδος, στη Λάρνακα, στη Λευκωσία. Από το 1984 και μέχρι την αφυπηρέτησή της εργάστηκε στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες και στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών του Υπουργείου Παιδείας


Ακόμα ένας Κερυνειώτης δεν αξιώθηκε να ταφεί στη γενέθλια γη της μαρτυρικής πόλης. Η σεμνή και μεγαλόψυχη αγωνίστρια Στέλλα Σπύρου αναχώρησε για πάντα, στις 19 Μαΐου 2018, ημέρα Σάββατο. Γεννήθηκε (1942) και μεγάλωσε στην Κερύνεια, στην οδό Ελλάδος Αρ. 98. Γονείς της οι Γεώργιος και Ελένη Σπύρου. Απεφοίτησε από το Ελληνικό Γυμνάσιο της Κερύνειας, το 1960.

Σπούδασε στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (Ιστορικό και Αρχαιολογικό Τμήμα). Νυμφεύτηκε, είχε δυο γιους, τον Φοίβο και τον Γλαύκο, και δυο εγγονές, την Ιώ και τη Λητώ. Πρωτοδούλεψε στο Γυμνάσιο της Κερύνειας, και στη συνέχεια στο «Γυμνάσιο Μπέλλα Παΐς», μέχρι τον Ιούνιο 1976! Μετά την εκδίωξή της από τους Τούρκους και από το Μπέλλα Παΐς εργάστηκε σε Γυμνάσια, στο Όμοδος, στη Λάρνακα, στη Λευκωσία. Από το 1984 και μέχρι την αφυπηρέτησή της εργάστηκε στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες και στο Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών του Υπουργείου Παιδείας.

Μεγάλη η προσφορά της

Ποτέ της δεν σταμάτησε να γράφει, να αγωνίζεται, να αγωνιά για την Κερύνεια της. Στην καρδιά, στον λογισμό της φυλακτό η ελπίδα του γυρισμού σε μια Κερύνεια Ελληνική και Ελεύθερη. Η προσφορά της προς τον τόπο, τους συλλόγους και συνανθρώπους της πόλης της, μεγάλη. Και ποτέ της δεν έδειχνε να εγκαταλείπει την όμορφη πόλη… «ΖΟΥΣΕ κι ΑΝΕΠΝΕΕ» στην οδό Ελλάδος, Αρ. 98, στην Κερύνεια.

Σ’ όλη της τη ζωή διακρινόταν από τα ιδανικά της φιλοπατρίας και του αγωνιστικού πνεύματος που η Κερύνεια καλλιέργησε και διαφύλαξε, με τόσο ξεχωριστό τρόπο. Για τη Στέλλα η Πατρίδα ήταν πάνω απ’ όλα. Ποτέ δεν την μπέρδεψε με πρόσωπα, με κυβερνώντες, με χρήματα, με συμφέροντα. Ούτε και προσωποποίησε ποτέ τα ιδανικά της. Το πνεύμα, η ψυχή της παρέμειναν αναπόσπαστα στοιχεία του όρκου που έδωσε στην ΕΟΚΑ το 1955, όταν ήταν ακόμη μαθήτρια Γυμνασίου.

Στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ

Στην ΕΟΚΑ ορκίστηκε τον Απρίλη του 1955 κι ας ήταν τότε μαθήτρια της Τρίτης Γυμνασίου. Ήταν ανάμεσα στους πρώτους, τους διαλεχτούς της επαρχίας. Στον ίδιο αγώνα ήταν στρατευμένη και η μητέρα της, η Ελένη, αλλά κι ο δωδεκάχρονος τότε αδελφός της, ο Σπυράκης. Η συμβολή της οικογένειας στον αγώνα ξεχωριστή. Η Στέλλα δεν έμεινε μόνο στον όρκο, στη μεταφορά μηνυμάτων και στη ρίψη φυλλαδίων. Έλαβε μέρος και σε πιο δύσκολες αποστολές, μεταφέροντας οπλισμό και χειροβομβίδες. Υπήρξαν ακόμα και φορές που έκρυβε στα ρούχα της όπλα, και σε ώρες δράσης τα παρέδιδε σε συναγωνιστές της, ενώ περίμενε να τα παραλάβει μετά την εκτέλεση της επιδρομής, για να τα κρύψει.

Κατά την τουρκική εισβολή

Στις μαύρες ώρες και μέρες της τουρκικής εισβολής η Στέλλα δεν εγκατέλειψε τον τόπο που τη γέννησε, όπως έπραξαν κάποιοι! Το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974, εκείνο το καταραμένο Σάββατο, την ώρα που τα αεροπλάνα της Τουρκιάς βομβάρδιζαν την Κερύνεια, η Στέλλα έτρεξε στο υπόγειο του Γυμνασίου, στον Σταθμό της Πολιτικής Άμυνας. Έμεινε εκεί, βοηθώντας τους συμπολίτες της, την Εθνοφρουρά, ίσαμε το τέλος. Κι ας είχε τότε δυο μικρά παιδάκια, τον Φοίβο και τον Γλαύκο, 6 και 4 χρονών.

Η ηρωική αυτή ομάδα μόχθησε κι έδρασε με αυτοθυσία και τις τρεις μέρες και νύχτες του πολέμου! Προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στο 251 ΤΠ που πολεμούσε στο Πέντε Μίλι, βοηθώντας παράλληλα εθελοντές, στρατιώτες, πολίτες και γυναικόπαιδα. Έμεινε στο Γυμνάσιό της η Στέλλα, να δουλεύει με την ομάδα που φρόντιζε για τη μεταφορά τραυματιών, να έχει επαφή με τον κόσμο στα καταφύγια, στις σπηλιές, στα υπόγεια. Κύριο, ωστόσο, καθήκον εκείνων των Αγγέλων Πολιτοφυλάκων ήτανε η μεταφορά φαγητού στους στρατιώτες που πολεμούσαν στο Πέντε Μίλι και στα φυλάκια.

Μετά τον βομβαρδισμό των μαγειρείων του 251 ΤΠ, τα χαράματα εκείνου του καταραμένου Σαββάτου, την τροφοδοσία του τάγματος ανέλαβε εθελοντικά η Πολιτική Άμυνα. Οι φούρνοι της πόλης με δική τους πρωτοβουλία πιάσανε να δουλεύουν. Ετοιμάζανε οι πολιτοφύλακες ταψιά γεμάτα φαγιά και τα μετέφεραν στους φούρνους. Επέστρεφαν ψημένα τα φαγητά, μαζί με ψωμιά, τα μοιράζανε, τα φορτώνανε στ’ αυτοκίνητα και τα μετέφεραν στους 4 λόχους του 251 ΤΠ, έχοντας δίπλα τους στρατιώτη συνοδηγό. Τελικά εκείνη η ηρωική ομάδα εγκλωβίστηκε στην Κερύνεια.

Τέσσερεις μάλιστα από αυτούς τους γενναίους έδωσαν τη ζωή τους και μείνανε για πάντα στην όμορφη πόλη. Με πίκρα αναφέρω πως κανένας, μα κανένας δεν μέτρησε ούτε κι εκτίμησε ποτέ την προσφορά και τις θυσίες αυτής της ηρωικής ομάδας! Ούτε και αυτή η Διοίκηση της Πολιτικής Άμυνας! Κανένα ευχαριστώ δεν ακούστηκε ποτέ, από κανέναν, κι ας ήτανε η ενδοξότερη σελίδα εκείνων των τραγικών ημερών. Αγνωμονούσα η πατρίς, Αγνωμονούσα και η Κερύνεια!

Οι τρεις εφιαλτικές νύχτες

Τη Δευτέρα, 22 Ιουλίου, έσπασε η αμυντική γραμμή. Μπαίνανε οι Τούρκοι στην Κερύνεια κι αποφασίστηκε η διάλυση της ομάδας. Νύχτωσε κι όλη σχεδόν η ομάδα βρέθηκε στο Ντόουμ. Μόνο ένας, ο Αντρέας Καλλής, κατάφερε και διέφυγε στις ελεύθερες περιοχές. Ωστόσο η Στέλλα Σπύρου, η Νίτσα Ραγουζέου, η Γιαννούλα Κύρρη και ο υπεύθυνος του σταθμού Τάκης Κάιζερ μείνανε στο Γυμνάσιο όλη τη νύχτα. Ξημέρωνε η Τρίτη, 23 Ιουλίου, και οι τρεις κοπέλες αποφάσισαν να φύγουν για τα σπίτια τους.

Βγήκε από το υπόγειο του Γυμνασίου η Στέλλα, και έφυγε τρέχοντας μέσα από τους λεμονόκηπους της Μητρόπολης. Κατάφερε κι έφτασε στην αυλή του σπιτιού της, στην οδό Ελλάδος. Εκεί την περίμενε η μάνα της, με τα δυο παιδάκια της. Μπήκε σπίτι και τηλεφώνησε στον Κάιζερ. «Έφτασα, κι είμαι καλά». Τα τηλέφωνα δούλευαν ακόμα! Στο σπίτι της οδού Ελλάδος η Στέλλα πέρασε τραγικές στιγμές, για τρία ολόκληρα μερόνυχτα, αγκαλιά με τα παιδάκια και τη μάνα της. Ο Γιώργος, ο πατέρας της, στο Ντόουμ.

Τη μέρα οι ερπύστριες των τανκς έκαναν τους τοίχους να τρέμουν. Οι νύχτες ακόμα χειρότερες, διαρρήξεις, τουφεκιές, φωνές, στριγκλιές… Τρεις μέρες μετά, το πρωί της Παρασκευής, 26 Ιουλίου, το τζάμι της ξώπορτάς τους σπάζει... Ένα γαλάζιο περιβραχιόνιο φάνηκε... Ήταν άντρες των Η.Ε., μαζί τους κι ο Νίκος Καρεφυλλίδης, ο συναγωνιστής της στην Πολιτική Άμυνα, μα και στην ΕΟΚΑ. Τους παρέλαβε και τους πήγε στο Ντόουμ…

Έγκλειστη στο Ντοουμ

Οι εγκλωβισμένοι στο Ντόουμ πολλοί, να παρακολουθούν, να βλέπουν δακρυσμένοι τη λεηλασία και τον εποικισμό των σπιτιών τους, τον εποικισμό της Τουρκοαρπαγμένης Κερύνειας. Εδώ η Στέλλα ξαναγίνεται δασκάλα μικρών όμως παιδιών, μαζί με τον Σωτήρη Έλληνα και τον Ευστάθιο Ευσταθιάδη. Κάποτε διώχτηκαν και οι ΟΗΕδες και γίνανε τότε οι έγκλειστοι, αιχμάλωτοι των Τούρκων! Με τον καιρό οι έγκλειστοι ολοένα και λιγοστεύουν.

Πέρασε πάνω από ένας χρόνος και τον Οκτώβρη του 1975 οι τελευταίοι 33 έγκλειστοι του Ντόουμ, εκείνοι που αρνήθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη τους, μεταφέρονται ετσιθελικά από τους Τούρκους, με φορτηγό στο Μπέλλα Παΐς. Ανάμεσά τους κι η Στέλλα με τους οι γονείς και τα δυο αγοράκια της. Τα υπάρχοντά τους, όλα σε μια πλαστική σακούλα, λίγα ρούχα, 2-3 βιβλία, λίγες φωτογραφίες...

Το χωριό τουρκοστρατοκρατούμενο, οι περιορισμοί, τα προβλήματα πολλά κι αβάστακτα. Η Στέλλα εδώ, διορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας δασκάλα, στο «Γυμνάσιο Μπέλλα Παΐς». Και βρέθηκε ξανά να διδάσκει σε έγκλειστα παιδάκια μα και γυμνασιόπαιδες. Και το Μπέλλα Παΐς, ωστόσο, άρχισε σύντομα να αδειάζει. Ο «υπεύθυνος» του χωριού, Χαλίλ Εφέντης, κάθε Δευτέρα πρωί επισκέπτεται το «σχολείο» και ερωτά τη δασκάλα Στέλλα, πόσοι μαθητές μείνανε. Αγωνιούσε ο άνθρωπος, ήθελε να μάθει πότε θα «τελειώσουν και με το Μπέλλα Παΐς».

Κι ήτανε στο τέλος, τέλος η Στέλλα ανάμεσα στους τελευταίους, τους λίγους, τους ξεχωριστούς που εξαναγκάστηκε από τους Τούρκους να εγκαταλείψει, στις 28 Ιουνίου 1976, και το Μπέλλα Παΐς, δυο ολόκληρα χρόνια μετά την τουρκική εισβολή. Έζησε από κοντά όσο ελάχιστοι τον ξεσπιτωμό, τον χαμό της Κερύνειας. Ταλαιπωρήθηκε, πικράθηκε, απογοητεύτηκε.

Στην προσφυγιά

Μαρμάρωσαν όλα και βρέθηκε στη Λευκωσία, σε ένα διαμέρισμα με τις εικόνες και τα ενθύμια της Κερύνειας ολόγυρα. Πέρασε δύσκολες καταστάσεις. Έμεινε όμως πάντα όρθια να σηκώνει τον σταυρό της με αξιοπρέπεια. Και συνέχισε να μεγαλώνει τα βλαστάρια της, δίχα να σταματήσει να αγωνιά και να αγωνίζεται για την Κερύνεια. Τα άρθρα της, οι ποιητικές της συλλογές, τα βραβευμένα της συγγράμματα, τα βιβλία της, γραμμένα αποκλειστικά και μόνο για την Κερύνεια. Και όλα ξεχωριστά, υπέροχα, πολυδιαβασμένα, να συγκινούν, να εντυπωσιάζουν…

Αξιοθαύμαστος, τέλος, είναι και ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίστηκε τη βαριά της αρρώστια. Έφυγε απλά και διακριτικά όπως έζησε, με αξιοπρέπεια, χωρίς να εγκαταλείψει την ελπίδα της επιστροφής στην ελληνική της Κερύνεια. Οι ψυχές, λένε, ταξιδεύουν στους τόπους όπου έζησαν και που αγάπησαν. Κι είμαι σίγουρος, η ανήσυχη ψυχή της Στέλλας θα σεργιανίζει ελεύθερη τώρα «Επί Πτερύγων Αγγέλου» (όπως έγραψε και η ίδια) στην όμορφή μας πόλη, στους δρόμους, στα βουνά, στις θάλασσές της, παρέα με τις ψυχές των αγαπημένων συναγωνιστών της ΕΟΚΑ, εκείνες των Τεύκρου Χειμώνα, Γιαννάκη Καράσαββα, Ντίνου Κωνστάμπεη, Κώστα Χοντρόσαββα, Αντρέα Δημητριάδη, Κώστα Πλατή, των Σάββα και Έλλης Παπασάββα, Γλαύκου Χρίστη, των Κώστα Ιωαννίδη, Νίκου Μουστάκα, Μιχάλη Γεωργίου, Αιμίλιου Γεωργίου, των Μαρίνας Ταλιάνου, Ρένας Πετρίδου, του Αντρέα και της Ελενούς Καρεφυλλίδη, της Στέλλας Ιωαννίδου της φίλης της, μα και της Ελένης Σπύρου, της μάνας της. Κι είναι ακόμα μαζί της οι Πολιτοφύλακες Άγγελοι της Κερύνειας, ο Τάκης Κάιζερ, ο Γιώργος Παντέχης, ο Σίμος Σχίζας, ο Νίκος Καρεφυλλίδης, ο Κώστας Μυράνθης, ο Νίκος Νικολαΐδης, ο Ανδρέας Καλλής…

Ήτανε αλήθεια η Στέλλα, γενναία μα και σεμνή. Το τόσο λιτό βιογραφικό της, δυο γραμμές όλο κι όλο, μαζί με τους δυο στίχους της που έγραψε στο βιβλίο της «Φως Παιδείας», τα λέει όλα:

«Η Στέλλα Σπύρου γεννήθηκε στην Κερύνεια. Είναι απόφοιτος του Ελληνικού Γυμνασίου Κυρηνείας και μέλος του ΣΑΓΚ. Γράφει αποκλειστικά και μόνο για την Κερύνεια.

Οι άνθρωποι, οι εκκλησιές της,
οι θεοί και οι Άγιοι του βουνού της,
η ανάσα θάλασσα,
το έαρ των κυκλαμίνων της,
η συμφορά της εισβολής των Τούρκων του '74,
δονεί τις ψυχές,
πυρ άσβεστο,
νόστου και ελευθερίας».

Καλό σου ταξίδι, αγαπημένη κι αξέχαστή μας Στέλλα. Έφυγες πλήρης ημερών με καθαρό μυαλό, και να ‘σαι σίγουρη εμείς οι συμπολίτες σου, οι φίλοι σου, τα παιδιά, τα εγγόνια σου, κι όσοι από τους συναγωνιστές σου μείνανε, κανένας δεν πρόκειται να σε ξεχάσει. Θα βρίσκεσαι πάντα στις καρδιές μας. Σ’ ευχαριστούμε για το ήθος, για τον αγώνα σου στην πατρίδα και στη ζωή. Σ’ ευχαριστούμε για όλα. Καλό σου ταξίδι, ας είναι ελαφρύ το χώμα που θα σε σκεπάσει. Καλήν αντάμωση.

ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΕΛΕΣΙΗΣ
Εκ μέρους συναγωνιστών και φίλων