ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ, ΠΟΥ ΑΝΑΖΗΤΟΥΝ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΑΥΡΙΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΒΛΕΠΟΥΝ ΝΑ ΞΕΠΡΟΒΑΛΛΕΙ. Η ΕΛΛΕΙΨΗ ΧΩΡΟΥ ΣΤΕΓΑΣΗΣ, Η ΓΡΑΦΕΙΟΚΡΑΤΙΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΣΤΑΣΙΟΠΟΙΗΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΤΑ ΒΑΣΙΚΟΤΕΡΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΝ

Αν και οι ίδιοι φαίνεται να θέλουν να μάθουν την κουλτούρα, τη γλώσσα, να δουλέψουν και να προσφέρουν, εντούτοις η στήριξη που τους παρέχεται είναι ελάχιστη, όχι μόνο από το κράτος αλλά και από το σύνολο της κοινωνίας


H Λάουρα ήρθε από το Καμερούν στην Κύπρο για να ξεφύγει από έναν αναγκαστικό γάμο. Στα 20 της χρόνια ονειρεύεται να συνεχίσει εδώ τις σπουδές της στις επιστήμες στις οποίες έχει έφεση. Η Σελίν ταξίδεψε από το Κονγκό αφήνοντας πίσω τα δυο της παιδιά, τα οποία δεν μπορούσε να στηρίξει, για να βρει καλύτερες συνθήκες διαβίωσης στο νησί μας. Σήμερα, εννέα χρόνια μετά, η Σελίν ζει στη Λευκωσία μαζί με το τρίτο της παιδί και μαζί με δύο άλλες μητέρες με τα παιδιά τους, εξακολουθώντας να αναμένει απόφαση στην αίτηση ασύλου που έκανε από το 2009.

Αυτές και πολλές άλλες ιστορίες στοιβάζονται σε μικρά στούντιο, σε σπίτια φιλοξενίας και στο Κέντρο Φιλοξενίας στην Κοφίνου… Τραγικές φιγούρες οι άνθρωποι που ζητούν την ευκαιρία να ζήσουν, να προσφέρουν, να δημιουργήσουν ό,τι δεν μπόρεσαν στη δική τους χώρα, που όμως χάνουν σιγά-σιγά την ελπίδα τους, με αποτέλεσμα να επιθυμούν να τερματίσουν ακόμη και τη ζωή τους.

Δύο ιστορίες από τις αναρίθμητες

Η Λάουρα σπούδαζε μηχανικός στο Καμερούν. Οι συνθήκες καταπίεσης στη γενέτειρά της και ένας εξαναγκαστικός γάμος την οδήγησαν στο δικό μας νησί. Είχε μια έφεση στις επιστήμες από το γυμνάσιο, απ’ όπου αποφοίτησε με πολύ καλούς βαθμούς. Ονειρεύεται να συνεχίσει τις σπουδές της κι ενδιαφέρεται ν' ασχοληθεί με την παραγωγή βιολογικών προϊόντων με φυτικές πρώτες ύλες, όπως το ελαιόλαδο και το φοινικέλαιο. Η ίδια αναρωτιέται «γιατί οι αιτούντες άσυλο αντιμετωπίζονται ως κατώτερα όντα».

Είναι αποφασισμένη να αξιοποιήσει δημιουργικά τον χρόνο της παρακολουθώντας μαθήματα Ελληνικών και Αγγλικών, ενώ εκκρεμεί ακόμη η εξέταση της αίτησής της για άσυλο, που υπέβαλε όταν έφθασε στην Κύπρο.

«Αισθάνομαι ελεύθερη αλλά και φυλακισμένη ταυτόχρονα». Δίχως άλλη επιλογή, η Λάουρα εγκατέλειψε το χωριό της και την οικογένειά της που ήθελε να της επιβάλει τον γάμο στα 19 της χρόνια. «Δεν έχουμε δικαίωμα να αρνηθούμε, οι γονείς επιλέγουν για εμάς. Έχω δυνατότητες και όνειρα, δεν ήθελα να ζήσω φυλακισμένη σε ένα γάμο με έναν ηλικιωμένο άνδρα».

Η ζωή της στην Κύπρο στην παρούσα φάση δεν είναι αυτή που θα μπορούσε να φανταστεί. Στο σπίτι όπου διαμένει ζουν ακόμη δώδεκα άνδρες. «Η αλήθεια είναι ότι φοβάμαι, δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια», λέει.

Σε μια άλλη ιστορία, η 33χρονη Σελίν από το Κονγκό, μητέρα τριών παιδιών, αναγκάστηκε πριν από εννέα χρόνια να εγκαταλείψει μια πατρίδα σημαδεμένη από τον εμφύλιο πόλεμο, την πολιτική αστάθεια και την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ζει στη Λευκωσία με τον δίχρονο γιο της μαζί με δύο άλλες μητέρες και τα παιδιά τους.

Η Σελίν έκανε αίτηση ασύλου το 2009 και από τότε περιμένει την απόφαση στην αίτηση ασύλου της. Εξαρτάται πλήρως από το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας για να επιβιώσει, ενώ η παρατεταμένη διαδικασία ασύλου παρατείνει και την ανησυχία της για ένα αβέβαιο μέλλον, όπου τίποτα δεν μπορεί να σχεδιάσει, ούτε για την ίδια ούτε για τα παιδιά της. Ως μοδίστρα, επιθυμία της ήταν να αποκτήσει μια ραπτομηχανή για να μπορέσει να εργαστεί. Το όνειρό της για μια ραπτομηχανή πραγματοποίησε ένας συνάνθρωπός μας, όταν πληροφορήθηκε την ιστορία της.

Τα μόνα σίγουρα έσοδά της είναι τα κουπόνια που λαμβάνει από τις υπηρεσίες κοινωνικής ευημερίας και τα χρήματα που αφορούν στο ενοίκιο και τους λογαριασμούς. Η μετακίνηση αποτελεί μια επιπλέον πρόκληση αφού τα πόδια είναι το μοναδικό μέσο για την Σελίν και τον γιο της, εφόσον τα εισιτήρια του λεωφορείου αποτελούν ένα είδος πολυτελείας. «Ονειρεύομαι το γιο μου να μεγαλώνει και να γίνει γιατρός μια μέρα. Γιατρός με ειδίκευση για πρόωρα βρέφη, όπως ακριβώς γεννήθηκε ο ίδιος».

Το ζήτημα έλλειψης στέγης

Ο υψηλός αριθμός αιτητών ασύλου στην Κύπρο είναι εξαιρετικά ανησυχητικός, γεγονός που κινητοποιεί οργανωμένες ομάδες και την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους πρόσφυγες σε προειδοποιήσεις και ανακοινώσεις, ώστε οι υπεύθυνοι να λάβουν τα μέτρα τους. Η λειτουργός επικοινωνίας της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών, Αιμιλία Στροβολίδου, μίλησε στη «Σ» για τις συνθήκες στις οποίες πρέπει να επιβιώσουν οι αιτητές ασύλου, για τις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στην εξέταση των υποθέσεών τους αλλά και την κυπριακή κοινωνία που τείνει στην πλειοψηφία να κρατά τις αποστάσεις της απέναντι στα άτομα αυτά.

«Όσον αφορά το θέμα της στέγασης, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες είναι σε θέση να γνωρίζει πολλές υποθέσεις που αφορούν άστεγους άντρες, γυναίκες και οικογένειες με μικρά παιδιά από διάφορες χώρες, όπως Συρία, Καμερούν, Σομαλία και Ιράκ. Μπορεί να στεγάζονται προσωρινά με συγγενείς, φίλους ή και αγνώστους σε πολύ μικρά και υπερπλήρη στούντιο, που δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως αξιοπρεπής στέγαση. Μερικοί αναγκάζονται να κοιμούνται στο πάτωμα και χωρίς πρόσβαση σε ντους και τουαλέτες, είναι ιδιαίτερα ευάλωτα άτομα, με αναπηρίες και άλλα προβλήματα υγείας». Η κ. Στροβολίδου επεσήμανε επίσης τον ψυχολογικό παράγοντα που επηρεάζει πολύ τα άτομα αυτά. «Το θέμα της στέγασης αποτελεί αιτία σοβαρής ανησυχίας και έχει οδηγήσει ορισμένους αιτητές ασύλου σε απόπειρες αυτοκτονίας. Το πρόβλημα έχει κλιμακωθεί από την αρχή του έτους, επιδεινώνοντας τις ήδη δύσκολες συνθήκες διαβίωσης που αντιμετωπίζουν οι αιτητές ασύλου που ζουν εκτός του κέντρου Υποδοχής στην Κοφίνου. Παρόλο που ο κυπριακός νόμος για τους Πρόσφυγες προβλέπει την άμεση πρόσβαση των αιτητών ασύλου στη στέγαση και την κοινωνική αρωγή μόλις υποβάλουν τις αιτήσεις ασύλου στις Αρχές, εντούτοις το υφιστάμενο σύστημα δεν ικανοποιεί αυτά τα θεμελιώδη δικαιώματα, θέτοντας σε κίνδυνο ορισμένα άτομα». Για το ζήτημα της στέγασης και του χρονοβόρου της διαδικασίας ζητήθηκε η τοποθέτηση του Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο δεν έδωσε τις απαντήσεις μέχρι τη στιγμή συγγραφής του συγκεκριμένου ρεπορτάζ. Η εφημερίδα όμως επιφυλάσσεται να δημοσιοποιήσει τη θέση του, σε επόμενη έκδοση.

Καθυστερήσεις στην καταγραφή αιτήσεων

Ένα από τα κύρια προβλήματα που επισημαίνεται είναι οι καθυστερήσεις στην καταγραφή των αιτήσεων, οι οποίες με τη σειρά τους δημιουργούν εμπόδια στην πρόσβαση στην κοινωνική πρόνοια.

«Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να παρέχεται ένα μικρό ποσοστό έκτακτης ανάγκης, το οποίο αποσκοπεί να καλύψει τις άμεσες ανάγκες μέχρι να εξεταστεί και να τεθεί σε ισχύ η αίτηση της κοινωνικής πρόνοιας. Ωστόσο, το ποσό αυτό μπορεί να καλύψει μόνο βασικές ανάγκες, για λίγες ημέρες και η εξέταση αιτήσεων κοινωνικής πρόνοιας συνήθως διαρκεί αρκετές εβδομάδες ή και μήνες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα άτομα και οικογένειες να παραμένουν άστεγοι και να εξαρτώνται απόλυτα από την καλή θέληση πολιτών και τη στήριξη ενός μικρού αριθμού φιλανθρωπικών οργανώσεων που έχουν οι ίδιες περιορισμένους πόρους».

Η συντονίστρια των ανεξάρτητων Εθελοντών των Εθελοντικών Οργανώσεων του Κέντρου Υποδοχής, Νατάσα Γεωργίου, επιβεβαίωσε τις δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης των αιτούντων άσυλο, τονίζοντας την ανεπάρκεια του κράτους να εντάξει ορθά τα άτομα αυτά στην κοινωνία, ώστε να είναι αξιοποιήσιμα.

«Η διαβίωσή τους στηρίζεται στην ευγενή προσφορά του κόσμου. Εμείς ακούμε μόνο υποσχέσεις πάνω στις υποσχέσεις. Εξακολουθώ να πηγαίνω δύο φορές την εβδομάδα στο Κέντρο Υποδοχής να δίνω χαρτί τουαλέτας, σερβιέτες, κουβέρτες και ό,τι άλλο χρειάζεται και ό,τι άλλο έχουμε μαζέψει εμείς οι εθελοντές. Δυστυχώς, ένα πρόγραμμα ένταξης δεν υπάρχει, εκτός από κάποια περιστασιακά προγράμματα. Εμείς σαν εθελοντές προσπαθούμε να δώσουμε ό,τι μπορούμε και να ενισχύσουμε την ομάδα μας, αλλά, δυστυχώς, χωρίς τη στήριξη του κράτους, τα άτομα αυτά δεν θα δουν ουσιαστική βοήθεια».

Η ομάδα Kofinou We Care - Volunteer’s support συχνά ανακοινώνει τις βασικές ανάγκες στη σελίδα τους στο Facebook, τις οποίες καλύπτουν όποιοι συνάνθρωποί μας μπορούν να συνεισφέρουν.

«Τους κρατούν σε απόσταση»

Ένα άλλο θέμα που αντιμετωπίζουν οι αιτητές ασύλου, είναι αυτό της ένταξης στην κοινωνία. Αν και οι ίδιοι φαίνεται να θέλουν να μάθουν την κουλτούρα, τη γλώσσα, να δουλέψουν και να προσφέρουν, εντούτοις η στήριξη που τους παρέχεται είναι ελάχιστη, όχι μόνο από το κράτος αλλά από το σύνολο της κοινωνίας. «Δυστυχώς αντιμετωπίζουν τον ρατσισμό, το bullying από πολλούς συμπατριώτες μας», ανέφερε χαρακτηριστικά η συντονίστρια των ανεξάρτητων Εθελοντών των Εθελοντικών Οργανώσεων του Κέντρου Υποδοχής, Νατάσα Γεωργίου.

Δυσκολεύονται να βρουν οποιαδήποτε δουλειά, σπίτι, φίλους… ανταπόκριση στη ζωή. «Η αλήθεια είναι ότι η κυπριακή κοινωνία τούς κρατά σε μιαν απόσταση και αυτό τους κάνει να κλείνονται ακόμη περισσότερο στον εαυτό τους, με όποια προβλήματα μπορεί να αναπτύσσονται». Η απόρριψη που νιώθουν σε συνδυασμό με όλα τα εμπόδια που βρίσκουν, τους οδηγεί σε απόγνωση σε σημείο μάλιστα να μη θέλουν να ζουν, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η ανακοίνωση της Υπάτης Αρμοστείας. «Πολλοί αιτητές οδηγήθηκαν σε απόπειρες αυτοκτονίας θεωρώντας ότι δεν υπάρχει νόημα να ζουν άλλο μια τέτοια ζωή», κατέληξε.