ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΩΡΓΗΣ: ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ ΝΑ ΜΕΛΕΤΗΣΟΥΜΕ ΕΙΣ ΒΑΘΟΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΤΛΗΣΟΥΜΕ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ

ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΚΡΙΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΕΛΛΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΑΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΥΠΡΟΥ-ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΕΚΑΤΟ ΕΝΑΤΟ ΑΙΩΝΑ, Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΕΚΑΝΕ ΑΡΚΕΤΑ ΣΦΑΛΜΑΤΑ, ΕΝΩ Η ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΤΑΚΤΙΚΗ ΒΑΣΙΖΟΤΑΝ ΣΤΗΝ ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΕΚΒΙΑΣΤΙΚΑ ΤΕΛΕΣΙΓΡΑΦΑ

«Οι Έλληνες πρόξενοι διαδραμάτισαν μεγάλο και σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση του κυπριακού Ελληνισμού, στην ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και στη στερέωση των δεσμών Ελλάδας-Κύπρου», υποδεικνύει ο Καθηγητής


Την ανάγκη εις βάθους μελέτης της ιστορίας μας τονίζει, μεταξύ άλλων, σε συνέντευξή του στη «Σημερινή» της Κυριακής, ο Καθηγητής και πρώην Πρέσβης της Κύπρου στην Ελλάδα, Γιώργος Γεωργής, με αφορμή την παρουσίαση του τελευταίου του βιβλίου «Η Ίδρυση και λειτουργία του Ελληνικού Υποπροξενείου στην Κύπρο 1833-1864 / Μία ενδεικτική πτυχή των ελληνοτουρκικών σχέσεων».

«Η μελέτη της ιστορίας των ελληνοτουρκικών σχέσεων προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη για την κατανόηση της στάσης της Τουρκίας απέναντι στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Χρόνιες προκαταλήψεις οικοδομούν μιαν αντιπαράθεση που αποβαίνει βλαπτική για όλους τους εμπλεκομένους», υποδεικνύει. Αναφερόμενος, δε, στις κρίσεις μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας κατά τον 19ον αιώνα, εκφράζει την άποψη πως «σ’ όλες αυτές τις κρίσεις μπορεί να διακρίνει κανείς από τη μια τα σφάλματα της ελληνικής διπλωματίας και των Ελλήνων πολιτικών και από την άλλη την οθωμανική τακτική που στηρίζεται στην αλαζονεία της δύναμης και στα εκβιαστικά τελεσίγραφα. Η τουρκική διπλωματία δεν έχει αλλάξει, μάλλον επιστρέφει συνεχώς στις οθωμανικές πρακτικές», προσθέτει, ενώ εκφράζει την προσωπική του άποψη πως οι σχέσεις Ελλάδος-Τουρκίας και Κύπρου-Τουρκίας μπορούν να βελτιωθούν, αλλά μετά την αποχώρηση του Τούρκου Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Κύριε Γιωργή, πριν από μερικούς μήνες κυκλοφόρησε το νέο σας βιβλίο «Η ίδρυση και λειτουργία του Ελληνικού Υποπροξενείου στην Κύπρο 1833-1864». Τι σας ώθησε στο να διερευνήσετε αυτήν την πτυχή των ελληνοτουρκικών σχέσεων;

Αφετηρία ήσαν όσα ανέφερε ο σπουδαίος ιστοριοδίφης Νεοκλής Κυριαζής στο περιοδικό «Κυπριακά Χρονικά» για την ίδρυση του πρώτου ελληνικού προξενείου στην Κύπρο. Ασχολούμαι με το θέμα της ελληνικής προξενικής παρουσίας στην Κύπρο από το 1844 μέχρι το 1959, οπότε το Γενικό Προξενείο αναβαθμίστηκε σε Πρεσβεία και το Γενικό Προξενείο έγινε μια από τις υπηρεσίες της, για 40 περίπου χρόνια. Είναι ο βασικός άξονας των ερευνητικών μου ενδιαφερόντων, που εστιάζονται στην ελληνική διπλωματική ιστορία και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις κατά τον 19ον αιώνα. Το βιβλίο ασχολείται με την πρώτη ελληνική διπλωματική παρουσία στην Κύπρο, γι’ αυτό θεωρώ εξαίρετη τιμή το γεγονός ότι θα το παρουσιάσει ο Πρέσβης της Ελλάδας και θα χαιρετίσουν ο Υπουργός Εξωτερικών και ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου.

Με βάση τη μελέτη σας, τι συμπεράσματα εξάγονται όσον αφορά τις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας εκείνη την εποχή;

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν από την αρχή προβληματικές. Η Ελλάδα ήταν το πρώτο κράτος που δημιουργήθηκε με απόσπαση από τα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό δημιούργησε ένα είδος ιστορικής μνησικακίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Σουλτάνος αρνήθηκε επίμονα να δεχθεί τα διαπιστευτήρια του πρώτου Έλληνα πρέσβη που έφτασε στην Κωνσταντινούπολη.

Από την άλλη, στο αρτισύστατο ελληνικό κράτος διέμεναν πολύ λιγότεροι Έλληνες απ' όσους κατοικούσαν στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από την Κύπρο μέχρι τον Πόντο και από την Κρήτη στα παράλια της Μικράς Ασίας, στα νησιά του Αιγαίου, στην Ήπειρο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη. Οι υπόδουλοι Έλληνες θεωρούσαν τους εαυτούς τους αλύτρωτους, που με βάση την αρχή του έθνους - κράτους έπρεπε να ενσωματωθούν στην Ελλάδα. Στις περιοχές αυτές αναπτυσσόταν ως ιδεολογικό κίνημα ο αλυτρωτισμός, τον οποίο εγκολπωνόταν η Αθήνα ως μεγαλοϊδεατισμό. Έτσι στις σχέσεις Ελλάδας - Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπήρχε μια καχυποψία, μια ένταση που κορυφώθηκε αρκετές φορές με διακοπή των διπλωματικών τους σχέσεων.

Οι μεγάλες δυνάμεις

Βέβαια μέσα από το πόνημά σας αναδεικνύετε και τη στάση που τηρούσαν οι Μεγάλες Δυνάμεις τής τότε εποχής, ενώ φέρνετε στο φως και αθέατες πτυχές της νεότερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας.

Στο βιβλίο υπάρχουν πολλές πληροφορίες για την εγκαθίδρυση των διπλωματικών σχέσεων ανάμεσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στην Ελλάδα, τις δυσκολίες και τα εμπόδια για την ίδρυση του ελληνικού προξενείου στη Λάρνακα, τις επιπτώσεις πάνω στους Έλληνες υπηκόους που ζούσαν στην Κύπρο κατά τη διάρκεια πολιτικών ή πολεμικών συγκρούσεων με την Πύλη, τις επεμβάσεις των ξένων Δυνάμεων στην εκτόνωση των διαφόρων κρίσεων και το έργο των ξένων προξένων. Η Λάρνακα, που ήταν η έδρα των ευρωπαϊκών προξενείων, λειτουργούσε ως μικρογραφία της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής.

Ο ρόλος των προξένων

Βάσει της δικής σας μελέτης, ποιος ήταν ο ρόλος που διαδραμάτισαν την τότε εποχή οι πρώτοι Υποπρόξενοι στην Κύπρο και πόσο σημαντική ήταν η συμβολή τους στο να αναστραφεί η υποτίμηση του Υποπροξενείου από το Ελλαδικό Κέντρο;

Οι Έλληνες πρόξενοι διαδραμάτισαν μεγάλο και σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση του κυπριακού Ελληνισμού, στην ανάπτυξη της ελληνικής παιδείας και στη στερέωση των δεσμών Ελλάδας - Κύπρου. Φτάνει να διαβάσει κανείς τον ενθουσιασμό που επικράτησε κατά την άφιξη του Δημήτριου Μαργαρίτη, του πρώτου Έλληνα υποπρόξενου και τη χαρά των κατοίκων για την ύψωση για πρώτη φορά ελληνικής σημαίας στην Κύπρο. Ίσως μοναδική περίπτωση αρνητικής προξενικής παρουσίας ήταν εκείνη του Άγγελου Βλάχου κατά την περίοδο του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ. Φτάνει να διαβάσει κανείς τα απομνημονεύματά του για ν’ αντιληφθεί την παραπληροφόρηση που διοχέτευσε προς την τότε ελληνική Κυβέρνηση.

Οι μεγάλες κρίσεις και τα… μαθήματα

Πέραν των προαναφερθέντων πτυχών-σημείων, μέσα από τη νέα αυτή σας έκδοση περιγράφετε, και μάλιστα αναλυτικά, διεθνείς κρίσεις, όπως τα Μουσουρικά. Πιστεύετε ότι οι Έλληνες, τόσο σε Ελλάδα όσο και σε Κύπρο, έχουν διδαχθεί από την ιστορία τους ή επαναλαμβάνουν και πιθανότατα θα συνεχίσουν να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη;

Οι μεγάλες κρίσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις κατά το 19ον αιώνα, που οδήγησαν σε διακοπή των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ήταν τα Μουσουρικά το 1847, ο Κριμαϊκός Πόλεμος το 1854, η Κρητική Επανάσταση το 1866 και ο πόλεμος του 1897. Σ’ όλες αυτές τις κρίσεις μπορεί να διακρίνει κανείς από τη μια τα σφάλματα της ελληνικής διπλωματίας και των Ελλήνων πολιτικών και από την άλλη την οθωμανική τακτική που στηρίζεται στην αλαζονεία της δύναμης και στα εκβιαστικά τελεσίγραφα. Η τουρκική διπλωματία δεν έχει αλλάξει, μάλλον επιστρέφει συνεχώς στις οθωμανικές πρακτικές.

Οι ευρωπαϊκές δυνάμεις προέκριναν πάντα την τακτική του κατευνασμού της Τουρκίας στο όνομα του εξευρωπαϊσμού της. Με τη Συνθήκη των Παρισίων το 1856, για παράδειγμα, αρχίζει η πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη (που συνεχίζεται μέχρι σήμερα) με υποβάθμιση των δικαίων των άλλων βαλκανικών κρατών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Έλληνας επιτετραμμένος στην Κωνσταντινούπολη το 1858 έγραφε προς το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών ότι οι απόψεις των Ευρωπαίων πρέσβεων στην Τουρκία συνέκλιναν ότι «η Τουρκία εις το εξής είναι ανάγκη πάσα να έχει πάντοτε δίκαιον, διότι αλλιώς το οικοδόμημα της Συνθήκης του 1856 δεν στηρίζεται».

Η μελέτη της ιστορίας των ελληνοτουρκικών σχέσεων προβάλλει ως επιτακτική ανάγκη για την κατανόηση της στάσης της Τουρκίας απέναντι στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Χρόνιες προκαταλήψεις οικοδομούν μιαν αντιπαράθεση που αποβαίνει βλαπτική για όλους τους εμπλεκομένους.

Πιστεύετε ότι οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αλλά και Κύπρου - Τουρκίας, μπορούν κάποτε να βελτιωθούν και οι χώρες αυτές να συνεργαστούν;

Προσωπική άποψη. Σίγουρα μπορούν να βελτιωθούν οι σχέσεις με την Τουρκία, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει με πρόεδρο τον Ερντογάν. Ούτε στην Κύπρο θα έχουμε θετικές προσεγγίσεις και αποτελέσματα όσο η τουρκοκυπριακή ηγεσία λειτουργεί ως εντολοδόχος και του Τούρκου Προέδρου.

Η παρουσίαση

Μεθαύριο θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου σας, κατά τη διάρκεια της οποίας, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα τιμηθείτε για την προσφορά σας στην παιδεία και στον πολιτισμό. Τι σημαίνει για σας αυτή η τιμή, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεν είναι η πρώτη;

Πραγματικά ευχαριστώ το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού γι’ αυτήν την απόφαση. Είναι για μένα ιδιαίτερα συγκινητικό στα 70 μου χρόνια. Δεν είναι νομίζω υπερβολή να πω ότι εδώ και 40 χρόνια αφιερώθηκα στη μελέτη και προβολή της ιστορίας και του πολιτισμού της Κύπρου. Θεωρώ ως το σημαντικότερο κομμάτι της ζωής μου την ίδρυση και λειτουργία του Σπιτιού της Κύπρου. Αφοσιώθηκα σ’ αυτήν την προσπάθεια και κέρδισα φίλους αγαπημένους και αναγνώριση από σημαντικούς ανθρώπους των Γραμμάτων, των Τεχνών και της πολιτικής.

Είναι πραγματικά μεγάλη τιμή που για την εκδήλωση της Τρίτης έστειλαν οπτικογραφημένα μηνύματα ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος, με τον οποίο συνδεθήκαμε λόγω της κοινής αγάπης προς το Σεφέρη, ο ακαδημαϊκός Θανάσης Βαλτινός, ο ποιητής Τίτος Πατρίκιος και άλλοι. Η μεγαλύτερή μου περγαμηνή από την Αθήνα είναι οι φίλοι μου. Το Σπίτι της Κύπρου μού έδωσε γνωριμίες με τον Ελύτη, τον Ρίτσο, τον Καμπανέλλη, τον Κακογιάννη, τον Δημήτρη Δασκαλόπουλο, τον Γιάννη Ψυχοπαίδη και πολλούς άλλους. Έδωσα χρόνο πολύ, μα πήρα πολύ περισσότερα.

*** Σημειώνεται πως η παρουσίαση του βιβλίου του Καθηγητή και πρώην Πρέσβη της Κύπρου στην Ελλάδα θα γίνει μεθαύριο Τρίτη, 20 Μαρτίου, στις 7.00 μ.μ., στη Δημοσιογραφική Εστία στη Λευκωσία.