Ο ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΣΟΥΡΜΕΛΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΤΑΛΕΝΤΑ ΠΟΥ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ ΑΔΙΚΟΥΝΤΑΙ

ΣΠΟΥΔΑΣΕ ΘΕΑΤΡΟ, ΧΟΡΟ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΟ ΜΙΟΥΖΙΚΑΛ, ΚΙ ΑΝ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΔΕΝ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΝΤΑΙ ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΝΑ ΑΝΑΔΕΙΞΕΙ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΤΟΥ ΤΑΛΕΝΤΟ, ΕΝΤΟΥΤΟΙΣ ΔΕΝ ΠΑΡΑΠΟΝΙΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΜΕ ΘΕΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ

«Πιστεύω πολύ ότι το επίπεδο πολιτισμού μιας χώρας είναι ενδεικτικό στοιχείο του επιπέδου ανάπτυξής της. Θεωρώ ότι ο βασικός τρόπος αναστροφής αυτής της κατάστασης είναι να εξελιχθούμε πνευματικά, να επιδιώξουμε ουσιαστική παιδεία ως πολίτες, ως νέοι, ως γονείς και εκεί είναι που θα διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο οι τέχνες»


Εν έτει 2018 η ύπαρξη ενός Μεγάρου Μουσικής ή μίας Λυρικής Σκηνής, ή έστω μίας Εθνικής Σχολής Θεάτρου ή και Κρατικής Χορωδίας στερεί από τον τόπο μας αυθεντικά ταλέντα, τα οποία στην πλειονότητά τους αναζητούν την τύχη τους στο εξωτερικό. Ένα από αυτά τα ταλέντα είναι και ο Θεόδωρος Σουρμελής, ο οποίος αγαπάει το μιούζικαλ. Έχει σπουδάσει θέατρο, χορό και τραγούδι και, λόγω των λίγων ευκαιριών στη χώρα μας, για να ξεδιπλώσει το ταλέντο του ζούσε, για έξι χρόνια, μόνιμα στην Ελλάδα.

Το τελευταίο διάστημα, όμως, επέστρεψε στην Κύπρο, αν και ξέρει ότι οι προοπτικές ανέλιξης είναι ελάχιστες έως και μηδαμινές, αφού και στην Αθήνα που ήταν, τα πράγματα δεν ήταν και τόσο καλά. Παρά το γεγονός πως οι ευκαιρίες που του δίδονται δεν ανταποκρίνονται πλήρως στο στοιχείο που αγαπά, εντούτοις μελετά, συζητά και αναπτύσσει διάφορες συνεργασίες, αφού μέσα από αυτές αρχίζει να γίνεται ακόμη γνωστότερος. Στη συνέντευξή του στη «Σημερινή» της Κυριακής εξηγεί γιατί, αφού ήξερε ότι οι προοπτικές ανέλιξής του ήταν ελάχιστες, εντούτοις επέλεξε το μιούζικαλ, ενώ αναπτύσσει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αναστραφεί η σημερινή εικόνα.

Θεόδωρε, είσαι ένα από τα πολλά ταλέντα της χώρας μας, τα οποία, ομολογουμένως, αδικούνται, λόγω και της φύσεως του επαγγελματικού προσανατολισμού. Πώς επέλεξες να ασχοληθείς με το μιούζικαλ, το θέατρο και τον χορό, αφού οι προοπτικές ανέλιξης στην Κύπρο είναι ελάχιστες;

Κατ' αρχήν να πούμε εδώ ότι το μιούζικαλ είναι ένα είδος θεάτρου που συνδυάζει την υποκριτική, τον χορό και το τραγούδι, με τέτοιο τρόπο, που η καθεμιά από αυτές τις τρεις τέχνες, μαζί ή ξεχωριστά, προχωρούν την πλοκή του έργου. Το είδος αυτό έχει τις ρίζες του στο αρχαίο ελληνικό δράμα κι έχει πολλές ομοιότητες κατ’ ακρίβειαν. Συγγενικά του είδη είναι η όπερα, η οπερέτα, το καμπαρέ. Το μιούζικαλ εξελίχθηκε στην Αμερική και την Αγγλία κατά τον 20όν αιώνα. Στην Κύπρο, η αλήθεια είναι ότι δεν βλέπουμε να ανεβαίνουν συχνά μιούζικαλ και οι λόγοι είναι πολλοί. Τα μιούζικαλ απαιτούν, συνήθως, υψηλό προϋπολογισμό, μεγάλο κοινό, μεγάλα θέατρα και κυρίως ειδικά εκπαιδευμένους συντελεστές. Επέλεξα, λοιπόν, να σπουδάσω μιούζικαλ γιατί με μάγευε ο συνδυασμός αυτών των τριών τεχνών.

Από παιδί θαύμαζα τους καλλιτέχνες που μπορούσαν να παίξουν, να χορέψουν και να τραγουδήσουν, Έλληνες και ξένους. Οπότε απλώς έκανα αυτό που ονειρευόμουν να κάνω. Στην Αθήνα το μιούζικαλ γνωρίζει τεράστια άνθηση τα τελευταία χρόνια και εγώ ήμουν εκεί τα τελευταία έξι χρόνια. Σπούδασα σε μια καταπληκτική σχολή και εργάστηκα σε παραγωγές εκεί. Στην Κύπρο, προς το παρόν, πιο συχνά ανεβαίνουν μουσικές παραστάσεις ή παραστάσεις χορού ή παραστάσεις θεάτρου, όπου ο ηθοποιός πιθανώς να καλείται να χορέψει ή να τραγουδήσει. Οπότε πάντα υπάρχουν προοπτικές αν μπορείς να δεις τα πράγματα με θετική ματιά.

Το γεγονός, όμως, ότι στη χώρα μας δεν υπάρχουν και τόσες πολλές προοπτικές, δεν σε προβληματίζει; Υπάρχει, πιστεύεις, τρόπος αναστροφής αυτής της κατάστασης;

Με προβληματίζει πολύ, αλλά όχι ακριβώς όπως το θέτεις. Στην Κύπρο εν έτει 2018 και παρόλη την τόσο μακραίωνη ιστορία μας, είμαστε ίσως το μόνο ευρωπαϊκό κράτος που δεν έχει ακόμα μέγαρο μουσικής, λυρική σκηνή, εθνική σχολή θεάτρου, κρατική χορωδία. Οι περισσότεροι Κύπριοι καλλιτέχνες που εξειδικεύονται στο κλασικό τραγούδι, στον κλασικό χορό, στο μιούζικαλ, σπουδάζουν και αναγκάζονται να αναζητήσουν ευκαιρίες εργασίας στο εξωτερικό. Πιστεύω πολύ ότι το επίπεδο πολιτισμού μιας χώρας είναι ενδεικτικό στοιχείο του επιπέδου ανάπτυξής της.

Θεωρώ ότι ο βασικός τρόπος αναστροφής αυτής της κατάστασης είναι να εξελιχθούμε πνευματικά, να επιδιώξουμε ουσιαστική παιδεία ως πολίτες, ως νέοι, ως γονείς και εκεί είναι που θα διαδραματίσουν καταλυτικό ρόλο οι τέχνες. Το έχουμε μεγάλη ανάγκη σαν λαός. Εξάλλου, όποτε έρχονται ξένοι θίασοι στην Κύπρο, με πρόσφατο παράδειγμα το «Mamma Mia!» στο Παττίχειο, ο κόσμος δείχνει να διψά για τέτοια θεάματα, οπότε ίσως έχει έρθει ο καιρός να κάνουμε και δικές μας αντίστοιχες παραγωγές.

Τι είσαι περισσότερο; Χορευτής, ηθοποιός, τραγουδιστής;

Όπως είπα και πριν, το μιούζικαλ συνδυάζει τις τρεις αυτές τέχνες μαζί. Στη σχολή όπου σπούδασα, εκπαιδευόμασταν για τρία χρόνια, οκτώ ώρες την ημέρα σε πολλά είδη χορού με βάση τους τον κλασικό, πολλές ώρες υποκριτική, ιστορία του θεάτρου, τραγούδι, χορωδιακό τραγούδι και μουσική θεωρία. Συνεπώς δεν μπορώ να ξεχωρίσω σε μένα ένα από αυτά, τουλάχιστον δεν μπορώ να το κρίνω εγώ απόλυτα. Βέβαια, σε σύγκριση με κάποιον που εξειδικεύτηκε μόνο σε μία από αυτές τις τέχνες, τις περισσότερες φορές νιώθω να υπερισχύουν σε μένα πάντα οι άλλοι δύο ρόλοι μου.

Παρά το νεαρό της ηλικίας σου, έχεις να επιδείξεις αρκετά σημαντική σκηνική εμπειρία. Από τις μέχρι σήμερα συνεργασίες σου -παραστάσεις όπου έλαβες μέρος- ποια ξεχωρίζεις;

Νιώθω πολύ τυχερός γιατί είχα την τιμή να συνεργαστώ με σπουδαίους καλλιτέχνες στο θέατρο στην Ελλάδα και την Κύπρο και να εξελιχθώ δουλεύοντας μαζί τους. Μερικές από τις συνεργασίες που ξεχωρίζω είναι η παράσταση «Ας Ερχόσουν για λίγο» (Δημήτρης Μαλισσόβας, Άννα Αθανασιάδη) το 2015 και 2016 με πρωταγωνιστές τους Γιάννη Μπέζο, Ευρυδίκη, Τάνια Τρύπη, Ανδριάνα Μπάμπαλη, το show «Cabaret Chaotique» την ίδια χρονιά με τη Νίνα Λοτσάρη και την Demy, το γνωστό μιούζικαλ «Μελωδία της Ευτυχίας» (Θέμιδα Μαρσέλου) με τη Νάντια Κοντογεώργη το 2014, τις συνεργασίες μου με τη χορογράφο Wendy Gibbins στα έργα «Φιλί στα Φτερά της» και «Ανήσυχες Σκιές», τη συμμετοχή μου στο παιδικό γκρουπ Xanazoo και τις τελευταίες μου δουλειές εδώ στην Κύπρο: «Η Κλυταιμνήστρα στον Άδη» σε σκηνοθεσία Μάριου Θεοχάρους και το «Εν να σε κάμω πεθερά τζι’ ας είσαι γιναξίνα», μια υπέροχη κυπριακή κωμωδία της Κρίστιας Παντελή.

Ετοιμάζεις κάτι άλλο αυτόν τον καιρό; Αν ναι, μπορείς να κάνεις μια μικρή αποκάλυψη περί τίνος πρόκειται;

Για το επάγγελμά μας αυτή η συγκεκριμένη περίοδος είναι η περίοδος που κλείνονται νέες συνεργασίες, που γίνονται ακροάσεις και πρόβες για παραστάσεις που προορίζονται να ανέβουν για το υπόλοιπο της θεατρικής σεζόν (που είναι μέχρι τέλη Μαΐου). Έχω ήδη κλείσει κάποιες δουλειές στην Κύπρο, που δεν είμαι σε θέση ακόμα να ανακοινώσω. Παράλληλα, όμως, κρατώ ανοιχτούς τους ορίζοντές μου για Αθήνα. Παράλληλα με τις παραστάσεις, θα ήθελα να αναφέρω ότι διδάσκω μιούζικαλ στα ανοιχτά μαθήματα του Δήμου Λεμεσού και έχω τη δική μου ραδιοφωνική εκπομπή με τίτλο «Στην Κουίντα», στο τοπικό ραδιόφωνο CUT RADIO του ΤΕΠΑΚ στη Λεμεσό, όπου έχω καλεσμένους σημαντικούς ανθρώπους των Τεχνών από Ελλάδα και Κύπρο και μας ακούτε ζωντανά στους 95.2 και στο www.cut-radio.org κάθε Τρίτη, στις 7μ.μ. Μπορεί όποιος θέλει να ενημερωθεί για όλα αυτά και μέσα από τους προσωπικούς μου λογαριασμούς μου στο facebook και Instagram.

Θεόδωρος Σουρμελής

Ο Θεόδωρος Σουρμελής γεννήθηκε στις 3 Σεπτεμβρίου 1987 κι είναι απόφοιτος της Επαγγελματικής Σχολής Μουσικού Θεάτρου (PM.T.TP.) στην Αθήνα. Στον κύκλο σπουδών του περιλαμβάνονται: χορός (μπαλέτο, σύγχρονος χορός, jazz και κλακέτες), υποκριτική, μουσική και τραγούδι (βαρύτονος). Μιλάει ελληνικά, αγγλικά και ισπανικά. Έχει αποφοιτήσει από το Λύκειο Αποστόλων Πέτρου και Παύλου στη Λεμεσό και έχει πτυχίο πολιτικού μηχανικού (University of Bristol) και ΤΕ.ΠΑ.Κ.