Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ, ΟΙ ΣΤΟΧΟΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΒΙΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ
Ο ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΛΩΣ ΜΙΑ ΛΕΚΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ Ή ΜΙΑ ΕΠΙΔΕΙΚΤΙΚΗ ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ, ΕΝΩ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΕΤΑΤΡΑΠΕΙ ΣΕ ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΒΙΑ
Η ψυχοσωματική ανάπτυξη των παιδιών-θυμάτων επηρεάζεται άμεσα, ενώ οι δυσάρεστες επιπτώσεις από τον σχολικό εκφοβισμό δεν περιορίζονται στα εμπλεκόμενα μέλη, αλλά επεκτείνονται στην ευρύτερη κοινωνία
Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις σε όλον τον κόσμο. Τα ποσοστά στην Κύπρο, αν και είναι χαμηλά, εντούτοις είναι αξιοσημείωτα αφού τα τελευταία χρόνια η τάση αυξάνεται συνεχώς. Τονίζεται πως ο εκφοβισμός μπορεί να είναι απλώς μια λεκτική επίθεση ή μια επιδεικτική περιφρόνηση, ενώ μπορεί να μετατραπεί σε σωματική βία. Πάντως, η ψυχοσωματική ανάπτυξη των παιδιών-θυμάτων επηρεάζεται άμεσα. Οι δυσάρεστες επιπτώσεις από τον σχολικό εκφοβισμό δεν περιορίζονται στα εμπλεκόμενα μέλη, αλλά επεκτείνονται στην ευρύτερη κοινωνία.
Για τον λόγο αυτό, η ανάγκη για λήψη μέτρων είναι άμεση και ο ρόλος του σχολείου, και ιδιαίτερα της εκπαιδευτικής κοινότητας, είναι πλέον σημαντικός και καθοριστικός για την πάταξη του φαινομένου. Μάλιστα, η δημιουργία του Παρατηρητηρίου για τη βία στα σχολεία τα τελευταία χρόνια ενισχύει την προσπάθεια για την πάταξη φαινομένων ενδοσχολικής βίας. Η συντονίστρια του Παρατηρητηρίου για τη Βία στα σχολεία δρ Μαρία Καραγιάννη μίλησε στη «Σημερινή» της Κυριακής για τους στόχους και τις ενέργειες του Παρατηρητηρίου.
Πρόληψη και αντιμετώπιση
Σύμφωνα με την Δρα Καραγιάννη, το Παρατηρητήριο για τη Βία στο Σχολείο λειτουργεί από το 2008, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Ειδικών για τη Σχολική Βία. «Μελετώντας το πρόβλημα της σχολικής παραβατικότητας στην Κύπρο, η απόφαση για τη λειτουργία του παρατηρητηρίου ήταν επιβεβλημένη, όχι τόσο από τα τεράστια ποσοστά βίας που αντιμετωπίζονται στα σχολεία, όσο από την αυξητική τάση που παρουσιάζεται.
»Μεταξύ των στόχων του Παρατηρητηρίου είναι η διεξαγωγή επιστημονικών ερευνών που αποσκοπούν στη μέτρηση του φαινομένου της βίας στο σχολείο και των παραμέτρων με τις οποίες σχετίζεται, η διαμόρφωση συγκεκριμένων εισηγήσεων για καθορισμό πολιτικής πρόληψης και διαχείρισης της βίας, ως αποτέλεσμα επιστημονικών ερευνών, η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών εταίρων για το φαινόμενο στην Κύπρο και διεθνώς, η ενδυνάμωση γονέων, μαθητών, εκπαιδευτικών και άλλων επαγγελματιών που ασχολούνται με το θέμα, αλλά και η προαγωγή της ενεργού συμμετοχής των παιδιών στην πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας στο σχολείο», πρόσθεσε.
Δημιουργία τράπεζας δεδομένων
Βάσει των όσων μάς ανέφερε, ακόμη, το εν λόγω Παρατηρητήριο έχει συντονίσει τις εργασίες τού Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού για ανάπτυξη σχεδιασμού της Εθνικής Στρατηγικής για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας στο σχολείο.
«Περιλαμβάνει νομικά, διοικητικά, εκπαιδευτικά και κοινωνικά μέτρα. Κάποια από αυτά είναι η δημιουργία συστημάτων πληροφόρησης για συλλογή έγκυρων επιστημονικών δεδομένων και η δημιουργία τράπεζας δεδομένων. Η επίτευξη του στόχου για προαγωγή και διατήρηση ενός ασφαλούς και φιλικού σχολικού περιβάλλοντος προϋποθέτει την ύπαρξη μηχανισμών συλλογής, κωδικοποίησης και ανάλυσης δεδομένων και αναφοράς βασικών αποτελεσμάτων γύρω από το φαινόμενο της βίας στο σχολείο.
»Τέτοια δεδομένα είναι απαραίτητα για τη χαρτογράφηση της κατάστασης που αφορά στην έκταση και τις μορφές της βίας στο σχολείο, στον εντοπισμό των αναγκών και την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων παρεμβάσεων/Προγραμμάτων και τον βαθμό στον οποίο αυτά συμβάλλουν στη μείωση της βίας», εξήγησε περαιτέρω.
Νομικά μέτρα κατά της βίας
Ταυτόχρονα η Δρ Καραγιάννη τόνισε πως «η προστασία των μαθητών/τριών από κάθε μορφή βίας στο σχολείο και η πρόσβασή τους σε υπηρεσίες αποκατάστασης και στήριξης πρέπει να διασφαλίζεται από την εθνική νομοθεσία. Ξεκάθαρος, επίσης, πρέπει να είναι ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται η νομοθεσία σε πρακτικό επίπεδο μέσα από πολιτικές και διαδικασίες σε επίπεδο σχολικής μονάδας, ΥΠΠ και υπηρεσιακής συνεργασίας.
»Όλες οι σχετικές πολιτικές και διαδικασίες πρέπει να γνωστοποιούνται στους/στις μαθητές/τριες και στους γονείς/κηδεμόνες τους και να προβλέπουν μηχανισμούς ελέγχου της εφαρμογής τους. Τα νομικά και διοικητικά μέτρα που προτείνονται στην Εθνική Στρατηγική ενισχύουν τους αναθεωρημένους Κανονισμούς Λειτουργίας των Δημόσιων Σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης του 2017 και τους υπό αναθεώρηση Κανονισμούς Λειτουργίας των Δημόσιων Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης με συγκεκριμένες πρόνοιες που αφορούν στην πρόληψη και διαχείριση της βίας στο σχολείο», συνέχισε.
Ενίσχυση δομών
Πέραν των πιο πάνω, η συντονίστρια του Παρατηρητηρίου για τη Βία στα σχολεία υπέδειξε πως βασική μέριμνα του θεσμού της εκπαίδευσης είναι να διασφαλίσει, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, την ευημερία και την υγιή ανάπτυξη των μαθητών/τριών.
«Όλοι οι μαθητές/τριες έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους. Ως εκ τούτου, είναι σημαντική η ενδυνάμωση του πολυθεματικού μοντέλου υπηρεσιών που χρησιμοποιείται και το οποίο περιλαμβάνει τις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας, υγείας, εκπαίδευσης, ψυχολογικής στήριξης και καθοδήγησης των παιδιών και των γονιών/κηδεμόνων τους. Μέσα από τις διάφορες δράσεις επιδιώκεται η βελτίωση του συστήματος διατμηματικών και ενδοτμηματικών διαδικασιών ενημέρωσης και συνεργασίας σε θέματα που αφορούν στην προστασία των παιδιών από κάθε μορφή βίας.
»Η λήψη μέτρων για καλύτερη διασφάλιση του δικαιώματος των μαθητών/τριών στην ιδιωτική ζωή εντός της σχολικής μονάδας είναι επιβεβλημένη. Μια άλλη δράση είναι η συνεργασία μεταξύ του Υπουργείου και ΜΜΕ, με στόχο την προστασία των μαθητών από τον στιγματισμό και την παραβίαση του δικαιώματός τους στην ιδιωτική ζωή. Οι σχολικοί χώροι και οι εγκαταστάσεις θα πρέπει να είναι ασφαλείς, προσβάσιμοι και να προάγουν το απαιτούμενο θετικό κλίμα για την ολιστική ανάπτυξη των μαθητών», συμπλήρωσε.
Εμπλουτισμός γνώσεων και ενίσχυση δεξιοτήτων
Αναφερόμενη στους στόχους και τις δράσεις του Παρατηρητηρίου, η Δρ Καραγιάννη είπε: «Οι στόχοι και οι δράσεις της παρούσας θεματικής ενισχύουν την πολιτική του ΥΠΠ για διδασκαλία σε έναν προσανατολισμό, που περνά από τη "διδασκαλία της ύλης και των σελίδων του βιβλίου" στη "διδασκαλία του μαθητή" και στην ικανοποίηση των μαθησιακών και ευρύτερα αναπτυξιακών του αναγκών.
Με αυτό δίνεται έμφαση στην προαγωγή του σεβασμού στα ανθρώπινα δικαιώματα, του σεβασμού στη διαφορετικότητα, την ισότητα, τη μη διάκριση και ειρηνική επίλυση συγκρούσεων μέσα από το Αναλυτικό Πρόγραμμα. Άλλοι στόχοι είναι η εκπαίδευση των μαθητών σε δεξιότητες ζωής, η εφαρμογή προγραμμάτων που έχουν τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα, η εφαρμογή επανορθωτικών πρακτικών σε περιπτώσεις άσκησης βίας ή παραβίασης των κανονισμών», υπογράμμισε.
Συμμετοχή των παιδιών
Σύμφωνα πάντα με την ίδια, η ενεργός συμμετοχή των παιδιών στην ανάπτυξη και εφαρμογή πολιτικών/ διαδικασιών/μέτρων/δράσεων/προγραμμάτων κ.λπ. είναι σημαντική, γιατί συμβάλλει στην ανάπτυξη προσωπικών γνώσεων, δεξιοτήτων και στάσεων, διασφαλίζει ότι οι παρεμβάσεις ανταποκρίνονται στις ανάγκες των μαθητών/τριών, συμβάλλει στην αποτελεσματικότητά τους και στη μείωση της βίας στο σχολείο.
«Οι έρευνες δείχνουν ότι τα εκπαιδευτικά περιβάλλοντα που βάζουν τον μαθητή/τρια στο κέντρο της μαθησιακής εμπειρίας, έτσι που οι εκπαιδευτικοί ακούν τις ανησυχίες και τις ανάγκες των μαθητών/τριών, έχουν περισσότερες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τη βία παρά τα σχολεία που δεν λειτουργούν με αυτόν τον τρόπο (Pinheiro, 2006). Τα παιδιά μπορούν να δώσουν σημαντική πληροφόρηση για την εμπειρία τους γύρω από το θέμα, την οποία οι εκπαιδευτικοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν στον σχεδιασμό και την υλοποίηση των παρεμβάσεών τους.
»Η εμπλοκή των μαθητών/τριών είναι από μόνη της μια αποτελεσματική παρέμβαση, γιατί η διαδικασία αναφοράς εμπειριών και συναισθημάτων λειτουργεί θεραπευτικά για τον/τη μαθητή/τρια, ενώ βοηθά τους εκπαιδευτικούς να κατανοήσουν καλύτερα τους/τις μαθητές/τριες και κατ’ επέκτασιν να βελτιώσουν τις στάσεις και τον τρόπο που τους αντιμετωπίζουν.
»Με τη συμμετοχή παιδιών ενισχύεται η προαγωγή και ενίσχυση της συμμετοχής των μαθητών/τριών στον σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την εφαρμογή, τον έλεγχο πολιτικών και προγραμμάτων σε επίπεδο τόσο σχολικής μονάδας όσο και ΥΠΠ. Οι διαδικασίες θα είναι πιο φιλικές προς το παιδί και να ενθαρρύνουν τη συμμετοχή του, ενώ παράλληλα θα ενδυναμωθούν με δεξιότητες ώστε να μπορούν να εκφράζουν την άποψή τους και να διεκδικούν τα δικαιώματά τους», πρόσθεσε η Δρ Καραγιάννη.
Ενδυνάμωση γονιών και εκπαιδευτικών
Καταληκτικά η συντονίστρια του Παρατηρητηρίου για τη Βία στα σχολεία δήλωσε στη «Σ»: «Η ανάπτυξη του παιδιού σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από υγιείς και υποστηρικτικές σχέσεις, σε συνδυασμό με υψηλά επίπεδα γονικής φροντίδας, καθ’ όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, αποτελούν πολύ σημαντικό προστατευτικό παράγοντα για το παιδί.
Στις κοινωνίες όπου ο ρόλος της οικογένειας εξασθενίζει, οι συνέπειες είναι ιδιαίτερα αρνητικές. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη η ενίσχυση του θεσμού της οικογένειας και των κοινωνικών της λειτουργιών. Το σχολείο οφείλει να λειτουργεί υποστηρικτικά δίνοντας στον/στη μαθητή/τρια την ευκαιρία να ζει και να μαθαίνει σε ένα ασφαλές και υποστηρικτικό περιβάλλον.
Παράλληλα, σχολείο και άλλοι θεσμοί μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά προς τους γονείς/κηδεμόνες βοηθώντας τους, αφενός, να κατανοήσουν τις επιπτώσεις που έχουν στα παιδιά οι στάσεις και οι συμπεριφορές τους και αφετέρου να τους προσφέρουν εναλλακτικές λύσεις. Για να μπορέσει το σχολείο να ασκήσει αποτελεσματικά τον ρόλο αυτό, απαιτείται η ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και της Διευθυντικής Ομάδας.
Η ενεργός εμπλοκή των γονιών στον στόχο για προαγωγή ασφαλούς και φιλικού προς το παιδί σχολικού περιβάλλοντος και η ενδυνάμωση των γονιών σε θέματα γονικών δεξιοτήτων, αναμφίβολα συνεισφέρουν στον στόχο. Η ενδυνάμωση των εκπαιδευτικών και της διευθυντικής ομάδας σε θέματα δικαιωμάτων του παιδιού, βίας στη βάση του φύλου, ανταπόκρισης στις ανάγκες των ευάλωτων ομάδων μαθητών/τριών, συλλογής/κωδικοποίησης/ανάλυσης δεδομένων για τη βία στο σχολείο, εφαρμογής των πολιτικών και διαδικασιών του ΥΠΠ», κατέληξε.




