ΧΩΡΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΑΓΟΡΑΚΙ ΠΟΥ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΥΗΜΕΡΙΑΣ
Συγκλονίζει η ιστορία μικρού αγοριού 3 μόλις χρονών που μεγαλώνει από την ημέρα γέννησής του στην Εντατική Μονάδα του Μακαρείου Νοσοκομείου και τυγχάνει βοήθειας από τους νοσηλευτές και τον ιερέα της περιοχής. Οι ευθύνες βαραίνουν τόσο την Πολιτεία, αλλά και όλους μας γενικά, που, άθελά μας, αφήσαμε ένα αγγελούδι να μεγαλώνει σε ένα νοσοκομείο, χωρίς να του μάθει ποτέ κανείς πώς να περπατά, αλλά και να μιλά
Τον εφιάλτη της μοναξιάς, της εγκατάλειψης και της απανθρωπιάς ζει για δεύτερη φορά 3χρονο αγγελούδι που νοσηλεύεται στο Μακάρειο Νοσοκομείο
Δύο φορές χωρίς σπίτι βρέθηκε τρίχρονο αγγελούδι, παραμονές των Χριστουγέννων, και η μόνη προσευχή του είναι όπως η Γέννηση του Θεανθρώπου τού δώσει μια μέρα την οικογένεια που δεν είχε ποτέ. Το αγοράκι γεννήθηκε με το σύνδρομο συγγενούς υποαερισμού (υπνικής άπνοιας). Μαζί με αυτόν ήρθε στον κόσμο και το αδελφάκι του. Δυστυχώς, όμως, οι γονείς του δεν δέχθηκαν ποτέ να αναλάβουν την ευθύνη και το μεγάλωμα του παιδιού τους, λόγω του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, με αποτέλεσμα σήμερα να παραμένει χωρίς ένα χαμόγελο από την Τύχη, αφού η ιστορία του επαναλαμβάνεται για δεύτερη φορά.
Λόγω της εγκατάλειψης από την ίδια τη μητέρα του, αμέσως μετά τη γέννησή του, υποχρεώθηκε να μεγαλώσει υπό τη φροντίδα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, στην Εντατική του Μακάρειου Νοσοκομείου Λευκωσίας. Στήριγμά του ήταν πάντα το προσωπικό του νοσοκομείου και ο ιερέας της ενορίας του Αγίου Δημητρίου, πατήρ Μάριος, που καθημερινά προσπαθούν να αφιερώνουν έστω και λίγα λεπτά συντροφιάς και αγάπης, χωρίς, βεβαίως, να έχουν καμία υποχρέωση, στο μικρό αγγελούδι. Την απαράδεκτη αδιαφορία της κοινωνίας, όμως, έμελλε να ζήσει και για δεύτερη φορά, σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της «Σημερινής της Κυριακής», επιβεβαιωμένες από ιατρικούς κύκλους, όταν, επιτέλους, βρέθηκε ανάδοχη οικογένεια που θα μεγάλωνε το 3χρονο αγοράκι. Δυστυχώς, η ιστορία δεν είχε ευτυχές τέλος, ούτε αυτήν τη φορά.
Και πάλι χωρίς οικογένεια
Λίγο αργότερα, για λόγους που διερευνώνται, το μωρό αποφασίστηκε να περάσει και πάλι στη δικαιοδοσία του Γραφείου Ευημερίας. Αποτέλεσμα, το σπίτι του να γίνει για ακόμη φορά το νοσοκομείο και η οικογένειά του για άλλη μια φορά το προσωπικό και επισκέπτες της Εντατικής Παίδων. Μιλώντας αποκλειστικά στη «Σ» η Εκπρόσωπος Τύπου του Γραφείου Ευημερίας, Ειρήνη Παπαθεοδούλου, ανέφερε ότι οι περιπτώσεις παιδιών που εγκαταλείπονται είναι μεμονωμένες και η εγκατάλειψη αποτελεί σίγουρα λόγο για ανάληψη ενός παιδιού υπό τη νομική φροντίδα της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και λήψη άμεσων μέτρων προστασίας του παιδιού.
Το μικρό αγοράκι, αυτήν τη στιγμή μόλις έχει περπατήσει, αφού κανείς μέχρι σήμερα δεν του έμαθε τον τρόπο. Δεν είχε την αγάπη και τη θαλπωρή της μητέρας και του πατέρα ή άλλων συγγενών που έχουν σχεδόν όλα τα παιδιά της ηλικίας του. Δεν είχε δάσκαλο, ούτε νηπιαγωγό, επειδή κανείς μας δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ να του διορίσει, για να μάθει να περπατά και, ακόμη περισσότερο, να μιλάει. Δυστυχώς, ενώ δεν έχει κάποια νοητική στέρηση ή ασθένεια που να το εμποδίζει να μιλά ή να περπατά, δεν κατάφερε να προχωρήσει όπως θα έπρεπε. Με την ελάχιστη βοήθεια του προσωπικού του νοσηλευτηρίου, μόλις πρόσφατα έμαθε να περπατάει, αλλά ακόμα δεν έμαθε να μιλάει.
Η τοποθέτηση του Γραφείου Ευημερίας
Ερωτηθείσα, η Ειρήνη Παπαθεοδούλου, πώς ενεργούν οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας σε τέτοιες περιπτώσεις και με ποια κριτήρια επιλέγονται οι ανάδοχοι γονείς, απάντησε πως, κατά τη διαδικασία διαχείρισης τέτοιων υποθέσεων, στο επίκεντρο όλων των ενεργειών και αποφάσεων τίθεται η διασφάλιση του συμφέροντος του παιδιού και η έγκαιρη λήψη μέτρων προστασίας του. «Βάσει της νομοθεσίας, κάθε παιδί που για σοβαρούς λόγους μετακινείται από το οικογενειακό του περιβάλλον, για σκοπούς προστασίας/φροντίδας του, τίθεται υπό τη φροντίδα της Διευθύντριας Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας», πρόσθεσε.
Όπως εξήγησε, τα παιδιά αυτά τοποθετούνται, κατά προτεραιότητα, σε ανάδοχες οικογένειες, που εγκρίνονται ως κατάλληλες από τις ΥΚΕ για βραχεία ή μακροπρόθεσμη φιλοξενία παιδιών. Αν η φιλοξενία σε ανάδοχη οικογένεια δεν είναι εφικτή, τότε τα παιδιά τοποθετούνται σε ιδρύματα παιδικής προστασίας, που λειτουργούν παγκύπρια.
Τα κριτήρια για ανάδοχους γονείς
Η διαδικασία έγκρισης της καταλληλόλητας ανάδοχων γονιών, σύμφωνα με το Γραφείο Ευημερίας και την εκπρόσωπό του, απαιτεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα και περιλαμβάνει συγκεκριμένα στάδια ενημέρωσης, προετοιμασίας και αξιολόγησης. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αυτής, όπως είπε, οι υποψήφιοι ανάδοχοι γονείς βοηθούνται να διαμορφώσουν μια ενημερωμένη και ώριμη άποψη για την επιλογή τους να αναλάβουν ένα ανάδοχο παιδί και, από την άλλην, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αξιολογούν όλα τα δεδομένα για την καταλληλότητά τους, με επίκεντρο τη διασφάλιση του συμφέροντος τού προς υιοθεσία παιδιού. Αναφερόμενη στα βασικά κριτήρια έγκρισης ανάδοχων γονέων η κ. Παπαθεοδούλου ανέφερε πως αυτά είναι:
*Να είναι ενήλικα άτομα σε καλή φυσική, ψυχική και συναισθηματική κατάσταση.
*Κύριο κίνητρό τους θα πρέπει να είναι τα αποθέματα αγάπης για ένα ξένο παιδί. Τυχόν δικά τους παιδιά θα πρέπει να γνωρίζουν και να αναμένουν ότι θα μοιράζονται την αγάπη αυτή.
*Να είναι σε θέση να αντιμετωπίζουν ποικίλες καταστάσεις, συμπεριφορές και συναισθήματα των ανάδοχων παιδιών.
*Να διαθέτουν υπομονή και δεξιότητες όσον αφορά τον χειρισμό και τη φροντίδα παιδιών.
*Να προσφέρουν θετικές εμπειρίες ομαλής οικογενειακής ζωής.
*Να είναι ευέλικτοι και να διαθέτουν υψηλό επίπεδο κατανόησης, ανοχής και αποδοχής της φυσικής οικογένειας του παιδιού, στην οποία το παιδί πιθανόν να επιστρέψει σε κάποιο στάδιο.
Δυσκολίες για νεαρά ζευγάρια
Ερωτηθείσα η εκπρόσωπος των ΥΚΕ για αντιδράσεις από νεαρά ζευγάρια και όχι μόνον ότι, ενώ υπάρχει ενδιαφέρον από πολλές οικογένειες, οι κρατικές Υπηρεσίες επιλέγουν να μη δίνουν τα παιδιά σε ζευγάρια ή οικογένειες για υιοθεσία και να τα αφήνουν σε Παιδικές Στέγες ή σε ανάδοχες οικογένειες, η κ. Παπαθεοδούλου απάντησε πως η μετακίνηση παιδιών είναι συνήθως προσωρινή, αφού στόχος παραμένει η πολύπλευρη στήριξη της φυσικής οικογένειας από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας αλλά και από τις διάφορες εμπλεκόμενες Υπηρεσίες, ώστε τα παιδιά να επιστρέψουν στις φυσικές τους οικογένειες, όταν αυτό κριθεί προς το συμφέρον τους.
Όπως είπε, η μετακίνηση παιδιών από το οικογενειακό τους περιβάλλον αποτελεί το τελευταίο μέτρο που λαμβάνεται, για τη διασφάλιση της προστασίας του παιδιού. «Για να κριθεί ένα παιδί διαθέσιμο για υιοθεσία, ακολουθούνται συγκεκριμένες νομικές και άλλες διαδικασίες, όταν η προοπτική επιστροφής των παιδιών στις φυσικές οικογένειες κρίνεται ότι δεν θα εξυπηρετήσει το συμφέρον τους», πρόσθεσε.
Εξήγησε, τέλος, πως σε περίπτωση που ένα παιδί κρίνεται διαθέσιμο προς υιοθεσία, «οι κρατικές Υπηρεσίες προβαίνουν σε διαδικασία συνταιριάσματος από τον κατάλογο των εγκεκριμένων υποψήφιων γονιών προς υιοθεσία, λαμβάνοντας πρώτιστα υπόψη το συμφέρον και τις ιδιαιτερότητες του παιδιού».




