Σε μια εποχή των μνημονιακών πολιτικών και της καταπόνησης της κοινωνίας, της βίαιης αποσυναρμολόγησης της πολιτισμικής μας συνθήκης, της αθλιότητας της πολιτικής, η σιωπή της στοχαζόμενης συνείδησης, της κριτικής, εξεγερμένης φωνής των διανοουμένων, ηχεί πιο εκκωφαντικά. Απουσιάζει η διανόηση που, χωρίς να χάνει την αντικειμενική της κρίση για την ιστορική αλήθεια, χωρίς να γίνεται γραφικά υποκειμενιστική, αναβλύζει από τους σπαραγμούς του κοινωνικού πόνου κι αρθρώνει τον λόγο τής δικής της αντιστεκόμενης αλήθειας.
Πού, είναι, αλήθεια, οι διανοούμενοι; Σ' έναν κόσμο της νεωτερικότητας, που απορρόφησε στην τεχνοκρατική εργαλειοποίηση της ακαδημίας τους «διανοούμενους», τους φιλόσοφους, όπου η τεχνοκρατικά ορισμένη καριέρα αντικατέστησε τον ηθικό, αξιακό, γι' αυτό αντάρτη, στοχασμό, που αφάνισε στην παλαιομοδίτικη καρικατούρα τους αποστασιοποιημένους -αλλά για να εννοήσουν καθολικά το Όλον- Μεγάλους Στοχαστές, το οικονομικό συμφέρον κι η χρηματιζόμενη έρευνα θολώνουν την προσήλωση σε έναν δημόσιο λόγο γύρω από σκοπούς και αξίες. Γίνονται οι ίδιοι οι διανοούμενοι εμπορευματοποιημένα προϊόντα θεσμοθετημένης κι αυστηρά ορισμένης, επί μέρους, ειδικευμένης δραστηριότητας.
Παραιτούμενοι από το να μιλούν για αξίες, απορροφημένοι στις εξουσιαστικές δομές του αλωμένου, αποικιοκρατούμενου δημοσίου χώρου, οι διανοούμενοι γίνονται, πρώτοι, η «παράπλευρη απώλεια» ενός επαγγελματοποιημένου, ιεραρχημένου, διαστρωματωμένου κόσμου που οι διανοούμενοι υιοθέτησαν για να υπάρξουν σε αυτόν.
Απουσιάζει, πια, ο πνευματικός άνθρωπος, ο φιλόσοφος, ο καλλιτέχνης, ο «καθοδηγητής», ο «δάσκαλος», ο οποίος να αντιδρά στον ευνουχισμό της σκέψης των πολιτών, που να μην παραδίδεται στον καταναγκασμό του «κονφορμισμού», στον εγγαστριμυθισμό της εξουσίας.
Που είναι, λοιπόν, οι Πνευματικοί άνθρωποι και οι άνθρωποι της Τέχνης, με την ατομική τους ανεξαρτησία, να ανταποκριθούν στο αίτημα που διατυπώνουν, «oυ φωνήν αφιέντες», τα άφωνα σύνολα για ανύψωση στη συνείδηση της κοινωνικής τους ευθύνης;
Μια αίσθηση ματαιότητας, απαισιοδοξίας, αποδυνάμωσης χαρακτηρίζει την εποχή της ύστερης νεωτερικότητας, κι ο κριτικός λόγος, κι αν το ήθελε, αδυνατεί να διαπεράσει το κάστρο του ελέγχου και της χειραγώγησης από τα ΜΜΕ που με την πλημμύρα των επιφανειακών συμβόλων και εμπορικοποιημένων συρμών, τόσο αποτελεσματικά έχουν αποπολιτικοποιήσει τη δημόσια ζωή.
Τρέφεται, φευ, η Κρίση από την ακρισία.




