ΘΟΡΥΒΗΣΕ ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ ΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΑΚΙ ΠΟΥ ΚΛΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΝΑ ΑΓΓΙΞΕΙ ΤΟΝ ΥΠΟΠΤΟ ΓΙΑ ΚΑΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ
Τον ασκό του Αιόλου άνοιξε το πρόσφατο περιστατικό σεξουαλικής κακοποίησης 10χρονου κοριτσιού από τον συμβίο της μητέρας του, που είχε αποκαλύψει η εφημερίδα «Σημερινή» της Κυριακής και ανέδειξε η τηλεόραση του «Σίγμα», στις 26 του περασμένου μήνα. Λίγες ημέρες αργότερα, το κοριτσάκι κλήθηκε από τις Αρχές να αναγνωρίσει τον ύποπτο που νάρκωνε μητέρα και παιδί και στη συνέχεια ικανοποιούσε τις διεστραμμένες ορέξεις του.
Το παιδί, σύμφωνα με τα όσα καταγγέλθηκαν στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναγνώρισε τον ύποπτο και κλήθηκε από τους αστυνομικούς να τον αγγίξει στον ώμο για να τον υποδείξει. Το γεγονός προκάλεσε την οργή των βουλευτών για την εντελώς απαράδεκτη και αναχρονιστική μέθοδο που εφάρμοσαν οι Αρχές, αναγκάζοντας ένα παιδί όχι απλώς να βρεθεί στον ίδιο χώρο με έναν ύποπτο για κακοποίησή του αλλά και να τον αγγίξει κιόλας.
Οδηγίες για υποβολή εισηγήσεων από το Γραφείο Χειρισμού Θεμάτων Βίας στην Οικογένεια και Κακοποίησης Ανηλίκων, με σκοπό την επικαιροποίηση της εν λόγω αστυνομικής διάταξης, τόσο όσον αφορά παιδιά και άλλους ευάλωτους μάρτυρες όσο και γενικότερα, έδωσε ο Αρχηγός της Αστυνομίας, Ζαχαρίας Χρυσοστόμου, αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του περιστατικού.
Την έντονη διαμαρτυρία της και καταδίκη του χειρισμού της υπόθεσης εξέφρασε η ειδικός εμπειρογνώμονας της διυπουργικής επιτροπής για την εκπόνηση της Εθνικής Στρατηγικής και του Σχεδίου Δράσης για την Καταπολέμηση της Σεξουαλικής Κακοποίησης και Εκμετάλλευσης Παιδιών και Παιδικής Πορνογραφίας, Αναστασία Παπαδοπούλου. Όπως δήλωσε στη «Σ», η μέθοδος αυτή είναι απόλυτα καταδικαστέα και έναντι κάθε λογικής. «Ευτυχώς έχουμε λάβει τη διαβεβαίωση της Αστυνομίας ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί ποτέ ξανά, εφόσον και εξάλλου σπανίως είχε χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν. Γι' αυτό θα ήθελα να περάσει το μήνυμα σε κάθε θύμα που πιθανό να σκέφτεται αν θα προχωρήσει σε καταγγελία, να μη φοβηθεί. Δεν θα περάσει τέτοια διαδικασία και θα του προσφερθεί κάθε προστασία, ανωνυμία και βοήθεια ως δικαιούται και ως του αξίζει».
Πρόσθεσε πως έχει καταγραφεί επανειλημμένα στην Εθνική Στρατηγική για την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης παιδιών, πως η ευημερία και το συμφέρον του παιδιού πρέπει πάντοτε να υπερισχύει και πρέπει όσοι έχουν οποιαδήποτε αρμοδιότητα σε τέτοια περιστατικά να ενεργούν πάντοτε με αυτήν την αρχή ως καθοδήγηση. «Χαίρομαι για την άμεση ανταπόκριση και για το ότι αυτή η διαδικασία θα αλλάξει. Όπως εξάλλου έχουν ήδη αλλάξει και πολλές άλλες διαδικασίες και θα αλλάξουν ακόμη πιο αποφασιστικά με τη λειτουργία του Σπιτιού για τα Παιδιά, όπου θα γίνεται συνολικά και από πολυ-θεματική ομάδα η διερεύνηση όλων των περιστατικών και ακόμη πιο σημαντική η παροχή στήριξης και βοήθειας στο παιδί», τόνισε. Ως μόνο θετικό του περιστατικού η κυρία Παπαδοπούλου χαρακτήρισε την άμεση αντίδραση όλων στη λανθασμένη διαδικασία.
Επαναβιώνει το τραύμα
Μιλώντας στη «Σ», ο Παιδοψυχίατρος και Επιστημονικός Συντονιστής Τμήματος Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας, Γιώργος Καπούλας, ανέφερε ότι η κακοποίηση ενός ανηλίκου είναι ένα εξαιρετικά τραυματικό γεγονός, που έχει έντονες και μακροχρόνιες συνέπειες στην ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη. Πρόκειται για ένα τραύμα που σοκάρει το σώμα και την ψυχή, δημιουργεί έντονη σύγχυση, θυμό, απογοήτευση και κλονίζει τη βασική εμπιστοσύνη του ανηλίκου στον εαυτό του και τον κόσμο. «Κατά τη διάρκεια της αναγνώρισης των υπόπτων κακοποίησης, το θύμα επαναβιώνει, ως ένα βαθμό, την αίσθηση της εμπειρίας αυτού του τραύματος. Προκύπτει ως εκ τούτου η ανάγκη, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αναγνώρισης, να ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εξασφαλιστεί, όσο είναι δυνατό, η ανωνυμία του θύματος και να προστατευτεί η ήδη τραυματισμένη ψυχή του ανηλίκου», εξήγησε.
Τι προβλέπει ο Νόμος
Ερωτηθείς ο νομικός, Σίμος Αγγελίδης, ανέφερε ότι μέχρι να αχθεί μια υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου προηγούνται διάφορες αναγκαίες διαδικασίες και προεργασίες. Για να αποδειχθεί η υπόθεση, μια από τις πολλές μεθόδους που χρησιμοποιείται από την κατηγορούσα Αρχή, η οποία από μόνη της ή σε συνδυασμό με περιστατική ή ενισχυτική μαρτυρία είναι αρκετή για καταδίκη, είναι η αναγνώριση του υπόπτου από άλλο μάρτυρα ή μάρτυρες. «Το Δικαστήριο έχει υποχρέωση, προτού αποφανθεί επί της μαρτυρίας που παρουσιάσθηκε, η οποία προέκυψε μέσα από αναγνώριση, να αυτοπροειδοποιηθεί και να αυτοκαθοδηγηθεί (καθότι στην Κυπριακή Δικαιοσύνη δεν υπάρχει το σύστημα των ενόρκων όπως ισχύει σε άλλα συστήματα) για την ειδική ανάγκη προσοχής προτού καταδικάσει με βάση τις αναγνωρίσεις αυτές, αλλά και την υποχρέωσή του να εξετάζει προσεκτικά τις περιστάσεις αναγνώρισης».
Σύμφωνα με σχετική διάταξη, είναι ανάγκη η συμμετοχή του υπόπτου σε μιαν αναγνωριστική παράταξη να είναι οικειοθελής, αφού ενημερωθεί σχετικά. «Ο μάρτυρας θα πρέπει να πληροφορηθεί ότι στην αναγνωριστική παράταξη θα δει ορισμένα άτομα, μεταξύ των οποίων ο ύποπτος μπορεί να περιλαμβάνεται ή όχι. Μάλιστα, εάν υπάρχουν πέραν του ενός μάρτυρα, ο ύποπτος δύναται να αλλάζει θέση μεταξύ των διαφορετικών παρατάξεων για κάθε μάρτυρα και για να διασφαλιστεί η ακεραιότητα και ορθότητα της διαδικασίας». Πρόσθεσε, επίσης, μεταξύ άλλων ότι εάν αναγνωριστεί ένα πρόσωπο, ο υπεύθυνος της παράταξης οφείλει να ζητήσει το όνομά του στην παρουσία και ακοή του μάρτυρα.
Το επίμαχο σημείο που έχει προκαλέσει τη συζήτηση, όπως είπε ο κύριος Αγγελίδης, βρίσκεται στο 4(2)(στ) της αστυνομικής διάταξης, όπου αναφέρει επί λέξει τα ακόλουθα: «Αν ο μάρτυρας αναγνωρίσει οποιοδήποτε πρόσωπο, να καλείται να το αγγίξει». Η διάταξη στο ίδιο σημείο, όμως, συνεχίζει και προβλέπει τα ακόλουθα: «Αν όμως ο μάρτυρας δεν μπορεί ή δεν θέλει να το αγγίξει για διάφορους λόγους (γυναίκα ή παιδί που βιάσθηκε ή που έτυχε βάναυσης μεταχείρισης), μπορεί να γίνεται δεκτή η αναγνώριση με υπόδειξη, που πρέπει όμως να είναι ευκρινής, ώστε να γίνει αντιληπτή από τον ύποπτο, το δικηγόρο του, τον φίλο του ή στην περίπτωση ανηλίκων, το γονέα ή τον κηδεμόνα του», τόνισε.
«Επομένως», πρόσθεσε, «η διάταξη προβλέπει ρητά εναλλακτική επιλογή από το άγγιγμα και εάν το περιστατικό έχει επισυμβεί, ως υπάρχει ο ισχυρισμός, δεν πρόκειται περί σφάλματος της Αστυνομικής Διάταξης (τουλάχιστον στο σημείο αυτό), αλλά του υπευθύνου της παράταξης. Εν κατακλείδι, σίγουρα μπορούν να εκσυγχρονιστούν πολλά σημεία της νομοθεσίας και των διαδικασιών, χρησιμοποιώντας πλέον μέσα ταυτοποίησης και τεχνολογίας, όπως ενδεικτικά μέσα από κλειστά κυκλώματα ή πίσω ακόμα και από γυαλί μιας όψης, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει στην Κύπρο», σημείωσε ο κ. Αγγελίδης.




